Η Επανάσταση του 21 μέσα από τα μάτια του Μαρξ και του Ενγκελς

Πώς αντιμετώπιζαν οι Μαρξ και Ενγκελς το «ανατολικό ζήτημα» πριν την ελληνική επανάσταση και ποιος, κατά τους ίδιους, υποκίνησε τους Ελληνες να εξεγερθούν; Μια σειρά από δημοσιογραφικά άρθρα και ένα μέρος από την αλληλογραφία των δυο πολιτικών φιλοσόφων, είναι αρκετά ώστε να προσεγγίσουμε τις θέσεις τους, αλλά και για να αποκαλυφθεί ότι το πιο πάνω ζήτημα «βασάνιζε» αρκετά τον Μαρξ, ώστε να ζητάει τη βοήθεια του Ενγκελς.

κείμενο: Βασιλική Σιούτη

marx-eng6

«Μέχρι την Ελληνική εξέγερση, η Τουρκία ήταν από όλες τις απόψεις terra incognita και οι συνήθεις ιδέες του κόσμου για αυτή στηρίζονταν περισσότερο στα παραμύθια από τις «Χίλιες και μία νύχτες» παρά στα οποιαδήποτε ιστορικά γεγονότα…» έγραφε τον Απρίλιο του 1853 στη «New York Daily Tribune» ο Φρίντριχ Ενγκελς με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα. Μερικά χρόνια νωρίτερα, αναφερόμενος και πάλι στην ελληνική επανάσταση του 1821 στην εφημερίδα «The Northern Star» έγραφε για την Ιερή Συμμαχία ότι υποστήριζε «ακόμα και το δικαίωμα του μεγάλου Τούρκου να κρεμάει και να κομματιάζει τους Ελληνες υπηκόους, αλλά η περίπτωση αυτή ήταν πολύ χτυπητή, και οι Ελληνες πήραν την άδεια να ξεγλιστρήσουν από τον Τουρκικό ζυγό».

Τα άγνωστα σε πολλούς κείμενα του Καρλ Μαρξ και του Φρίντριχ Ενγκελς για την Ελλάδα, την Τουρκία και το λεγόμενο «ανατολικό ζήτημα» – «The Eastern Question» γράφτηκαν σε ένα διάστημα περίπου 40 ετών. Πρόκειται κυρίως για δημοσιογραφικά άρθρα του Μαρξ, (αλλά και κείμενα αλληλογραφίας με τον Ενγκελς) πολλά από τα οποία δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «New York Daily Tribune» αλλά και σε διάφορες άλλες εφημερίδες της Δύσης.

Ο Μαρξ είναι γνωστό ότι δημοσιογραφούσε για βιοποριστικούς λόγους. Η χώρα μας και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν τον ενδιέφεραν ποτέ ως κεντρικό ζήτημα, αλλά -όπως είχε επισημάνει και ο φιλόσοφος Π. Κονδύλης, ο οποίος συγκέντρωσε τα κείμενα αυτά πριν από 20 χρόνια,- έβλεπε το «ανατολικό ζήτημα» και το συναφές ζήτημα των βαλκανικών εθνικοτήτων μέσα στην κρίσιμη για αυτόν προοπτική της ευρωπαϊκής επανάστασης.

Πολλές φορές τα κείμενα αυτά, όπως διαπιστώνεται και από τις σημειώσεις του Π. Κονδύλη, που ερεύνησε και μελέτησε τα άρθρα αυτά και την αντίστοιχη αλληλογραφία των δύο ανδρών (εκδόσεις ΓΝΩΣΗ), δεν γράφονται με δική τους πρωτοβουλία αλλά είναι «παραγγελίες» των εκδοτών τους.

Σε ορισμένα γράμματα από την αλληλογραφία του με τον Ενγκελς ο Μαρξ δείχνει περίπου σνομπ με το «ανατολικό ζήτημα». Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:«…πρέπει τώρα να γράψω ένα μεγάλο άρθρο υψηλής πολιτικής για τη detestable question orientale (ειδεχθές ανατολικό ζήτημα) με την οποία προσπαθεί να με συναγωνιστεί στην “Tribune” ένας άθλιος Γιάνκης που μένει εδώ. Ομως αυτό το ζήτημα είναι προπαντός στρατιωτικό και γεωγραφικό, άρα δεν ανήκει στο δικό μου departament. Πρέπει λοιπόν να θυσιαστείς εσύ ακόμα μια φορά. Για το τι θα απογίνει η Τουρκική Αυτοκρατορία δεν έχω την παραμικρή ιδέα…». Επεσήμαινε όμως στον Ενγκελς ότι «είναι αναπόδραστη η αποσύνθεση της μουσουλμανικής Αυτοκρατορίας» και ότι «με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα πέσει στα χέρια του ευρωπαϊκού πολιτισμού» (10/3/1853).

Κάθε φορά που ο Μαρξ απευθυνόταν στον Ενγκελς για βοήθεια, εκείνος του την πρόσφερε. Ετσι και στο «ειδεχθές ανατολικό ζήτημα» όποτε του το ζητούσε, έγραφε εκείνος για λογαριασμό του. Αλλωστε, το κατείχε καλύτερα. Εγραφε λοιπόν τότε ο Ενγκελς για τους δυτικούς διπλωμάτες στην Τουρκία της προεπαναστατικής περιόδου:

«Οι διπλωμάτες που έζησαν εκεί καυχιούνταν ότι κατέχουν γνώσεις ακριβέστερες, όμως κι αυτό τελικά δεν σήμαινε τίποτε, αφού κανείς τους δεν μπήκε στον κόπο να μάθει τουρκικά, νοτιοσλαβικά ή νεοελληνικά κι έτσι όλοι τους εξαρτιούνταν από τις μεροληπτικές πληροφορίες Ελλήνων και Φράγκων διερμηνέων κι εμπόρων…

Οι κύριοι αυτοί δεν είχαν να κάνουν με τον λαό, τους θεσμούς και την κοινωνική κατάσταση της χώρας, παρά αποκλειστικά με την αυλή, και ιδιαίτερα με τους Ελληνες Φαναριώτες, τους πανούργους μεσολαβητές ανάμεσα σε δυο κόμματα, που και τα δύο αγνοούσαν εξίσου την πραγματική κατάσταση, την ισχύ και τις υλικές δυνατότητες του άλλου».

Εδώ φαίνεται η κακή γνώμη του Ενγκελς για τους Φαναριώτες την οποία δεν έκρυψε ποτέ, αντιθέτως την υποστήριξε με πάθος σε πολλά κείμενά του. Ο Ενγκελς , μάλιστα, συνήθιζε να αποκαλεί τους Φαναριώτες «πανούργους και μηχανορράφους» καθώς και «διεφθαρμένο σινάφι μισθοφόρων».

Για την Φιλική Εταιρεία ο Ενγκελς και ο Μαρξ πίστευαν ότι αυτή βρισκόταν εξαρχής υπό ρωσική καθοδήγηση και ότι οι Φιλικοί ήταν «συνειδητοί ή ασυνείδητοι πράκτορες της Ρωσίας».

Ο Μαρξ και ο Ενγκελς είχαν κατηγορηθεί από κάποιους ως «τουρκόφιλοι» επειδή «επιθυμούσαν τη διατήρηση της οθωμανικής αυτοκρατορίας ως φραγμό στη ρωσική επέκταση». Αλλοι ωστόσο υποστήριξαν το αντίθετο: ότι δηλαδή «δεν υπήρξαν ποτέ τουρκόφιλοι και θεωρούσαν τη διάλυση της Τουρκίας επικειμένη και αναπόφευκτη». Σύμφωνα με τον Π. Κονδύλη για τους Μαρξ και Ενγκελς «ο εχθρός, ο μέγιστος κίνδυνος ήταν η κοινωνικά υπανάπτυκτη Ρωσία» για την οποία οι δύο άντρες έγραφαν ότι “Κάθε της ενίσχυση ή επέκταση δεν μπορεί παρά να σημαίνει ανάσχεση της ευρωπαϊκής επανάστασης…”. Αν τώρα προτιμούν ανεπιφύλακτα την ημιβάρβαρη και ασιατική Τουρκία από την εξίσου ημιβάρβαρη και ασιατική Ρωσία, ο λόγος είναι ότι η πρώτη δεν κάνει επεκτατική πολιτική και δεν επηρεάζει τις κρίσιμες ευρωπαϊκές εξελίξεις, ενώ αντίθετα μία προώθηση της δεύτερης στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο θα είχε ολέθριες συνέπειες για τον συσχετισμό επαναστατικών και αντεπαναστατικών δυνάμεων σε ολόκληρη της Ευρώπη».

Οι επαναστατικές δυνάμεις της Ευρώπης ήταν που ενδιέφεραν τον Μαρξ, και τη Ρωσία την έβλεπε τότε ως μία μεγάλη αντιδραστική και αντεπαναστατική δύναμη που δεν έπρεπε να ενισχυθεί με κανέναν τρόπο. Ηταν λοιπόν καχύποπτος με την ελληνική επανάσταση του 1821 αφού τη θεωρούσε υποκινούμενη από τη Ρωσία για να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα. Αυτό δεν τον εμπόδιζε βεβαίως να καταδικάζει τη στάση των μεγάλων δυνάμεων απέναντι στους Ελληνες.

«Να υποκινούν λαούς τον έναν εναντίον του άλλου κι έτσι να εξασφαλίζουν τη μονιμότητα της απόλυτης κυριαρχίας τους. Αυτή ήταν η τέχνη και η δουλειά των εξουσιαστών και των διπλωματών τους…» έγραφε και ο Μαρξ αναφερόμενος στο πώς συμπεριφέρονταν στην Ελλάδα οι μεγάλες Δυνάμεις.

Εξαιρετικού ενδιαφέροντος είναι η ανάλυση του Ενγκελς για την Τουρκία στη «New York Daily Tribune» στις 7 Απριλίου 1853.

«…Η Τουρκία συνίσταται από τρία ξέχωρα μέρη: τις υποτελείς ηγεμονίες της Αφρικής, την ασιατική Τουρκία και την ευρωπαϊκή Τουρκία…Η ασιατική Τουρκία είναι η πραγματική έδρα της όποιας ισχύος έχει η αυτοκρατορία…Το πραγματικό επίμαχο σημείο είναι η ευρωπαϊκή Τουρκία…Το θαυμάσιο τούτο έδαφος έχει την ατυχία να κατοικείται από ένα συνονθύλευμα διαφόρων φυλών κι εθνικοτήτων -Σλάβοι, Ελληνες, Βλάχοι, Αρναούτηδες (Αλβανοί). Δώδεκα εκατομμύρια άνθρωποι είναι υποταγμένοι σε ένα εκατομμύριο Τούρκους, κι ίσα με μια πρόσφατη ακόμα περίοδο φαινόταν ενδεχόμενο ότι από όλες τούτες τις φυλές οι Τούρκοι ήσαν οι ικανότεροι για να ασκήσουν την κυριαρχία… Οταν όμως βλέπουμε πόσο αξιοθρήνητα απέτυχαν όλες οι εκπολιτιστικές προσπάθειες των τουρκικών αρχών και πώς ο ισλαμικός φανατισμός, στηριζόμενος κυρίως στον τουρκικό όχλο λίγων μεγαλουπόλεων, χρησιμοποίησε πάντοτε τη βοήθεια της Αυστρίας και της Ρωσίας για να αποκτήσει και πάλι ισχύ και να ανατρέψει όποια πρόοδο είχε συντελεστεί, όταν βλέπουμε την κεντρική τουρκική εξουσία να εξασθενίζει χρόνο με το χρόνο εξαιτίας εξεγέρσεων στις χριστιανικές περιοχές…όταν βλέπουμε την Ελλάδα να αποκτά την ανεξαρτησία της και τη Ρωσία να κατακτά τμήματα της Αρμενίας (ενώ Μολδαβία, Σερβία, Βλαχία διαδοχικά γίνονται προτεκτοράτα της), τότε θα υποχρεωθούμε να παραδεχθούμε ότι η παρουσία των Τούρκων στην Ευρώπη αποτελεί πραγματικό εμπόδιο στην ανάπτυξη των δυνατοτήτων της Θρακοιλλυρικής χερσονήσου».

Στη συνέχεια του άρθρου αυτού, ο Ενγκελς αναφέρεται και στους λαούς της «γειτονιάς» μας. «Στη Βοσνία και στην Ερζεγοβίνη οι ευγενείς που είναι σλαβικής καταγωγής, προσηλυτίστηκαν στο Ισλάμ, ενώ η μάζα του λαού παραμένουν ραγιάδες, δηλαδή χριστιανοί…Η κύρια δύναμη του τουρκικού πληθυσμού στην Ευρώπη έγκειται στον όχλο της Κωνσταντινούπολης και λίγων άλλων μεγάλων πόλεων. Ο όχλος αυτός είναι κατά βάση τουρκικός και κερδίζει το ψωμί του δουλεύοντας για Χριστιανούς Κεφαλαιοκράτες, ωστόσο προασπίζει με ζήλο την φανταστική επιρροή του Ισλάμ. …”».

Oσο για τη γνώμη του για τους Αλβανούς γείτονες μας της μετεπαναστατικής Ελλάδας, αυτή σήμερα θα κινδύνευε να θεωρηθεί ρατσιστική:

«Οσο για τις άλλες εθνότητες, πολύ λίγα λόγια χρειάζεται να πούμε για τους Αρναούτηδες. Ενα σκληροτράχηλο κι αρχέγονο ορεσίβιο λαό…Εν μέρει είναι χριστιανοί, εν μέρει μουσουλμάνοι και σύμφωνα με όσα ξέρουμε για αυτούς, ίσαμε τώρα, απροετοίμαστοι για τον πολιτισμό. Οι ληστρικές τους συνήθειες θα αναγκάσουν την οποιαδήποτε γειτονική κυβέρνηση να τους κρατήσει κάτω από σφιχτό στρατιωτικό ζυγό, ώσπου η βιομηχανική πρόοδος στις γύρω περιοχές να τους δώσει απασχόληση με την ιδιότητα του ξυλοκόπου ή προμηθευτή νερού…»

Αλλά και για τους Ελληνες, σε μία παράγραφο του ίδιου άρθρου που ακολουθεί, δείχνει να αμφισβητεί την «ελληνικότητά» τους: «Οι Ελληνες της Τουρκίας είναι ως επί το πλείστον σλαβικής καταγωγής, όμως υιοθέτησαν την σύγχρονη ελληνική γλώσσα. Με εξαίρεση λίγες οικογένειες της Κωνσταντινούπολης και της Τραπεζούντας, είναι τώρα γενικά αποδεκτό ότι πολύ λίγο καθαρό ελληνικό αίμα υπάρχει ακόμα και στην Ελλάδας». Ο μαρξιστής φιλόσοφος Π. Κονδύλης έχει εξηγήσει ότι ο Μαρξ και ο Ενγκελς «ακολουθώντας τον Fallmerayer, του οποίου το έργο υπολήπτονται, πιστεύουν ότι ο σύγχρονός τους ελληνικός πληθυσμός είναι σλαβικής καταγωγής».

Οι Μαρξ και Ενγκελς όμως δεν χαρίζονταν σε κανέναν. Μέσα από τα άρθρα τους είχαν ασκήσει έντονη κριτική στον δυτικό τύπο, στο ρόλο που έπαιξε και στα συμφέροντα που εξυπηρέτησε -ανάμεσα στα άλλα- και για το «ανατολικό ζήτημα». Είναι ενδιαφέρουσα η κριτική που ασκεί ο Μαρξ στον τύπο του Λονδίνο και ειδικά στους «Times» μέσα από άρθρο του στη «New York Daily Tribune» της 11ης Απριλίου 1853: «Στην αρχαία Ελλάδα έλεγαν για όποιον ρήτορα πληρωνόταν για να σωπάσει, ότι έχει ένα βόδι πάνω στην γλώσσα του: το βόδι, ας το διευκρινίσουμε, ήταν ένα ασημένιο νόμισμα φερμένο από την Αίγυπτο. Μπορούμε να πούμε αναφορικά με τους «Times» ότι σε ολόκληρη την περίοδο της αναζωπύρωσης του ανατολικού ζητήματος είχαν ένα βόδι πάνω στη γλώσσα τους…».

Δεν έχει άμεση σχέση με την επανάσταση του 1821 αλλά δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει την αναφορά του Ενγκελς εν έτει 1853 που δείχνει ότι η έφεση των Ελλήνων για το χρηματιστήριο κρατάει από πολύ παλιά: «Υπάρχει όμως κι άλλος ένας σπουδαίος κλάδος του εμπορίου που κι αυτός διεξάγεται από τη Μαύρη Θάλασσα… Το πόση σπουδαιότητα αποκτά αυτό το εμπόριο, και το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας γενικά, το βλέπει κανείς στο χρηματιστήριο του Μάντσεστερ , όπου οι μελαχρινοί Ελληνες αγοραστές αυξάνουν σε αριθμό και σε σημασία κι όπου τα ελληνικά και οι νοτιοσλαβικές διάλεκτοι ακούγονται παράλληλα με τα γερμανικά και τα αγγλικά».

Για την ελληνική επανάσταση ο Μαρξ και ο Ενγκελς αναφέρουν ρητά ότι υποκινήθηκε από Ρώσους πράκτορες που υποστήριξαν τους Ελληνες «προκειμένου η Ρωσία να διαβρώσει την Ευρωπαϊκή Τουρκία». Ακόμα και όσα ακούγονται την περίοδο εκείνη περί «τουρκικής βαρβαρότητας» και «ελληνικού πολιτισμού» πιστεύουν ότι «είναι συνθήματα που διαδίδει η Ρωσία».

Γράφει στη «New York Daily Tribune» της 19ης Απριλίου 1853 ο Ενγκελς: «Η σερβική εξέγερση του 1804 και ο ελληνικός ξεσηκωμός του 1821 υποκινήθηκαν λίγο-πολύ άμεσα από ρωσικό χρυσάφι και ρωσική επιρροή…».

«Ποιος έκρινε τον αγώνα όταν εξεγέρθηκαν οι Ελληνες; Οχι βέβαια οι συνομωσίες και οι ξεσηκωμοί του Αλή πασά στα Γιάννενα, όχι βέβαια η ναυμαχία του Ναβαρίνου, όχι βέβαια η παρουσία του Γαλλικού στρατού στο Μοριά, ούτε οι συνδιασκέψεις και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, παρά ο Ντίμπιτς που προέλασε με τον ρωσικό στρατό μέχρι την κοιλάδα της Μαρίτσας περνώντας τον Αίμο».

Την ελπίδα πολλών Ελλήνων, στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια του νεοσύστατου κράτους, να αναστήσουν το Βυζάντιο, ο Ενγκελς την αποκαλούσε «ονειροφαντασία».

«Οι Ελληνες του λεγόμενου Ελληνικού βασιλείου καθώς και όσοι ζούνε στα νησιά υπό βρετανική κυριαρχία, θεωρούν ως εθνική αποστολή να εκδιώξουν τους Τούρκους απ’ όλα τα μέρη όπου μιλιέται η ελληνική γλώσσα… Φτάνουν μάλιστα να ονειρεύονται και την παλινόρθωση του Βυζαντίου, μολονότι γενικά είναι λαός αρκετά ξύπνιος για να μην πιστεύει σε τέτοια ονειροφαντασία…».

Ο Μαρξ, με την κατεξοχήν δυτική ιδιοσυγκρασία του, μας θυμίζει πολύ τους ξένους διπλωμάτες της Εσπερίας κάθε φορά που πρέπει να ασχοληθούν με κάποιο ελληνικό ζήτημα. Ετσι κι εκείνος μέσα από τα γραπτά του μοιάζει να «πελαγώνει» κάθε φορά που πρέπει να ασχοληθεί με τους Ελληνες και καταφεύγει στον μεθοδικότερο και ψυχραιμότερο Ενγκελς. Στις 3/5/1854 ο Μαρξ, με επιστολή του στον Ενγκελς, του ζητούσε υλικό για να γράψει στην «Tribune».

«Θα με βόλευε πολύ αν έπαιρνα από σένα κάμποσον ανεφοδιασμό για την «Tribune» γιατί ασχολούμαι πολύ με αυτό το βάσανο, την ιστορία του νεοελληνικού κράτους και μαζί τον king Oθωνα, όμως θα μπορέσω να παρουσιάσω το αποτέλεσμα μόλις σε 2 εβδομάδες, ίσως σε μια σειρά άρθρων. Ο Μεταξάς που ήταν Ελληνας πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη και συνομωτούσε εκεί, ήταν κύριο όργανο του infamous Καποδίστρια».

Advertisements

Ελλάδα: ευρώ ναι, μνημόνιο όχι. Κύπρος: ευρώ όχι, μνημόνιο ναι.

Οι Έλληνες κατά του μνημονίου και υπέρ του ευρώ.
Οι Κύπριοι κατά του ευρώ και υπέρ του μνημονίου.
Και στις δύο χώρες, ωστόσο, διογκώνεται η απογοήτευση για την Ευρωζώνη. Στην Ελλάδα τα ποσοστά της αρνητικής γνώμης για την ευρωζώνη και το ευρώ χτυπάνε ρεκόρ.

της Βασιλικής Σιούτη

1363560660-carnival-parade-instead-of-demonstration-against-haircut-in-cyprus_1882823

Λίγες μέρες πριν από την ευρωπαϊκή απόφαση για «κούρεμα» των καταθέσεων στην Κύπρο, οι δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα έδειχναν τις αρνητικές γνώμες για την ευρωζώνη και το ευρώ να εκτοξεύονται σε πρωτοφανή ποσοστά. Σήμερα υπάρχει πλέον η βεβαιότητα από τους περισσότερους πολιτικούς αναλυτές ότι η απογοήτευση από την ευρωζώνη θα διογκωθεί κι άλλο το επόμενο διάστημα, ειδικά μετά και τις κυπριακές εξελίξεις.

Στην Κύπρο αυξάνεται κι εκεί ο ευρωσκεπτικισμός , αν και η πολιτική κουλτούρα τους είναι διαφορετική, όπως και η αντιμετώπιση του ευρώ και του μνημονίου. Δημοσκόπηση που παρουσιάστηκε στο Sigma της Κύπρου την Τετάρτη το βράδυ – η πρώτη που μέτρησε τις αντιδράσεις μετά τα πρόσφατα γεγονότα- ανέφερε ότι το 67,3% των Κυπρίων είναι υπέρ της αποχώρησης από το ευρώ και μόνο 24% είναι υπέρ.

Όπως εξηγεί ο Γιάννης Μαυρής, αυτό δεν ήταν μία έκπληξη γιατί, αν και δεν είναι τόσο γνωστό στην Ελλάδα, «οι Κύπριοι και πριν ήταν κατά του ευρώ και προτιμούσαν τη λίρα. Πάντα είχε απήχηση η πρόταση για επιστροφή σε αυτή. Έχει καταγραφεί και σε παλαιότερη δημοσκόπηση για το ΡΙΚ». «Έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο εθνικό τους νόμισμα. Δεν είναι όπως οι Έλληνες. Αντιθέτως, όμως, οι Κύπριοι ήταν υπέρ του μνημονίου. Στην Κύπρο δεν υπήρχε αντιμνημονιακό κλίμα, αντίστοιχο με αυτό της Ελλάδας, όπου η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών όμως, είναι υπέρ του ευρώ».

Στη χώρα μας, όπου η αποδοχή του ευρώ ήταν από τις υψηλότερες στην ευρωζώνη πριν από μερικά χρόνια, οι αρνητικές γνώμες για την ευρωζώνη και το ευρώ σπάνε κάθε ρεκόρ τελευταία. Σύμφωνα με την πρόσφατη δημοσκόπηση της “public issue” για το «Σκάι» οι αρνητική γνώμη για την Ευρωπαϊκή Ένωση έφτασε το 50% (από 44% τον Σεπτέμβριο) ενώ η θετική έπεσε στο 48% (από το 52%) . Οι αρνητικές γνώμες δηλαδή που αποτυπώνονται πλέον για την Ευρώπη είναι περισσότερες από τις θετικές.

Ακόμα πιο θεαματική είναι η πτώση της δημοφιλίας του ευρώ από τον Φεβρουάριο μέχρι το Μάρτιο, σε διάστημα μόλις ενός μήνα. Η γνώμη υπέρ του ευρώ, από το 70% πήγε στο 59% και η γνώμη κατά του ευρώ, από το 28% έφτασε στο 38%. Αυξήθηκε δέκα ολόκληρες μονάδες σε ένα μήνα. «Τα ποσοστά αυτά είναι πολύ εντυπωσιακά» αναφέρει ο Γιάννης Μαυρής. «Δεν έχει ξαναυπάρξει μέσα σε ένα μήνα τέτοια αλλαγή». Κατά τη γνώμη του τα ποσοστά αυτά έχουν επηρεαστεί από τα αποτελέσματα των Ιταλικών εκλογών, αλλά αν είναι έτσι, τι μπορεί να περιμένει να δει κανείς στις επόμενες δημοσκοπήσεις όπου θα έχει αποτυπωθεί και η επιρροή των κυπριακών εξελίξεων; «Περιμένουμε να ενταθεί ο ευρωσκεπτικισμός και η συζήτηση για το ευρώ. Το θέμα έχει ανοίξει εκ των πραγμάτων» αναφέρει.

Βέβαιη θεωρεί την άνοδο του ευρωσκεπτικισμού σε Ελλάδα και Κύπρο και ο Στράτος Φαναράς της Metron Analysis.
«Οι Κύπριοι έχουν άλλη πολιτική κουλτούρα. Δεν ήταν αντίθετοι με το μνημόνιο, όπως οι Έλληνες. Σήμερα όμως παίζεται το μέλλον της χώρας τους και εξετάζουν όλα τα σενάρια. Αν η λύση για έξοδο από την κρίση απαιτήσει να βγουν από το ευρώ, θα βγουν. Είναι πραγματιστές και δεν λειτουργούν με ιδεολογικά στερεότυπα. Και η αριστερά στην Κϋπρο είναι τελείως διαφορετική. Έχει κουλτούρα διακυβέρνησης. Το ΑΚΕΛ έχει παράδοση διακυβέρνησης ως οιονεί κεντροαριστερό κόμμα, με την έννοια ότι καλύπτει και αυτό τον χώρο».
Ο Στράτος Φαναράς εκτιμά ότι ένας από τους λόγους που θα αυξηθεί ο ευρωσκεπτικισμός στην Κύπρο, είναι η πολιτική της απομόνωσης που της επιβάλλουν , παρ’ ότι εξέλεξαν ως πρωθυπουργό τον πολιτικό με τη μεγαλύτερη αποδοχή από τους ευρωπαίους εταίρους.

Στην Κύπρο καταγράφηκαν ήδη οι πρώτες δηλώσεις πολιτικών από όλα τα κόμματα, ακόμα και από το ΔΗΣΥ, που αφήνουν όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά και δεν αποκλείουν την έξοδο από την ευρωζώνη.
Ο Γ. Λιλλήκας του ΑΚΕΛ δήλωσε ότι εάν οι επιλογές που έχουν είναι να αυτοκτονήσουν ή να βγουν από το ευρώ, δεν θα αυτοκτονήσουν. Αλλά και ο Νικόλας Παπαδόπουλος του ΔΗΚΟ όπως και άλλοι, ανέφερε ότι θα πρέπει να εξεταστεί και η προοπτική της εξόδου. Ακόμα και ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Χρυσόστομος δήλωσε : «Αν είναι να καταστραφεί η Κύπρος, καλύτερα να βγούμε από το ευρώ».

Στην Ελλάδα πάντως, παρ’ ότι το 38% των Ελλήνων, πλέον, δε θέλει το ευρώ, δεν υπάρχει κανένα κόμμα που να προτείνει την έξοδο από την ευρωζώνη. Υπάρχει η τάση του «Αριστερού Ρεύματος» του Π.Λαφαζάνη, που είναι υπέρ αυτής της προοπτικής, αλλά αποτελεί μειοψηφία στο κόμμα της. Στο ΚΚΕ, πάλι μπορεί να είναι γενικά αντίθετοι, αλλά μέχρι σήμερα δεν το έθεταν ως άμεσο ζήτημα.
Ο Π.Λαφαζάνης εκτιμά ότι δημιουργείται ρεύμα στην ελληνική κοινωνία, το οποίο ενδεχομένως να επηρεάσει τις εξελίξεις το επόμενο διάστημα.
«Το λαϊκό ρεύμα που αμφισβητεί τις δομές της ευρωζώνης, αλλά και της ίδιας της Ε.Ε, είναι φυσικό να διογκώνεται εξαιτίας της κλιμακούμενης νεοαποικιακής , νεοφιλεύθερης και βαθιά αντεργατικής πολιτικής τους, η οποία φθάνει ως το σημείο να καταστρέψει ολόκληρες χώρες, όπως η Κύπρος» αναφέρει στον «Ε» ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. «Αυτό το λαϊκό ρεύμα, ίσως, να αποδειχθεί καθοριστικό στη διαμόρφωση πολύ σύντομα προϋποθέσεων μιας βαθιάς, ριζοσπαστικής, προοδευτικής ανατροπής στη χώρα μας, ανατροπή ίσως, που μπορεί να επιταχυνθεί στην Κύπρο λόγω και των τραγικών εξελίξεων στη Μεγαλόνησο».

(δημοσιεύθηκε στον «Επενδυτή»)

Οι «ναι σε όλα» και το ένα «όχι»

Της Βασιλικής Σιούτη
siouti@ependytis.gr

kuprosdiadil_631152260
Δεν είναι τίποτα επαναστάτες οι κύπριοι πολιτικοί. Ούτε ο κυπριακός λαός. Και φυσικά οι πανηγυρισμοί των Ελλήνων για το «όχι» της Κύπρου ήταν και βιαστικοί και επιπόλαιοι. Το «όχι» εκείνο ήταν απλώς το αυτονόητο «όχι στην καταστροφή της χώρας» και απέδειξε ότι η μικρή Κύπρος δε μπορεί να θεωρείται σε κάθε περίπτωση δεδομένη. Κάτι που δεν έκανε μέχρι τώρα η Ελλάδα και που οι πολίτες της, θα ήθελαν -έστω και μια φορά για τα προσχήματα- να έχει πράξει. Οι αντιδράσεις τους για το κυπριακό «όχι» έδειξαν πόσο πολύ το ήθελαν. Όμως…
Οι πανηγυρισμοί ήταν βιαστικοί γιατί όλα έδειχναν ότι ο δρόμος θα είναι μακρύς μέχρι την εξεύρεση λύσης για έξοδο της Κύπρου από την κρίση.
Ήταν επιπόλαιοι γιατί δεν υπήρχε η βεβαιότητα ότι το «όχι» θα ήταν οριστικό, ούτε κανείς γνώριζε ποια θα ήταν η συνέχεια.
Δεν ήταν ηρωικό το «όχι» της Κύπρου. Δεν είχε χαρακτηριστικά αυτοθυσίας για κάποια υψηλά ιδανικά (της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης κτλ ).

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του «όχι» των Κυπρίων ήταν ο πραγματισμός και η κοινή λογική. Και το συμφέρον της Κύπρου. Αλλά μας έκαναν τόσο μεγάλη εντύπωση, όχι μόνο γιατί δεν έχουμε ακούσει ούτε ένα όχι από τα χείλη των δικών μας κυβερνόντων προς τους δανειστές, αλλά και γιατί εδώ στην Ελλάδα, πολύ καιρό τώρα, επικρατεί το αδιανόητο αντί για το αυτονόητο. Η κοινή λογική είναι ζητούμενο και το συμφέρον της χώρας αγνοείται από αυτούς που λαμβάνουν αποφάσεις για το μέλλον της.

Η Κύπρος, ως όφειλε, επιχείρησε να παίξει με όλα τα χαρτιά της. Ακόμα και με την έξοδο από την ευρωζώνη. «Αν οι επιλογές που έχουμε είναι η καταστροφή της χώρας ή η έξοδος από την ευρωζώνη, θα βγούμε» επεσήμαναν κύπριοι πολιτικοί. Είπαν, δηλαδή, το αυτονόητο. Αυτό που στην Ελλάδα δεν τολμάει κανείς ούτε καν να ψελίσσει, από φόβο μην τυχόν και δυσαρεστήσει τους δανειστές.

Στην Ελλάδα δεν έγινε ποτέ μια νηφάλια συζήτηση για την προοπτική εξόδου από την ευρωζώνη, ώστε να ενημερωθούν οι πολίτες για τα υπέρ και τα κατά και να τα ζυγίσουν. Ούτε καν διπλωματικά δε χρησιμοποιήθηκε. Το θέμα αντιμετωπίστηκε με την ίδια ψυχραιμία που αντιμετωπίζουν τον «εξαποδό» οι ακραία θρησκόληπτοι . Κι ας αποτελούσε ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί, ειδικά στην αρχή της ελληνικής κρίσης, αφού οι δανειστές θα είχαν να χάσουν πολλά.

Η κατάσχεση καταθέσεων στην Κύπρο δε θα μπορούσε να μη βρίσκει αντίθετο οποιονδήποτε υπερασπίζεται τα συμφέροντα της, αφού κάτι τέτοιο θα επηρέαζε αρνητικά όλη την κυπριακή οικονομία και θα έβλαπτε τα συμφέροντα των εργαζομένων και της χώρας. Κατά τ’ άλλα, ως μέτρο αναγκαστικής είσπραξης εσόδων είναι πιο δίκαιο από τα μέτρα που εφαρμόστηκαν εδώ, κι ας σπεύδει ο Ευ.Βενιζέλος να καταδικάσει τα ηπιότερα από τα δικά του μέτρα για την Κύπρο. Γιατί εδώ κατασχέθηκαν οι μισθοί και οι συντάξεις, με αποτέλεσμα οι χαμηλοσυνταξιούχοι και οι μισθοσυντήρητοι να δυσκολεύονται ακόμα και να επιβιώσουν. Στην Κύπρο η κατάσχεση αφορά το «περίσσευμα», σχετικά με τους πολίτες.

Όσο για την αποτελεσματικότητα της ελληνικής πειθήνιας στάσης, η ανεργία, τα λουκέτα και η φτώχεια δίνουν την απάντηση για το αν σώθηκαν και ποιοι.

Αυτό που έκανε τους κύπριους πολιτικούς να φανούν πιο αξιοπρεπείς σε σύγκριση με τους δικούς μας, δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά μόνο ότι οι Κύπριοι σκέφτηκαν το συμφέρον της χώρας και επιχείρησαν να ξεφύγουν από τη φάκα της Μέρκελ, ακόμα κι αν στο τέλος δεν τα καταφέρουν. Τουλάχιστον προσπάθησαν.

(δημοσιεύθηκε στον “Επενδυτή”)

Ο έλεγχος της διακυβέρνησης και οι «ανεξάρτητες» αρχές

Της Βασιλικής Σιούτη
siouti@ependytis.gr

images
Ο κίνδυνος «πολιτικού ατυχήματος», όπως αποκαλούν οι κυβερνητικές δυνάμεις αλλά και η τρόικα το ενδεχόμενο πτώσης της κυβέρνησης, δεν έχει πάψει να υφίσταται. Η πολιτική κατάσταση παραμένει «εύθραυστη» γι’ αυτό και οι κατέχοντες την εξουσία φροντίζουν να πάρουν τα μέτρα τους για να τη διατηρήσουν και κυρίως για να την προφυλάξουν από το βασικό αντίπαλο: το ΣΥΡΙΖΑ και τις αντιμνημονιακές δυνάμεις. Ο έλεγχος της διακυβέρνησης και το κλείδωμα κρίσιμων κρατικών πόστων , πέρα ακόμα και από τον προσδόκιμο βίο της κυβέρνησης, αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους τόσο της κυβέρνησης όσο και της τρόικας. Οι δυο τους συγκλίνουν στο στρατηγικό στόχο, την ακύρωση μιας ενδεχόμενης αντιμνημονιακής κυβέρνησης, αλλά υπάρχουν και δευτερεύοντα ζητήματα στα οποία αποκλίνουν.

Η τρόικα θέλει να δημιουργήσει φορείς εξουσίας που να ελέγχονται από την ίδια και τους δανειστές, αλλά να μην επηρεάζονται από την κυβέρνηση, ειδικά όταν και εάν αυτή αλλάξει. Η Ν.Δ φυσικά επιθυμεί να έχει εκείνη τον έλεγχο. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο γενικός γραμματέας Εσόδων, πενταετούς θητείας, στον οποίο η τρόικα θέλει να δοθούν υπερεξουσίες, ενώ η Ν.Δ όχι. Ένα άλλο, είναι το ΤΑΙΠΕΔ για το οποίο Γερμανοί δεν κρύβουν την επιθυμία να φύγει από κάθε ελληνικό-κρατικό έλεγχο.

Και η Ν.Δ όμως και η τρόικα, καθώς και οι υπόλοιποι κυβερνητικοί εταίροι συμφωνούν ότι «δεν πρέπει να χαθεί ο έλεγχος» ακόμα κι αν υπάρξει «αντιμνημονιακή παρένθεση».

Κυβερνητικός βουλευτής, που συμμετέχει ενίοτε και σε συσκέψεις στο Μέγαρο Μαξίμου, συζητώντας με συνάδελφό του ανέφερε πρόσφατα ότι πρέπει να δημιουργηθούν όροι «θεσμικής ασφυξίας» για να αποτραπεί μια ενδεχόμενη αριστερή διακυβέρνηση. «Είτε για να την αποτρέψουμε, είτε ακόμα κι αν πάρουν την εξουσία, να μην έχουν τι να την κάνουν» είπε.
Σε πολιτικό επίπεδο η Ν.Δ αυτό το επιδιώκει με το να εμφανίζει το ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα των άκρων, αλλά και με τα σχέδια παρεμπόδισης κάθε πιθανής συμμαχίας.

Στην κυβέρνηση έχει συζητηθεί σοβαρά και η πιθανή μετάθεση των δημοτικών εκλογών, να μην ισχύσει δηλαδή η πρόβλεψη του νόμου Ραγκούση για κοινή διεξαγωγή ευρωεκλογών και δημοτικών εκλογών, παρά μόνο η πενταετής θητεία. Το ΠΑΣΟΚ ελέγχει πάρα πολλούς δήμους και περιφέρειες και μέσω αυτών συντηρεί ένα μεγάλο «κομματικό στρατό» που εν πολλοίς αποτελεί τη σημερινή βάση του. Αυτή η δύναμη που σήμερα είναι στην υπηρεσία της συγκυβέρνησης, μ’ έναν τρόπο, στις επόμενες εκλογές πιθανόν να μην υπάρχει, ενώ ανησυχούν και μήπως ένα τμήμα της να μετακινηθεί προς το ΣΥΡΙΖΑ. Άρα έχουν κάθε λόγο να καθυστερήσουν, αγοράζοντας χρόνο. Ήδη οι ζυμώσεις έχουν αρχίσει, αν και δεν είναι τόσο εύκολο να πετύχουν τη μετάθεση των δημοτικών εκλογών.

Επίσης, συζητήσεις μεταξύ ορισμένων συνεργατών του πρωθυπουργού γίνονται και για τον εκλογικό νόμο για τον οποίο υπάρχουν διάφορες προτάσεις. Μεταξύ άλλων έχει εκφραστεί η άποψη ότι «ένας νόμος α λα Κουτσόγιωργα» θα ήταν ίσως ο πλέον κατάλληλος για να εμποδίσει το ΣΥΡΙΖΑ να σχηματίσει κυβέρνηση, σε περίπτωση που έρθει πρώτος, όταν γίνουν εκλογές.

Ανάμεσα στα πόστα που η κυβέρνηση θέλει να παραμείνουν ανέπαφα από το ΣΥΡΙΖΑ είναι και οι ανεξάρτητες αρχές, στις διοικήσεις των οποίων επιχειρούν να διατηρήσουν πρόσωπα της επιλογής τους μέχρι το 2018-19. Βέβαια οι «ανεξάρτητες» αρχές δεν είναι ακριβώς ανεξάρτητες, αφού οι διοικήσεις τους μέχρι τώρα επιλέγονταν πάντα κατόπιν παρασκηνιακών διαβουλεύσεων μεταξύ της Ν.Δ και του ΠΑΣΟΚ. Ποτέ δεν υπήρξε δημόσια προκήρυξη των θέσεων αυτών, ούτε διαφάνεια στην επιλογή.
Οι πέντε Ανεξάρτητες Αρχές, οι οποίες είναι και συνταγματικά κατοχυρωμένες, είναι: το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδόμένων, ο Συνήγορος του Πολίτη και η Αρχή διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών.

Σε πολλές από τις Ανεξάρτητες Αρχές έχει λήξει η θητεία των προέδρων, χωρίς αυτοί να έχουν αντικατασταθεί, όπως συμβαίνει στο ΕΣΡ, στην ΑΔΑΕ και στο ΑΣΕΠ, ο ρόλος των οποίων είναι κρίσιμος. Ο λόγος που καθυστερεί η αντικατάστασή τους, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, είναι οι διεργασίες μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων για τη νομή των θέσεων αυτών. Αλλά και σε άλλες αρχές, όπως ο Συνήγορος του Πολίτη ή η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, μπορεί να αντικαταστάθηκαν οι παραιτηθέντες πρόεδροι και να έχουν κλειδώσει οι θητείες τους μέχρι το …2019 αλλά υπάρχει έντονη αμφισβήτηση τόσο από νομικούς όσο και από πολιτικούς κύκλους για τον τρόπο με τον οποίο αυτό επετεύχθη. Στο ΣΥΡΙΖΑ μάλιστα κάποιοι μιλούν ανοιχτά για μεθόδευση.

Σύμφωνα με το νόμο, οι θητείες των προέδρων των Ανεξάρτητων Αρχών είναι έξι έτη. Με διάταξη που είχε φέρει όμως πέρσι στη Βουλή ο Προκόπης Παυλόπουλος, ενώ είχε λήξει ήδη η εξαετής θητεία πολλών προέδρων, επεκτάθηκε «αυτοδικαίως στα 8 έτη» παρότι το ΣτΕ (απόφαση 2074/2011) είχε κρίνει ότι όταν λήγει η ορισθείσα θητεία τους, δεν μπορούν να μείνουν πάνω από 6 μήνες.

Mετά την παραίτηση του Γ.Καμίνη, για να αναλάβει τη δημαρχία της Αθήνας, δεν έγινε εκλογή νέου Συνηγόρου του Πολίτη. Το ΠΑΣΟΚ με τη Ν.Δ αποφάσισαν να τον αντικαταστήσει η βοηθός Συνηγόρου, Καλλιόπη Σπανού, μέχρι τη λήξη της θητείας του, που έληγε πέρσι. Στη συνέχεια ερμήνευσαν ότι ο νόμος Παυλόπουλου που ανέφερε ότι «Για όσα από τα υπηρετούντα μέλη δεν έχουν συμπληρώσει οκταετία, από την αρχική επιλογή τους, η θητεία τους παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση της οκταετίας» μπορεί να εφαρμοστεί και σε αυτή την περίπτωση. Έτσι αποφάσισαν να μην προβούν καν σε επιλογή νέου Συνηγόρου και παρατείνανε τη θητεία της Κ.Σπανού (για την οποία πίεσε ιδιαίτερα ο Γιώργος Παπανδρέου) μέχρι τον Ιούνιο του 2019. b_300_0_16777215_0___plugins_content_imagesresizecache_9085cb418c9ad97ffe469b4ee3c4de71

Είναι χαρακτηριστικό το δημοσίευμα της εφημερίδας «Καθημερινή» στις 2/4/11, που παραθέτει το διάλογο μεταξύ του τότε πρωθυπουργού Γ.Παπανδρέου και του Α.Σαμαρά που ήταν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο Γ.Παπανδρέου τον ρώτησε τι θα κάνουν με τις εκκρεμότητες που υπάρχουν στον Συνήγορο του Πολίτη και στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. «Εμείς είμαστε έτοιμοι. Δική σας είναι η πρωτοβουλία, Γιώργο», απάντησε ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας στο ερώτημα του πρωθυπουργού «τι θα κάνουμε, Αντώνη;». «Οι πληροφορίες λένε» προσέθετε το ρεπορτάζ «ότι έχει συμφωνηθεί ο μεν διάδοχος του κ. Καμίνη να τυγχάνει της στήριξης του ΠΑΣΟΚ, ο δε νέος επικεφαλής της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων μετά τη λήξη της θητείας του κ. Χρ. Γεραρή να προταθεί από τη Νέα Δημοκρατία». Κάπως έτσι έγινε –και γίνεται- η «μοιρασιά».

Στο ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν ότι οι Ανεξάρτητες Αρχές είναι «όμηροι» στα χέρια της κυβέρνησης, που μπορεί με διατάξεις σαν αυτή του Παυλόπουλου, να παρατείνει ή να λήγει θητείες όποτε θέλει. «Δεν είναι τυχαίο ότι ο θεσμός του Συνηγόρου του Πολίτη έχει υποβαθμιστεί τόσο πολύ σε μια εποχή που τα δικαιώματα του πολίτη δέχονται τις μεγαλύτερες επιθέσεις» ισχυρίζονται και αναφέρουν ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την «αλαλία» της Αρχής σχετικά με τα θέματα μετανάστευσης και ιθαγένειας για τα οποία κάποτε ήταν λαλίστατη.
(δημοσιεύθηκε στον “Επενδυτή”)

Ταξίδια ελλήνων δημοσιογράφων και πολιτικών στο Βερολίνο οργανώνει το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών

Της Βασιλικής Σιούτη
siouti@ependytis.gr

Όλο και πιο στενή η «εταιρική σχέση» Ελλάδας Γερμανίας. Κυβερνητικοί αξιωματούχοι πάνε κι έρχονται στο Βερολίνο, ενώ υπογράφονται μνημόνια συνεργασίας ακόμα και μεταξύ ελληνικών και γερμανικών υπουργείων. Όπως αναφέρουν ντοκουμέντα του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, που δεν έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, οι συμφωνίες που έχουν υπογράψει οι ελληνικές κυβερνήσεις με τη γερμανική συμπεριλαμβάνουν από επιχειρηματικά σχέδια και το στενό «μαρκάρισμα» των περιφερειαρχών, μέχρι σεμινάρια ελλήνων δημοσιογράφων στο υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας, αλλά και σχολικά προγράμματα για το ρόλο της Ελλάδας και της Γερμανίας!
αρχείο λήψης

Πριν από τρία χρόνια, στις 5 Μαρτίου 2010, λίγες μέρες πριν από την ανακοίνωση της κηδεμονίας της χώρας από την τρόικα, ο Γιώργος Παπανδρέου και η Άγκελα Μέρκελ αποφάσιζαν «να επεκτείνουν και να εντείνουν την ελληνογερμανική σχέση» -σύμφωνα με τη φράση που χρησιμοποίησε τότε η γερμανική κυβέρνηση. Ο Αντώνης Σαμαράς στη συνάντησή του με τη γερμανίδα καγκελάριο, στις 24 Αυγούστου 2012 συμφώνησε στη συνέχιση του «ελληνογερμανικού προγράμματος».
Είχαν μεσολαβήσει η εκπόνηση οδικού χάρτη συνεργασίας από τον πρώην αν.υπ.Εξωτερικών Δ.Δρούτσα και το γερμανό υφ.Εξωτερικών, Wolf Ruthart Born και στη συνέχεια με τον Guido Westerwelle, καθώς και η συμφωνία ανάμεσα στη Μαριλίζα Ξεκογιαννακοπούλου, που διαδέχθηκε το Δ.Δρούτσα στη θέση του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών, με τον ομόλογό της Wolf Ruthart Born.
Οι συμφωνίες αυτές, ωστόσο, δεν ήρθαν στη βουλή, ούτε δημοσιοποιήθηκαν για αυτό και το ακριβές περιεχόμενό τους δεν έγινε ποτέ γνωστό μέχρι τώρα.

Μετά την ανάδειξη του θέματος από τον «Επενδυτή» τον περασμένο Νοέμβριο, η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Σοφία Σακοράφα , με ερώτησή της στη Βουλή ζήτησε να ενημερωθεί για όσα έχουν συμφωνηθεί μεταξύ της γερμανικής και της ελληνικής κυβέρνησης. Παρότι ο φάκελος με τα στοιχεία που δόθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Εξωτερικών δεν τα περιέχει όλα, περιλαμβάνει ωστόσο ουσιαστικές πληροφορίες για το χαρακτήρα της σχέσης αυτής.

Εκείνο που είναι εμφανές, είναι ότι ο ρόλος της Γερμανίας μέσα από τα κείμενα αυτών των συμφωνιών, θυμίζει ρόλο «προστάτιδας δύναμης» που παραπέμπει σε εποχές εξάρτησης. Κι αυτό γιατί α)σε κάθε κομμάτι της «ελληνογερμανικής συμφωνίας» δεν υπάρχει η αντίστοιχη αμοιβαιότητα. Είναι η Γερμανία που παίζει το ρόλο του «καθοδηγητή» και η Ελλάδα του «καθοδηγούμενου». Στις συμφωνίες που προβλέπεται ανταλλαγή know how είναι μόνο η Γερμανία που δίνει τεχνογνωσία για όλους τους τομείς στην Ελλάδα και σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει θέμα ανταλλαγής . Ούτε ακόμα και σε θέματα όπως η δασοπυρόσβεση, για παράδειγμα, όπου η ελληνική εμπειρία είναι σαφώς ανώτερη από τη γερμανική, ειδικά των ελλήνων πιλότων. β) Με καμία άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της ευρωζώνης δεν έχουν υπογραφεί αντίστοιχες συμφωνίες, παρά μόνο με τη Γερμανία.

Σύμφωνα με τα έγγραφα του ΥΠΕΞ, τον Ιούνιο του 2010, ο Δ.Δρούτσας, ως αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, μαζί με το γερμανό υπουργό, συμφώνησαν για τη δημιουργία ελληνογερμανικής ομάδας εργασίας σχετικά με την επεξεργασία λυμάτων «αποτελούμενη από αρχές, κατασκευαστές και υπεύθυνους λειτουργίας των σχετικών εγκαταστάσεων». Ο κ.Δρούτσας με το γερμανό ομόλογό του είχε συμφωνήσει και για υλοποίηση προγραμμάτων για Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, καθώς και συνεργασία των στελεχών των υπουργείων Ενέργειας των δύο χωρών.

Μεταξύ πολλών άλλων που υπέγραψε με το γερμανό ομολογό του ο Δ.Δρούτσας, όπως αναφέρεται σε ένα από τα έγγραφα του ΥΠΕΞ, η Ελλάδα και η Γερμανία συμφώνησαν να πραγματοποιήσουν σεμινάριο για δημοσιογράφους στο Βερολίνο, τον Οκτώβριο του 2010 με σκοπό «την ενίσχυση των διμερών σχέσεων στον τομέα των ΜΜΕ». Μάλιστα όπως ανέφερε ρητά, η έμφαση θα δινόταν κυρίως σε χρηματοοικονομικά θέματα.

Επίσης, σύμφωνα με τα ντοκουμέντα του ΥΠΕΞ, ο κ.Δρούτσας με τον κ.Wolf Ruthart Born συμφώνησαν «να διοργανώσουν ένα ταξίδι επιφανών ελλήνων παραγόντων» όπου το πλαίσιο συζήτησης θα προσέφερε η Γερμανία και θα αφορούσε θέματα για το περιβάλλον και την ενέργεια. Αλλά κι ένα σχολικό πρόγραμμα με μαθητές από την Ελλάδα και τη Γερμανία συμφώνησαν, όπου τα κύρια αντικείμενα θα ήταν… «η διεθνής πολιτική, ο ρόλος της Ελλάδας και της Γερμανίας στην Ε.Ε και οι τρόποι αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεων της στη θεώρηση των διμερών σχέσεων». Χωρίς αμφιβολία, βαριά θεματολογία για σχολικό πρόγραμμα!

Στα έγραφα της επισκόπησης του ΥΠΕΞ για την ελληνογερμανική συνεργασία το περασμένο έτος, αναφέρεται ότι στις 20 Απριλίου 2012 υπεγράφη μνημόνιο μεταξύ του ελληνικού και του γερμανικού υπουργείου Υγείας και την Task Force. Το μνημόνιο αφορά την πολιτική στο φάρμακο, τη διάγνωση και τη διοίκηση νοσοκομείων καθώς και την αναδιοργάνωση του ΕΟΠΥΥ.
Στην παιδεία, η Γερμανία φαίνεται να ενδιαφέρεται πρωτίστως για την τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση των Ελλήνων, συνδυάζοντας την προφανώς με τον τουρισμό που είναι στις υψηλές προτεραιότητες της.
Στην επισκόπηση αναφέρεται ακόμα ότι:
-Μνημόνιο έχει υπογραφεί και μεταξύ του ελληνικού υπουργείου Εσωτερικών και την Κεντρική Ένωση Δήμων με το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών για τη διοικητική μεταρρύθμιση.
-Η γερμανική κυβέρνηση εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για το πρόγραμμα «ΗΛΙΟΣ» και προχωράει κανονικά την προετοιμασία του πρότζεκτ.
-Το υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας οργάνωσε επίσκεψη 12 ελλήνων δημοσιογράφων στη Γερμανία τον περασμένο Δεκέμβριο.
-Παρομοίως το γερμανικό ΥΠΕΞ οργάνωσε και την επίσκεψη 12 ελλήνων αξιωματούχων στο Μόναχο και το Βερολίνο τον περασμένο Νοέμβριο.
securedownload (1)

Κάποιοι από τους έλληνες δημοσιογράφους έγραψαν και τις εντυπώσεις τους από το ταξίδι στο Βερολίνο και τις επαφές που έκαναν, οι οποίες ανέβηκαν σε γερμανικό σάιτ για τις ελληνογερμανικές σχέσεις. Εκεί αναφέρεται ότι τις προσκλήσεις έλαβαν από τη γερμανική πρεσβεία και ότι το ταξίδι πραγματοποιήθηκε από τις 9-13 Δεκεμβρίου.
Για τους έλληνες αξιωματούχους, δεν υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά ποιους εννοεί, αλλά την ίδια ακριβώς περίοδο επισκέφτηκαν τη Γερμανία οι έλληνες περιφερειάρχες (πλην Κατσιφάρα, Αγοραστού και Γιαννακίδη). Αρχικά επισκέφτηκαν τη Στουτγκάρδη, όπου τους υποδέχθηκε ο Γ.Φούχτελ, και συνέχεια πήγαν στο Βερολίνο. Εκεί ξεναγήθηκαν στη γερμανική καγκελαρία και πραγματοποίησαν επαφές που τους είχαν ετοιμάσει. Την τελευταία μέρα τους δεξιώθηκαν σε επίσημο δείπνο, στο οποίο ο νομάρχης Αττικής, Γ.Σγουρός τόνιζε συνεχώς την «ανάγκη αλληλοκατανόησης» και ευχαρίστησε θερμά τις γερμανικές αρχές για τη φιλοξενία, ενώ προσκάλεσε και την Αγκελα Μέρκελ στην Ελλάδα για «να διαπιστώσει τα βήματα προόδου που έχουν γίνει».
Στην επισκόπηση υπάρχουν αναφορές για τη συνεργασία τους με γερμανούς αξιωματούχους και επισκέψεις στη Γερμανία των Κ.Χατζηδάκη, Ολγα Κεφαλογιάννη και Θ. Παπαθεοδώρου.
Στα έγγραφα του ΥΠΕΞ για την ελληνογερμανική εταιρική σχέση, πληροφορούμαστε ακόμη ότι α) η Γερμανική Ομοσπονδιακή Αστυνομία έχει ενεργή παρουσία στην Ελλάδα «τόσο διμερώς, όσο και στο πλαίσιο στελέχωσης και υποστήριξης της FRONTEX β) έχουν διοργανωθεί πολλά ακόμα σεμινάρια για δημοσιογράφους στο Βερολίνο, τη Φρανκφούρτη και τη Λειψία καθώς και ότι η Γερμανία θα τα συνεχίσει και τα επόμενα χρόνια.

Σύμφωνα με γερμανικές πηγές η συνεργασία επεκτείνεται συνεχώς σε όλους τους τομείς. Πριν από ενάμισι περίπου μήνα ο γερμανός πρέσβης Β.Ντολτ ζήτησε να επισκεφτεί μαζί τον ακόλουθο Άμυνας, γερμανό συνταγματάρχη Ν.Ντρέσκε, τη Σχολή Εθνικής Άμυνας, όπου μίλησε στους έλληνες σπουδαστές για την πολιτική ασφάλειας της Γερμανίας.

Στα θέματα του υπουργείου Υγείας οι Γερμανοί μελετούν πως μπορούν να περικοπούν κι άλλο οι δαπάνες, ειδικά στα νοσήλια. Πριν από λίγο καιρό, μάλιστα, ο γερμανός υπουργός Υγείας Στέφαν Κάπφερερ δήλωσε ότι «όσο λιγότερο χρονικό διάστημα είναι κατειλημμένες οι κλίνες στα νοσοκομεία, τόσο λιγότερες είναι οι δαπάνες» προσθέτοντας ότι «αυτή είναι η πρόκληση».

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της Γερμανίας για την τοπική αυτοδιοίκηση εκφράζεται κυρίως μέσα από τη στενή σχέση που δημιουργούν με τις περιφέρειες. Κάποιοι περιφερειάρχες μάλιστα, είναι ακόμα πιο πρόθυμοι, όπως ο περιφερειάρχης Πελοποννήσου, Π.Τατούλης που έχει προχωρήσει σε επαφές με την περιφέρεια Β.Ρηνανίας Βεστφαλίας με σκοπό τη σύναψη συμφωνιών. Εξίσου ένθερμος υποστηρικτής της ελληνογερμανικής συνεργασίας είναι και ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Γ.Μπουτάρης, που έχει υπογράψει και μνημόνιο συνεργασίας με το δήμαρχο του Αμβούργου.
Ιδιαίτερο γερμανικό ενδιαφέρον υπάρχει και για τους «πέντε ενεργειακούς δήμους» της Μακεδονίας, όπου με έδρα το Αμύνταιο έχουν πραγματοποιηθεί συναντήσεις, αλλά και συνέδριο για τη «παραγωγή και διανομή τηλεθέρμανσης με βιομάζα».
Αντίστοιχο ελληνικό ενδιαφέρον πάντως, δεν αναφέρεται πουθενά στα κείμενα της ελληνικογερμανικής συμφωνίας.
(δημοσιεύθηκε στον “Επενδυτή”)

*Τα ερωτήματα που γεννιούνται διαβάζοντας τα έγγραφα της επισκόπησης για τις ελληνογερμανικές σχέσεις είναι πολλά. Ένα από αυτά είναι σίγουρα το πως και γιατί Έλληνες δημοσιογράφοι επισκέπτονται το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών μετά από συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης με τη γερμανική, η οποία και της το ζήτησε. Υπό άλλες συνθήκες, φυσικά και είναι θεμιτή μία τέτοια επίσκεψη, στο πλαίσιο ενός ρεπορτάζ. Όταν εμπλέκονται οι κυβερνήσεις και αυτή γίνεται αντικείμενο συμφωνιών όμως, υπάρχει θέμα.