Ο τυχαίος θάνατος ενός 19χρονου

της Βασιλικής Σιούτη

image.ashx

Πριν από λίγες μέρες γνωστή καθηγήτρια και συγγραφέας δέχθηκε την οργή εκατοντάδων ανθρώπων, εξαιτίας ενός σχολίου που έσπευσε να κάνει λίγες ώρες μετά το θάνατο του 19χρονου στο Περιστέρι. Η ίδια εξήγησε αργότερα σε άρθρο της, ότι όταν διαπίστωσε το κύμα μίσους που είχε ξεσηκωθεί εναντίον του ελεγκτή που πίεσε τον νεαρό, θέλησε να γράψει το παρακάτω σχόλιο: «Συμπέρασμα: οι ελεγκτές δεν πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους επειδή κάποιος τζαμπατζής θα μπορούσε να πηδήξει έξω από το όχημα;».

Αν προέβλεπε όμως τον “οχετό” που θα εξαπέλυαν εναντίον της, λέει εκ των υστέρων, θα το απέφευγε. Οι ακραίες, ακόμα και φραστικά, επιθέσεις, όπως και η ανθρωποφαγία είναι σε κάθε περίπτωση καταδικαστέες, όμως η γυναίκα αυτή δείχνει να αγνοεί τους λόγους για τους οποίους ξεσήκωσε τόση οργή και απορεί για το τι πραγματικά συνέβη.

Πως γίνεται όμως μια εκπαιδευτικός , που βρίσκεται ανάμεσα σε νέους ανθρώπους, να είναι τόσο ξεκομμένη από την πραγματική (ή την υπόλοιπη) κοινωνία, ώστε όχι μόνο να μην προέβλεψε ότι ένα τέτοιο σχόλιο θα προκαλούσε τη μήνι, αλλά να μην μπορεί να το καταλάβει ούτε μετά, που έχουν καταναλωθεί χιλιάδες λέξεις για να το εξηγήσουν; Πως γίνεται να αποκαλείς “τζαμπατζή” έναν 19χρονο που μόλις έχει χάσει τη ζωή του επειδή δεν είχε εισιτήριο στο τρόλεϊ, την ώρα που η κοινωνία τον θρηνεί σοκαρισμένη;

Οι αστυνομικού τύπου λεπτομέρειες έχουν μικρή σημασία, καθώς τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη αξία από την ανθρώπινη ζωή, πολύ περισσότερο ενός αγοριού που δεν πρόλαβε να κλείσει τα 20.

Δεν ήταν όμως μόνο η θλίψη για τη ζωή που χάθηκε άδικα. Πολλοί ένιωσαν ότι στη θέση αυτού του παιδιού, θα μπορούσε να βρεθεί το δικό τους παιδί ή και οι ίδιοι.
Χιλιάδες άνθρωποι σήμερα, όχι μόνο των φτωχότερων, αλλά και των μεσαίων στρωμάτων που μπορεί να μη ζούσαν στη χλιδή, αλλά μέχρι πρότινος μπορούσαν να διαθέσουν ένα ευρώ και κάτι για το τρόλεϊ, σήμερα δεν το έχουν.
Άλλοι έχουν μείνει άνεργοι, άλλοι ανήκουν στην κατηγορία των απλήρωτων εργαζόμενων, κι άλλοι βγάζουν τόσο λίγα, που τους φτάνουν ίσα για να επιβιώνουν.

Πριν από πέντε χρόνια μπορεί αυτοί που δεν πλήρωναν το εισιτήριο στα ΜΜΜ να ήταν οι τζαμπατζήδες ή οι λίγοι πάμφτωχοι.
Σήμερα όμως, μεγάλο τμήμα του πληθυσμού δυσκολεύεται να βρει το αντίτιμο ενός εισιτηρίου. Και μπορεί να μπουν στο τρόλεϊ ή στο μετρό χωρίς αυτό και να αγωνιούν μην τους πετύχει κάποιος ελεγκτής και τους ταπεινώσει.
Θα έπρεπε να θεωρείται από όλους αυτονόητο ότι σε μια εποχή άγριας φτωχοποίησης ο κάθε ελεγκτής οφείλει να είναι πάνω από όλα άνθρωπος και να μην ευξευτιλίζει τα θύματα της κρίσης.

Δεν έχει σημασία αν εργάζονταν ή όχι οι γονείς του 19χρονου. Ήταν παιδί μια φτωχής οικογένειας -είναι προφανές αυτό- που τα έβγαζε δύσκολα πέρα. Θα μπορούσε να είναι το παιδί οποιασδήποτε οικογένειας που τα βγάζει δύσκολα πέρα.
Άλλοι λοιπόν επειδή βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση κι άλλοι από ευαισθησία, ένιωσαν την ανάγκη να υπερασπιστούν το θύμα.
Όσοι πάλι, ανήκουν σε αυτούς που ούτε σε δύσκολη οικονομική κατάσταση βρέθηκαν, ούτε τη στοιχειώδη ευαισθησία διαθέτουν, θα συνεχίσουν να απορούν για τις αιτίες που γεννάνε την κοινωνική οργή. Και θα προσπαθούν να μας πείσουν ότι θάνατοι σαν του 19χρονου είναι τυχαίοι, παραβλέποντας και τη φτώχεια και την αδικία.

Η διαφωνία δεν αρκεί αν δε φαίνεται

Της Βασιλικής Σιούτη

2012-11-27T131408Z_255518040_BM2E8BR12R101_RTRMADP_3_EUROZONE-GREECE-GERMANY-DEBT.JPG_b2
Όταν πριν από λίγο καιρό, κάποιοι ελβετοί δημοσιογράφοι ζήτησαν από τον γερμανό υπουργό Εξωτερικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, να σχολιάσει ορισμένα αρνητικά δημοσιεύματα που γράφτηκαν για αυτόν στον ελληνικό τύπο, μίλησε για ανοησίες κάποιων εφημερίδων και για μεμονωμένες περιπτώσεις. Στη συνέχεια τους αποστόμωσε, δηλώνοντας τους πως όταν η ελληνική Βουλή ψήφισε για τις απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, στην Αθήνα διαδήλωσαν μόνο 3.000 άνθρωποι. Και για εκείνον αυτό είναι που έχει σημασία. Ότι τα μέτρα εφαρμόζονται και η ελληνική κοινωνία δεν αντιδρά.
Είναι όμως έτσι; Και που ξέρει ο Σόιμπλε πόσοι Έλληνες κατεβαίνουν στις διαδηλώσεις, αφού όπως είχε πει -στους ίδιους δημοσιογράφους- δεν ασχολείται με το τι γράφουν οι εφημερίδες (ειδικά οι ελληνικές) γιατί έχει σοβαρές δουλειές να κάνει;
Κι όμως, ο Σόιμπλε γνωρίζει πολύ καλά πόσοι βγαίνουν στους δρόμους, καθώς ζητά πληροφόρηση από τους συνεργάτες του, ώστε να έχει ιδία άποψη για το κατά πόσο αντέχουν οι Έλληνες. Για αυτό και σε όποιον του λέει ότι η πολιτική αυτή δεν είναι αποδεκτή στην Ελλάδα, του απαντά με αυταρέσκεια να πάει να δει πόσοι είναι αυτοί που διαμαρτύρονται.

Ακόμα και όταν κάποιες -ελάχιστες- φορές οι εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης στις συναντήσεις που έχει μαζί τους, πάνε να του ψελλίσουν ότι «ο ελληνικός λαός δεν αντέχει άλλα βάρη», τους αγνοεί σχεδόν επιδεικτικά, πιστεύοντας ότι υπερβάλλουν.
Το περίφημο «success story» ήταν γερμανικό επικοινωνιακό εφεύρημα για την προεκλογική καμπάνια της Μέρκελ . Εκείνοι αποφάσισαν να παρουσιάσουν την αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος ως γερμανικό «success story». Το μήνυμα ήταν «στην Ελλάδα τα καταφέραμε». Άρεσε όμως, στο επιτελείο του Σαμαρά και το υιοθέτησαν κι εκείνοι με τα γνωστά αποτελέσματα. Για να πείσουν, ωστόσο, στη Γερμανία για το «success story» θα έπρεπε να μην κουνηθεί φύλλο στην Ελλάδα μέχρι τις γερμανικές εκλογές. Κι αυτό τους έδωσαν να το καταλάβουν καλά στην κυβέρνηση, η οποία έκανε και κάνει ότι μπορεί για να τους ικανοποιήσει.
Το ερώτημα είναι: θα έπρεπε; Είναι αυτό προς το δικό της συμφέρον; Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι η κυβέρνηση Σαμαρά θέλει διακαώς να διαπραγματευθεί με τη Γερμανία και να την πιέσει να υποχωρήσει, πόσες πιθανότητες έχει να το πετύχει με έναν λαό που δεν αντιδρά και αποδέχεται κάθε νέο σκληρότερο μέτρο αδιαμαρτύρητα;

Γνωρίζουμε καλά όλοι εδώ ότι η ελληνική κοινωνία φτωχοποιείται και τα δύο τρίτα της αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες. Τα φτωχότερα στρώματα εξαθλιώνονται και μεγάλο τμήμα του πληθυσμού αγωνίζεται για την επιβίωση πλέον. Δεν είναι οι 3 χιλιάδες και κάποιες «συντεχνίες» μόνο, που διαφωνούν, όπως (θέλει να) πιστεύει ο Σόιμπλε. Είναι εκατομμύρια, αλλά είναι απελπισμένοι, απογοητευμένοι, σε απόγνωση.
Κάποιοι τους έχουν πείσει ότι δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα. Δεν είναι έτσι όμως. Σε αυτή την περίπτωση ο Σόιμπλε δεν θα ενδιαφερόταν να μαθαίνει πόσοι έλληνες κατεβαίνουν στους δρόμους. Κι αν έβλεπε να είναι εκατομμύρια, δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η πολιτική του εγκρίνεται από τον ελληνικό λαό. Αλλά και η διαπραγματευτική ικανότητα της χώρας θα μεγάλωνε, αν έβλεπαν οι Γερμανοί ότι υπάρχει αντίδραση.
Συμπέρασμα: Η ελληνική κοινωνία δεν αρκεί να διαφωνεί με την πολιτική που επιβάλλουν οι δανειστές. Πρέπει και να το δείχνει.

(δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Επενδυτής)