Προσφυγικό: στην Ελλάδα ο κίνδυνος, στη Γερμανία ο έλεγχος

μέρκελ

Της Βασιλικής Σιούτη

(δημοσιεύθηκε στο MarketFair)

Η γερμανική κυβέρνηση φημίζεται ότι προβλέπει τα πάντα, αλλά αυτή τη φορά αιφνιδιάστηκε και δεν της άρεσε καθόλου. Η γερμανική πολιτική ηγεσία υποτίμησε την ένταση και την έκταση των προσφυγικών ροών προς την Ευρώπη και όταν πριν από λίγο καιρό αντιλήφθηκε το μέγεθος τους, φοβήθηκε ότι μπορεί να χαθεί ο έλεγχος.

Πριν από μερικούς μήνες η Άνγκελα Μέρκελ δήλωνε ότι καταλάβαινε το δράμα των ανθρώπων εκείνων που αναζητούν μια καλύτερη ζωή στη Γερμανία, αλλά η χώρα της δεν μπορεί να τους χωρέσει όλους. Στη συνέχεια όμως αποφάσισε να δείξει ένα πιο ανθρωπιστικό πρόσωπο, αφήνοντας τα σύνορα ανοιχτά για να φτάσουν οι άνθρωποι αυτοί στη Γερμανία.
Το «Δεν χωράνε όλοι» έγινε «Μπορούμε να τα καταφέρουμε». Ακολούθησε η βεβιασμένη επίσκεψη στην Τουρκία για την οποία της ασκήθηκε κριτική στη χώρα της, μετά η μίνι σύνοδος και σήμερα μοιάζει να επικρατεί πανικός, για αυτό και η νέα γραμμή της γερμανικής κυβέρνησης στο προσφυγικό είναι «Να μην χάσουμε τον έλεγχο».

Στις κυβερνητικές συσκέψεις που έγιναν στις αρχές του φθινοπώρου για το προσφυγικό ζήτημα , ακούστηκε πολύ σκληρή κριτική για την κυβέρνηση Τσίπρα, την οποία κάποιοι γερμανοί αξιωματούχοι κατηγορούσαν ως υπαίτια για την αύξηση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, λόγω «χαλαρής στάσης και πολιτικής ανοιχτών συνόρων» .
Εδώ και λίγες μέρες παρόμοια κριτική ασκείται πλέον και για την ίδια την γερμανίδα καγκελάριο. Την κατηγορούν ότι , αγνοώντας τις δυνατότητες της χώρας και χωρίς να έχει υπάρξει προετοιμασία, αποφάσισε μόνη της να ανοίξει τα σύνορα για να περάσουν εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες στη χώρα, επειδή θεώρησε ότι αυτή είναι η ηθική στάση. Το σκληρό δεξιό τμήμα του κόμματός της, οι εταίροι χριστιανοκοινωνιστές αλλά και οι ευρωσκεπτικιστές της αντιπολίτευσης της ασκούν πολύ έντονη κριτική. Οι τελευταίοι μάλιστα, έχουν μετατραπεί σε ένα ξενοφοβικό ακροδεξιό κόμμα και εκμεταλλευόμενοι το προσφυγικό, φαίνεται να ανεβάζουν τα ποσοστά τους σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, ενώ η δημοτικότητα της γερμανίδας καγκελαρίου πέφτει.

Ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμάγερ επισκέφτηκε την Αθήνα κυρίως για το προσφυγικό, αλλά και για να ασκήσει με τη σειρά του και αυτός πίεση σχετικά με την εφαρμογή του μνημονίου.
Παρά την πρόσφατη δέσμευση της ελληνικής κυβέρνηση να συνδράμει στη διευκόλυνση της Ευρώπης και στην κοινή αντιμετώπιση του προσφυγικού, αναλαμβάνοντας μία τεράστια ευθύνη που ενέχει και τον κίνδυνο εγκλωβισμού στην Ελλάδα εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών, ο Αλέξης Τσίπρας όχι μόνο δεν έχει λάβει κάποιο αντάλλαγμα όπως φημολογούνταν στην κυβέρνηση, αλλά δεν έχει εξασφαλίσει ούτε καν τα απαραίτητα κονδύλια για αυτά που τον ανάγκασαν να δεσμευτεί.

Οι φήμες περί χαλάρωσης του μνημονίου λόγω προσφυγικού διαψεύστηκαν και από τον Βάλτερ Σταϊνμάγερ, όπως είχαν διαψευστεί και από τον εκπρόσωπο της καγκελαρίου, αλλά και από τον Βάλντις Ντομπρόβσκις.
Όταν ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε να παραπονεθεί στον γερμανό ΥΠΕΞ για τη δυσκολία κάποιων μέτρων, εκείνος του απάντησε : «Ξέρατε τι υπογράψατε». Χρησιμοποίησε δηλαδή το ίδιο επιχείρημα που έλεγαν πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές («ο κόσμος ήξερε ότι ψήφισε μνημόνιο») . Του είπε επίσης, με διδακτικό ύφος, ότι έτσι είναι οι μεταρρυθμίσεις, στην αρχή μοιάζουν δύσκολες αλλά μετά αποδίδουν καρπούς. Όταν η συζήτηση πήγε στο χρέος, ξέκοψε το θέμα, λέγοντας : «Όπως τα συμφωνήσαμε, πρώτα οι μεταρρυθμίσεις». Ο Βάλτερ Σταϊνμάγερ έθιξε και το ζήτημα της εμπιστοσύνης, υποστηρίζοντας ότι αυτή κερδίζεται με πράξεις.

Όταν πάντως ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε στον γερμανό υπουργό Εξωτερικών για το προσφυγικό, λέγοντας του ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα που υπερβαίνει τις δυνατότητες της Ελλάδας να το διαχειριστεί, ο κ. Σταϊνμάγερ έδειξε κατανόηση -τουλάχιστον στα λόγια- και είπε ότι η Ελλάδα θα βοηθηθεί άμεσα για αυτό – αποσυνδέοντας το όμως εντελώς από το μνημόνιο.

Λίγο νωρίτερα, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, είχε δηλώσει κι εκείνος ότι θεωρεί καθήκον τη βοήθεια στους πρόσφυγες, αλλά πρόσθεσε ότι η βοήθεια αυτή δεν μπορεί να είναι χωρίς όρια. Τα «όρια» φαίνεται ότι είναι η λέξη κλειδί για την πολιτική στρατηγική της Γερμανίας στο προσφυγικό. Είναι επίσης μία λέξη που αρέσει στους γερμανούς πολίτες ειδικά σε εκείνους που ασκούν πιέσεις στην Άνγκελα Μέρκελ για μία πιο αυστηρή πολιτική. «Όλοι ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον στην Ευρώπη» είπε ο Σόιμπλε, αλλά υποστήριξε ότι πρέπει να ξέρουν ποιοι μπορούν να γίνουν δεκτοί και ποιοι όχι.

Δεν τα είπε τυχαία αυτά ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, καθώς η Γερμανία προσανατολίζεται στο να δέχεται μόνο πρόσφυγες και όχι μετανάστες και οι πληροφορίες λένε ότι θα επιμείνει στον διαχωρισμό αυτό.
Ο Βάλτερ Σταϊνμάγερ ζήτησε από την Ελλάδα να σκεφτεί ευρωπαϊκά και να συμβάλει να δοθεί ευρωπαϊκή λύση στο πρόβλημα, αλλά δεν φτάνει να το κάνει μόνο η Ελλάδα αυτό, αφού ο κίνδυνος μετατροπής της χώρας σε ένα τεράστιο στρατόπεδο εγκλωβισμένων προσφύγων (αν οι άλλες χώρες κλείσουν τα σύνορά τους όπως απειλούν) παραμένει υπαρκτός και δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Η ανάγκη συνεννόησης με την Τουρκία, που έθεσε ξανά η ελληνική κυβέρνηση, ώστε να μεταφερθεί εκεί το βάρος της διαχείρισης, γίνεται κατανοητή, αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει τρόπος να εξαναγκαστεί η Τουρκία εάν δεν θελήσει να συνεργαστεί και να συναινέσει.

Μπορεί ο πρωθυπουργός μετά τη μίνι σύνοδο να προσπάθησε να εξωραΐσει την κατάσταση, μιλώντας για «Ουσιαστική συμβολή στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας» από την επιδότηση του ενοικίου 20.000 προσφύγων, αλλά οι φόβοι του αρμόδιου υπουργού Γιάννη Μουζάλα που εξομολογήθηκε: «Ζω και κοιμάμαι με τον φόβο ενός σκηνικού εγκλωβισμού των προσφύγων στην Ελλάδα» μοιάζει να είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης και το προσφυγικό πιέζουν την κυβέρνηση.

πρόσφυγες

Της Βασιλικής Σιούτη
(δημοσιεύθηκε στα “Επίκαιρα”)

Σε ασφυκτικό κλοιό βρίσκεται πλέον η κυβέρνηση, αφού από τη μία υπάρχει η εμπλοκή με τα ανοιχτά -πλην όμως εξαιρετικά επώδυνα-θέματα που πρέπει να κλείσουν για να υπάρξει επιτυχής αξιολόγηση και από την άλλη το προσφυγικό πρόβλημα, για το οποίο αρκετά μέλη της κυβέρνησης δεν κρύβουν τον προβληματισμό και την αγωνία τους.
Λύση χωρίς κοινωνικό κόστος, τόσο στα κόκκινα δάνεια όσο και στο ασφαλιστικό δεν φαίνεται να μπορεί να βρει η κυβέρνηση. Ούτε ανώδυνα ή κοινωνικά δίκαια ισοδύναμα κατάφερε να βρει όπως προσδοκούσε.

Οι δανειστές για το μόνο που ενδιαφέρονται και τους επισημαίνουν συνεχώς είναι να μην βγουν έξω από τους στόχους του μνημονίου αν και υποτίθεται ότι τους έχουν δώσει την ελευθερία της επιλογής ισοδυνάμων. Στην πραγματικότητα όμως, περιμένουν ότι η κυβέρνηση θα φτάσει στο τέλος -αν θέλει να κλείσει η αξιολόγηση, να αποδεχθεί τη δική τους ατζέντα με την τεχνογνωσία και την κλασική συνταγή του ΔΝΤ. Κι αυτό γιατί το έργο των ισοδυνάμων που δεν βρίσκονται το έχουν δει πολλές φορές ως τώρα , από την πρώτη κιόλας περίοδο του μνημονίου, επί κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου.

Ωστόσο, σήμερα η διαδικασία αφορά μέτρα που δεν κατάφερε να περάσει ούτε η δεξιά κυβέρνηση Σαμαρά και οι δανειστές ελπίζουν ότι θα τα καταφέρει να τα περάσει ο Τσίπρας. Την ανάγκη τήρησης των συμφωνηθέντων και γρήγορα, επισήμανε στον Αλέξη Τσίπρα τόσο ο γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ όσο και ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν Βάλντις Ντομπρόβσκις, που ήρθε στην Αθήνα αποκλειστικά και μόνο για να πιέσει προς αυτήν την κατεύθυνση, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν βλέπει με καθόλου καλό μάτι την καθυστέρηση που σημειώνεται.

Σε εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα όμως εξελίσσεται από μέρα σε μέρα και το μεταναστευτικό, με πολλούς υπουργούς να φοβούνται ότι μπορεί να χαθεί ο έλεγχος αν δεν ληφθούν γρήγορα αποφάσεις.
Παρά τις δηλώσεις περί ικανοποίησης που εξέφρασε ο Αλέξης Τσίπρας μετά τη μίνι σύνοδο για το μεταναστευτικό, γνωρίζει καλά όπως όλοι, ότι πάλι αυτό που ήθελε η γερμανική κυβέρνηση αποφασίστηκε. Ιδιαίτεροι φόβοι εκφράζονται και για τυχόν αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας (ακόμα και από τον πολιτικό χώρο του κυβερνητικού του εταίρου) για αυτό και επιχειρήθηκε να περάσει η εικόνα ότι κάτι πολύ χειρότερο ανατράπηκε, όπως η δημιουργία μιας πόλης μεταναστών στην Ελλάδα. Στην πραγματικότητα όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, ποτέ δεν υπήρξε τέτοια πρόταση από την Κομισιόν, ούτε από την Γερμανία.

Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε ως «νίκη» και ως ελληνική πρόταση την επιδότηση ενοικίου από την Ευρώπη για 20.000 πρόσφυγες στην Ελλάδα υποστηρίζοντας ότι « η πρόταση αυτή αποτελεί μια ουσιαστική συμβολή στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας».

Τόσο η γερμανική κυβέρνηση πάντως, όσο και πολλές άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, βλέπουν με ιδιαίτερη καχυποψία -αν όχι με ενόχληση- την ελληνική κυβέρνηση, την οποία κατηγορούν σε μεγάλο βαθμό υπαίτια, υποστηρίζοντας ότι έδωσε το σήμα των ανοιχτών συνόρων και της χαλαρής αντιμετώπισης , με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ροή περισσότερο από το αναμενόμενο. Στην γερμανική κυβέρνηση αυτό, αν και δεν λέγεται δυνατά, είναι κάτι που έχει ειπωθεί σε πολλές κυβερνητικές συσκέψεις για το μεταναστευτικό. Τα ίδια λέχθηκαν και στο πρόσφατο συνέδριο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), στη Μαδρίτη, όπου συμμετείχαν πολλοί εκπρόσωποι δεξιών κυβερνήσεων. Εδώ και λίγες μέρες πάντως, αντίστοιχη κριτική περί χαλαρής στάσης, αρχίζει να δέχεται (από τους χριστιανοκοινωνιστές της Βαυαρίας και όχι μόνο) και η Άγκελα Μέρκελ

Αυτή τη στιγμή στη Γερμανία το προσφυγικό είναι το νούμερο ένα πρόβλημα, για την γερμανική κοινωνία, κάτι που αντικειμενικά ασκεί πίεση στην Μέρκελ.
Το τελευταίο διάστημα η γερμανίδα καγκελάριος έχει εγκαινιάσει μία σειρά πρωτότυπων συναντήσεων. Κάτι σαν περιοδείες σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας, οι οποίες διαρκούν κάπου δύο ώρες και σε αυτές συνομιλεί με περίπου εκατό γερμανούς πολίτες που της μιλάνε για όσα τους απασχολούν και εκείνη τους ακούει και τους απαντάει. Οι συναντήσεις αυτές μεταδίδονται ολόκληρες από τη γερμανική τηλεόραση και φέρουν τον τίτλο « Να ζεις καλά στη Γερμανία». Η τελευταία και πρόσφατη συνάντηση ήταν στη Νυρεμβέργη, όπου οι περισσότεροι Γερμανοί εκδήλωναν την ανησυχία τους για το προσφυγικό, για το οποίο δέχθηκε και τις περισσότερες ερωτήσεις. Σε αυτήν την τελευταία συνάντηση, η Μέρκελ αποκάλυψε και την στρατηγική της κυβέρνησης της για το θέμα αυτό.
Τους είπε ότι η Γερμανία θα κρατήσει μόνο όσους πρόσφυγες πληρούν τις προϋποθέσεις για να μείνουν στην χώρα. Αυτοί θα μάθουν την γερμανική γλώσσα, θα τους βρουν δουλειά και θα ενταχθούν στην κοινωνική ζωή της χώρας. Οι υπόλοιποι, όπως και όσοι είναι οικονομικοί μετανάστες δεν θα μείνουν, είπε η Ανγκελα Μέρκελ κάνοντας ξεκάθαρο τον διαχωρισμό. Επίσης έδωσε μεγάλη έμφαση στο ότι όλα αυτά θα γίνουν ταχύτατα από εδώ και πέρα.

Η προστασία της Γερμανίας και της Ευρώπης όμως, υπάρχει κίνδυνος να μετατρέψει την Ελλάδα σε χώρο κράτησης προσφύγων και το προσφυγικό να λάβει ανεξέλεγκτες κι εκρηκτικές διαστάσεις στη χώρα.
Οι εκπρόσωποι της γερμανικής κυβέρνησης διαψεύδουν πάντως, ότι υπάρχει οποιοδήποτε πολιτικό παζάρι που συσχετίζει το προσφυγικό με την εφαρμογή του μνημονίου, όπως ευελπιστούν κάποιοι στην ελληνική κυβέρνηση.
Στη Γερμανία η φράση που κυριαρχεί σχετικά με το προσφυγικό είναι «Να μην χάσουμε τον έλεγχο».

Η διγλωσσία του Αλέξη Τσίπρα

τσιπρόφατσα
Της Βασιλικής Σιούτη

(δημοσιεύθηκε στο MarketFair)

Ο Αλέξης Τσίπρας είναι άθεος, αλλά είναι και με την εκκλησία, θα κυνηγήσει την φοροδιαφυγή, αλλά κλείνει το μάτι στους φοροφυγάδες, εναντιώνεται στα προνόμια των βουλευτών, αλλά δεν καταργεί κανένα, είναι αντίθετος με τους άδικους φόρους, αλλά τους πολλαπλασιάζει. Είναι με τον λαό που δεν θέλει το μνημόνιο, αλλά και με αυτούς που θέλουν τις μεταρρυθμίσεις του μνημονίου. Είναι στην ομάδα της ευρωαριστεράς αλλά είναι και με τους σοσιαλδημοκράτες.

Το φαινόμενο της διγλωσσίας στην ελληνική πολιτική ζωή δεν είναι πρωτόγνωρο, ούτε καινούργιο. Είναι παλιό. Η διγλωσσία του Αλέξη Τσίπρα όμως, έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και τείνει να γίνει παροιμιώδης.

Το 2012, όταν οι λαϊκές αντιδράσεις ενάντια στις πολιτικές αποφάσεις που λήφθηκαν κορυφώνονταν και το ΠΑΣΟΚ αποδεκατιζόταν, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε μία πολύ φιλολαϊκή γλώσσα και συμπεριφορά, προκειμένου να προσελκύσει τα απογοητευμένα πλήθη. To target group ήταν κυρίως το λαϊκό και πατριωτικό ΠΑΣΟΚ που έμενε κομματικά άστεγο, για αυτό και ο Αλέξης Τσίπρας άρχισε να μιμείται την εκφορά του λόγου του Ανδρέα Παπανδρέου και να λέει αυτά που πίστευε ότι θα έπιαναν στο κοινό αυτό. Την ίδια στιγμή έκλεινε το μάτι στα κοινωνικά και επαγγελματικά στρώματα που ένιωθαν εγκαταλελειμμένα από το ΠΑΣΟΚ και έψαχναν έναν «σωτήρα» να τους γλιτώσει από τον τυφώνα που είχε αρχίσει να πλήττει την ελληνική κοινωνία.

Στο πλαίσιο αυτής της τακτικής υιοθέτησε ένα έντονα λαϊκιστικό προφίλ , τάζοντας στους πάντες τα πάντα. Χωρίς σχέδιο. Χωρίς στρατηγική. Χωρίς όραμα.

Ο επιχειρηματικός κόσμος της χώρας, όπως ήταν λογικό, αρχικά τρόμαξε. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν αποφασίσει να προσκολληθούν στους δανειστές σπεύδοντας να βρουν επαφή με την τρόικα. Θεώρησαν ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να αλλάξουν πολλά προς την πλευρά που επιθυμούσαν και οι ίδιοι, αλλά και να προωθήσουν την δική τους ατζέντα. Κάποιοι άλλοι έβλεπαν ότι θίγονται και ορισμένα επιχειρηματικά ελληνικά συμφέροντα με τα μέτρα που προωθούσε η τρόικα και έψαχναν απεγνωσμένα να δουν τι θα κάνουν.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να τους ικανοποιήσει όλους. Αρχικά ήταν ο Γιώργος Σταθάκης και ο Γιάννης Δραγασάκης που ανέλαβαν να καθησυχάσουν τον επιχειρηματικό κόσμο. Αυτοί ήταν οι συνομιλητές τους για λογαριασμό του ΣΥΡΙΖΑ και είναι γεγονός ότι κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό να τους καθησυχάσουν. Βιομήχανοι, εφοπλιστές και τραπεζίτες, εξέφραζαν συχνά την ικανοποίηση τους από όσα τους έλεγαν τα συγκεκριμένα στελέχη, κάποιες φορές και δημόσια.
Στη συνέχεια, όταν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, εκτίμησε ότι ο λαός θα την ακολουθούσε έτσι κι αλλιώς, αφού δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική, αποφάσισε να κάνει ένα βήμα παραπάνω, ως προς την προσέγγιση του επιχειρηματικού κόσμου. Για να σταματήσουν να τον φοβούνται. Για να πάψουν να βάζουν κάποιοι εμπόδια και γιατί όχι; Ακόμα και να συνεργαστούν. Το σήμα δόθηκε με την παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στον ΣΕΒ αλλά και την κοινή εμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα με τον τότε πρόεδρο του ΣΕΒ, Δημήτρη Δασκαλόπουλο, ο οποίος δεν έκρυβε την συμπάθειά του.

Τι είχε συμβεί; Έγιναν αριστεροί οι επιχειρηματίες της χώρας; Φυσικά και όχι. Αυτό που συνέβη ήταν ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ τους είχε πείσει ότι όσα λέει στο μπαλκόνι είναι για να κατευνάσει τα λαϊκά πάθη και να καθησυχάζει το αριστερό τμήμα του κόμματος. Τους είχε διαβεβαιώσει ότι δεν είναι καθόλου στις προθέσεις της οποιαδήποτε σύγκρουση με την Ευρώπη καθώς και ότι επιθυμεί και η ίδια τις μεταρρυθμίσεις. Ένα μεγάλο τμήμα του επιχειρηματικού κόσμου, που ήταν θυμωμένο με τον Αντώνη Σαμαρά, άλλοι γιατί δεν μοίραζε καλά την πίτα που μίκραινε και άλλοι γιατί δεν τον έβλεπαν αποφασιστικό με τις μεταρρυθμίσεις, αποφάσισαν να ποντάρουν στον Αλέξη Τσίπρα.

Από τότε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ μιλούσε σταθερά δύο διαφορετικές γλώσσες. ¨Άλλα έλεγε στον λαό και στο κόμμα του και άλλα στους επιχειρηματίες. Όταν μάλιστα κάποιες φορές σε εσωκομματικές διεργασίες ορισμένοι από την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται για τις σχέσεις με τους επιχειρηματίες, τα επιχειρήματα τους ήταν περίπου σαν αυτά που λέγονταν προς εκείνους αλλά αντίστροφα: ότι δηλαδή τους λένε και μία φιλική κουβέντα παραπάνω, ώστε να τους καθησυχάζουν και να μην αρχίσουν την «αντεπανάσταση».
Το πρώτο διάστημα της διακυβέρνησης τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν. Όσο όμως δεν αποφάσιζε η κυβέρνηση που θα πάει, μπορούσε να συνεχίζει να παίζει και στα δύο ταμπλό. Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου και η εκκαθάριση της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ ικανοποίησε και έπεισε μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού κόσμου ότι ο Τσίπρας ήταν αυτός που ήθελαν και ότι σύντομα θα προχωρήσει στις σαρωτικές μεταρρυθμίσεις που αναμένουν.
Την ίδια στιγμή ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ διαβεβαίωνε το κόμμα του ότι το τρίτο μνημόνιο ήταν απλώς ένας «τακτικός συμβιβασμός» και ότι κανένα από τα αντιλαϊκά μέτρα που ψήφισε η κυβέρνηση του δεν πρόκειται να εφαρμοστεί στην πράξη.

Περίπου τα ίδια έκανε και με τους Ευρωπαίους. Τους διαβεβαίωνε ότι δεν θέλει τη ρήξη, αλλά ήταν η αριστερή πτέρυγα που τον πίεζε και δεν μπορούσε να εφαρμόσει όσα του ζητάνε. Τους άφηνε να πιστεύουν ότι θα συνεργαστεί με το Ποτάμι, όπως ήθελαν, ενώ η πρώτη του επιλογή ήταν πάντα ο Καμμένος. Τώρα που ψήφισε το τρίτο μνημόνιο και «ξεφορτώθηκε» όσους δεν συναίνεσαν, οι Ευρωπαίοι περιμένουν να εφαρμόσει όσα τους είπε. Όχι ακριβώς όλοι βέβαια, μια και ο Σόιμπλε παραμένει δύσπιστος και είναι βέβαιος ότι θα δικαιωθεί κόντρα στους Γάλλους και στους «καλόπιστους».

Για δέκα μήνες ο Τσίπρας κατάφερε να πατάει σε δύο βάρκες, χωρίς να πέσει στο νερό. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της πολιτικής διακυβέρνησης του όλο αυτό το διάστημα ήταν η αναβλητικότητα. Δεν κυβερνούσε. Δεν έπαιρνε μέτρα. Δεν πήγαινε ούτε εμπρός, ούτε πίσω. Έτσι μπορείς να κρατηθείς για λίγο χωρίς να πέσεις στο νερό. Αυτό συνήθως δεν κρατάει για πολύ. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ όμως πιστεύει ότι μπορεί να κρατήσει και το μοντέλο είναι το ΠΑΣΟΚ. Αλλά εκείνες ήταν άλλες εποχές.

Ο Τσίπρας στη Νέα Υόρκη

Της Βασιλικής Σιούτη

τσιπστασηκλιντ

Αυτό που έμεινε κυρίως από το ταξίδι του Τσίπρα στη Νέα Υόρκη δεν ήταν άλλο από τη δημόσια συζήτηση με τον Μπιλ Κλίντον, που οργάνωσε για αυτόν η Γιάννα Αγγελοπούλου, γενναιόδωρη χορηγός του ιδρύματος του πρώην αμερικανού προέδρου.
Και ήταν εξαιρετικά αποκαλυπτική η εμφάνιση του αυτή, καθώς για πρώτη φορά ο καθένας είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει πως εκπροσωπεί τη χώρα στα δημόσια φόρα ο έλληνας πρωθυπουργός.
Η αποκάλυψη δεν αφορά καθόλου στη μετάλλαξη του, γιατί αυτή έχει συντελεστεί εδώ και πολύ καιρό, αλλά στο πως ανταποκρίνεται στο νέο ρόλο που φιλοδοξεί να παίξει.
Ο Μπιλ Κλίντον αφιέρωσε ένα μισάωρο στον Αλέξη Τσίπρα σε ένα event που ήταν άψογα προετοιμασμένο από την κυρία Αγγελοπούλου. Το κοινό αποτελούνταν μεταξύ άλλων και από πολυεκατομμυριούχους επενδυτές, τους οποίους ήθελε να γοητεύσει ο έλληνας πρωθυπουργός για να πείσει να επενδύσουν μερικά από τα εκατομμύριά τους στην Ελλάδα.
Ο Αλέξης Τσίπρας υπερεκτιμώντας, όπως φάνηκε, την επάρκειά του στην αγγλική γλώσσα, επέλεξε να συνομιλήσει με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ χωρίς διερμηνέα. Η αλήθεια είναι ότι έχει σημειώσει πραγματική πρόοδο στα αγγλικά του, αλλά αυτή δεν αντιστοιχεί στην αυτοπεποίθηση του. Άλλωστε πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο που πριν από δύο χρόνια σε άλλη παρουσία του στις ΗΠΑ είχε πει “frozen war” τον ψυχρό πόλεμο. Κανένας σοβαρός άνθρωπος ωστόσο, δεν τον κατηγορεί επειδή δεν ξέρει τόσο καλά αγγλικά, ώστε να μπορεί να συνομιλεί με άνεση με τον Μπιλ Κλίντον ή οποιονδήποτε άλλο. Αυτό που εξέπληξε δυσάρεστα ήταν η έλλειψη αυτογνωσίας σχετικά με την επάρκειά του σε αυτό. Λέγεται μάλιστα ότι κρύος ιδρώτας είχε λούσει τους Έλληνες που βρίσκονταν στην αίθουσα, όταν διαπίστωσαν ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν καταλάβαινε πολλά από αυτά που τον ρωτούσε ο Μπιλ Κλίντον. Γιατί η κακή εικόνα που έδινε, δεν αφορούσε μόνο τον ίδιο, αλλά και την χώρα που εκπροσωπεί.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν ήταν τα αγγλικά του, που μια χαρά θα λυνόταν με έναν διερμηνέα και κανένας δεν θα είχε ασχοληθεί, αλλά η έλλειψη αυτογνωσίας και κρίσης.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό, γιατί στη συνέχεια αποκαλύφτηκε πολύ σοβαρότερο πρόβλημα. Το μεγάλο σοκ, για όσους παρακολούθησαν τη συζήτηση, ήταν όταν ο Μπιλ Κλίντον ρώτησε τον έλληνα πρωθυπουργό να του πει πού θα πρότεινε σε επενδυτές να βάλουν τα λεφτά τους στην Ελλάδα και εκείνος δεν ήξερε τι να απαντήσει, με αποτέλεσμα να μην δώσει καμία απάντηση. Υποτίθεται ότι αυτό το πανάκριβο event διοργανώθηκε ακριβώς για να προσελκύσει ο έλληνας πρωθυπουργός, με τη βοήθεια του Μπιλ Κλίντον, το ενδιαφέρον των αμερικανών επενδυτών. Πως είναι δυνατόν ο Αλέξης Τσίπρας να μην μπόρεσε να απαντήσει;
Πως γίνεται να μην ξέρει ο έλληνας πρωθυπουργός σε ποιους τομείς χρειάζεται η χώρα του επενδύσεις, τη στιγμή που ακόμα και απλοί πολίτες είναι σε θέση να γνωρίζουν; Είναι δυνατόν ο πρωθυπουργός να αγνοεί τα στοιχειώδη; Ακόμα και αν δεχθούμε -παρότι απαράδεκτο- ότι δεν γνωρίζει, πως γίνεται να μην τον προετοίμασαν οι συνεργάτες του, ώστε να απαντήσει στη μόνη σίγουρη ερώτηση που θα δεχόταν; Είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια προχειρότητα και επιπολαιότητα από τον πρωθυπουργό μιας χώρας η οποία βρίσκεται σε βαθιά κρίση και χρειάζεται ιδιαίτερα ικανούς ηγέτες για να την βγάλουν από αυτήν;
Εύλογα γεννιούνται και άλλες απορίες, η μία μετά την άλλη. Αν ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να σταθεί σε μία ελάχιστα απαιτητική συζήτηση, με ανθρώπους γύρω του που έχουν προετοιμάσει τα πάντα και σε περιβάλλον ελεγχόμενο για να λειτουργήσει υπέρ του, τότε πως στάθηκε όλη αυτή την επτάμηνη περίοδο των διαπραγματεύσεων απέναντι στη Μέρκελ και τον Σόιμπλε; Ποιος μπορεί να διαβεβαιώσει ότι κι εκεί δεν υπήρχε η ίδια άγνοια, αμετροέπεια, προχειρότητα και επιπολαιότητα;
Η πρώτη πάντως πραγματική και αδιαμεσολάβητη εικόνα για το πώς εκπροσωπεί τη χώρα εκτός συνόρων ο έλληνας πρωθυπουργός, ήταν αυτή που είδαμε πρόσφατα με τον Μπιλ Κλίντον. Το καλό για αυτόν -όχι απαραίτητα και για τον λαό που εκπροσωπεί- είναι ότι δεν δείχνει να αποκαρδιώνεται με την αποτυχία. Την αντιμετωπίζει με χαμόγελο και άνεση, σαν να μην έχει συμβεί. Αυτό δυστυχώς δεν εξαφανίζει τις συνέπειες που έχει αυτή για όλους τους υπόλοιπους.

Snap Election in Greece: No Matter the Outcome, Neoliberalism Reigns Supreme

Friday, 18 September 2015 00:00
By Vassiliki Siouti, Truthout | News Analysis
http://www.truth-out.org/news/item/32874-snap-election-in-greece-no-matter-the-outcome-neoliberalism-reigns-supreme

The outcome of the snap election in Greece, to be held September 20, is a foregone conclusion. Greeks realize that no matter which of the major parties wins the elections, the Greek government will implement the program that has been designed by the country’s official creditors and which is based around a classic International Monetary Fund (IMF) recipe.

To be sure, a few days ago the president of the European Stability Mechanism, Klaus Regling, cynically confessed that it matters little which party rules the next government of Greece. What matters is that a new rescue package agreed upon with the official creditors was passed through parliament by an 80 percent majority by the previous government, a coalition government between the radical left Syriza party and the right-wing Independent Greeks, just before its Prime Minister Alexis Tsipras resigned and called for a snap election. Like the two previous rescue packages, the new one is structured around an explicitly neoliberal economic agenda.

Of course, Regling is ignoring the fact that Syriza and its leader, Tsipras, won the elections last January because they promised the Greek people that they would end austerity and do away with the troika of the IMF, the European Commission and the European Central Bank, since they ended up doing the exact opposite from what they had promised. Tsipras’ Syriza reneged on its promises and accepted austerity as an inevitable condition for keeping Greece in the eurozone by signing a new loan agreement with onerous terms that are sure to make the poor even poorer. Tsipras’ leftist government made an outrageous U-turn on austerity without the political legitimization to do so.

Shortly before signing the new painful agreement, Syriza appealed directly to the people by holding a rare referendum. An astonishing 62 percent of the Greek people voted “no” to a new austerity agreement, but Tsipras turned the vote into a “yes” and a few days later accepted a new agreement by the nation’s official creditors that was no different in its essentials from the previous ones.

The abandonment of the left-leaning Syriza program and the alignment with many of the policies favored by the previous governments led to a split in the party. Its left wing abandoned Syriza, creating a new party with members who wish to remain faithful to the program under which they were elected in the last elections.

Several of them have accused Tsipras of “treason,” while others simply spoke of a lack of preparation and frivolity. Tsipras himself remains optimistic and believes that now that he has gotten rid of the radical elements in his party he might be able to lure voters from the conservative and moderate segments of Greek society, which before would have never voted for the left.

However, what has actually happened is that Tsipras’ U-turn has managed to revive the conservative party of New Democracy, which up until a month ago was on the verge of collapse. After his retreat, Tsipras declared publicly that there is no alternative to austerity policies. As a result, his argument now is echoing that of the conservatives while in the previous elections he opposed them by arguing that another path was possible.

Many conservative voters had abandoned the right-wing party of “New Democracy” because of the large tax on property levied by that government. Tsipras had vowed to do away with that particular tax, but he reneged on that promise as well, so a good chunk of the conservative voting bloc is now returning to its political home.

The large estate tax, one of the main reasons the conservatives lost the previous elections, is still in place and the Syriza government has called on the haves and have-nots to pay it indiscriminately.

Even so, Tsipras is urging the people not to abandon Syriza and make his government a “left parenthesis” in the pages of Greek history. However, many former left voters are angry at Tsipras and wonder whether his government was ever committed to a leftist agenda as it never took any steps to improve the lives of the poor and those who had been most affected by the six-year crisis and the policies pursued by the previous Greek governments.

In its seven months in power, the Syriza-led government did nothing to change the extremely unjust Greek tax system, which squeezes the poor and allows the rich to dodge. It did nothing to provide opportunities to the most vulnerable segments of society or improve the collapsing public education and health-care systems, let alone make the public administration sector more efficient. With Tsipras as prime minister, the Syriza-led government did nothing about tax evasion, corruption or the cadre of magnates who speculate at the expense of the state, and not one single step was taken in the direction of enhancing transparency. Conversely, it became obvious to most people that a compromise had been reached with the nation’s oligarchs. It became equally obvious that many Syriza politicians were easily lured by power and began making all the necessary compromises in order to retain it.

Today, Alexis Tsipras openly admits that his government failed, but wants a second chance on the argument that all of his predecessors remained in power much longer than he did. He does not know exactly where he wants to take the country, but argues that he is better able to lead it because he is less “worn” in comparison to the party leaders that governed Greece during the last 40 years.

In the meantime, Tsipras continues to see many leftist voters abandoning him and Syriza. But the right-wing coalition partner, the conservative populist party of the “Independent Greeks,” remains faithful to him as he has developed a very close friendship with its leader, Panos Kammenos, who stuck with him when he surrendered to the creditors. Tsipras has stated repeatedly that he is happy with having the Independent Greeks as government partners, but has expressed deep discontent over those to the left of him that left Syriza as a result of his surrender to austerity. In fact, he has accused them of overthrowing Greece’s first leftist government.

But was Syriza a leftist government? First of all, it was a coalition government, in bed with a highly conservative, xenophobic party. So, at best, it was a government coalition with a left torso. Furthermore, the political result that it produced cannot be labeled leftist since it committed itself to yet another austerity-based bailout, which adds tens of billions of euros to the nation’s already unsustainable debt level while it reinforces the neoliberal agenda.

Many in Greece argue that the biggest problem facing the country is the lack of justice. Unfortunately the seven months that Syriza was in power dashed the great expectation that something could have been achieved in this area. In many respects, this has been perhaps the biggest disappointment for many Greeks.

Syriza was the last hope for the majority of poor and desperate Greeks as it was the only untested party among those that ran in the last elections. Now, public dissatisfaction with politics has become quite widespread and it will most likely express itself through a high abstention rate in the upcoming elections. Syriza’s leadership was aware that its policies were generating great discontent and wished to preempt it by calling a snap election. It knew that the countdown had begun and wanted to prevent the consequences. In particular, it wanted to prevent the political damage that would result once the first set of new measures accompanying the new agreement kicked in.

As Greece is about to elect a new government, the biggest disappointment is that not one of the political parties running in these elections has managed to put forward a plan on how to get the country out of the crisis. No political leader seems to be interested in promoting the real reforms that the country needs. The two major parties, the pseudo-leftist Syriza party and the conservative New Democracy, have resorted to campaign slogans claiming that Greece will march forward, but neither are offering any concrete plan on how to achieve this goal.

As such, Greece will continue to be stuck with IMF-based neoliberal policies for a long time to come, which means the tragedy of the last six years will carry over to the next generation.

Copyright, Truthout. May not be reprinted without permission.
http://www.truth-out.org/news/item/32874-snap-election-in-greece-no-matter-the-outcome-neoliberalism-reigns-supreme

Η νίκη του Τσίπρα και η ήττα της αριστεράς

τσιπρόφατσα

της Βασιλικής Σιούτη

Δύο εβδομάδες μετά τις εκλογές, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αφού ανανέωσε την εντολή που είχε λάβει τον περασμένο Ιανουάριο, ετοιμάζεται να κυβερνήσει.
Αυτή τη φορά σκοπεύει να το κάνει λένε τα στελέχη της, καθώς το προηγούμενο επτάμηνο ισχυρίζονται ότι τους εμπόδιζε η διαπραγμάτευση και η απειρία τους, την οποία ως ένα βαθμό παραδέχονται. Σκοπεύουν μάλιστα να κυβερνήσουν για μια ολόκληρη τετραετία όπως είναι το κανονικό, το οποίο όμως οι Έλληνες έχουν ξεχάσει τα τελευταία πέντε χρόνια, αφού το μνημόνιο κατάπινε κάθε νέα κυβέρνηση πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη θητεία της.

Θα καταφέρει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να πετύχει τον στόχο της τετραετίας; Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα εμπόδιο για αυτό. Διαθέτει άνετη πλειοψηφία και δεν μεσολαβούν άλλες εκλογές μέχρι τη λήξη της θητείας της. Δεν έχει δηλαδή μπροστά της κάποιο σκόπελο, όπως είχε ο Αντώνης Σαμαράς με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει επίσης την τύχη να μην διαθέτει ουσιαστική αντιπολίτευση. Το μνημόνιο, το οποίο αποτελεί βασικό κυβερνητικό πρόγραμμα πλέον, δεν αμφισβητείται από την αξιωματική αντιπολίτευση και τα περισσότερα κόμματα, που εκ των πραγμάτων θα περιοριστούν να την αντιπολιτευθούν στα δευτερεύοντα.

Όσο για την περίπτωση -η οποία δεν είναι ορατή για την ώρα- που εξεγερθούν κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και αρνηθούν να ψηφίσουν τους αντιλαϊκούς νόμους που θα έρχονται στη Βουλή, υπάρχει πλήθος προθύμων βουλευτών από τη Ν.Δ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, που θα σπεύσουν να συνδράμουν, προκειμένου να συνεχιστεί απρόσκοπτα η δουλειά.

Οι δανειστές, αν και το περασμένο επτάμηνο ήταν απέναντι βάζοντας συνεχώς εμπόδια, αυτή τη φορά βρίσκονται στην ίδια πλευρά με την κυβέρνηση. Λογικό, αφού όλα άλλαξαν από την στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας υποχώρησε, αποδεχόμενος τους δικούς τους κανόνες. Ας μην ξεχνάμε ότι το μόνο ενδιαφέρον της Γερμανίας και των δανειστών στην προεκλογική περίοδο ήταν να συμμετάσχει ο ΣΥΡΙΖΑ στην νέα κυβέρνηση που θα εκλέγονταν, για να είναι εκείνος που θα εφαρμόσει το τρίτο μνημόνιο, το δικό του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας προσέφεραν στη γερμανική κυβέρνηση ένα πολύτιμο δώρο. Διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση και ότι η πολιτική λιτότητας που τόσα χρόνια επιβάλλουν στην Ελλάδα είναι μονόδρομος.

Μέχρι τώρα, είτε με την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου, είτε του Λουκά Παπαδήμου, είτε των Σαμαρά-Βενιζέλου, υπήρχαν πάντα κάποιοι που διαφωνούσαν και ισχυρίζονταν ότι ένας άλλος δρόμος ήταν δυνατός. Όταν νικήθηκε ο Σαμαράς και τα Ζάππεια, βρέθηκε ο Τσίπρας και το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Σήμερα στην ελληνική Βουλή δεν ακούγεται άλλη πρόταση.

Οι μεγάλοι νικητές αυτών των εκλογών ήταν αναμφισβήτητα οι δανειστές και η γερμανική κυβέρνηση, αφού το δικό τους πολιτικό πρόγραμμα κέρδισε. Οι δανειστές πέτυχαν επίσης να διαλύσουν το αντιμνημονιακό μέτωπο και να διώξουν από τη Βουλή κάθε φωνή που αντιστάθηκε σθεναρά. Αυτό δεν θα το πετύχαιναν φυσικά χωρίς τον Αλέξη Τσίπρα, καθώς στο τέλος υπήρξε κοινός τους στόχος και επιδίωξη. Για αυτό άλλωστε έγιναν οι εκλογές.

Η νίκη είναι λοιπόν μόνο των δανειστών; Όχι, βεβαίως είναι και του Αλέξη Τσίπρα. Παρά την έλλειψη γενναιοδωρίας μερικών πολιτικών του αντιπάλων, η οποία τους εμποδίζει να το παραδεχθούν, ο Αλέξης Τσίπρας, όπως και να ’χει, κέρδισε. Πήρε ξανά την εξουσία και αυτός ήταν όπως φάνηκε ο μοναδικός του στόχος. Πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, από εκείνα που ανήκουν στον κύκλο των λεγόμενων προεδρικών, το έλεγαν πολύ πριν από τις εκλογές, όταν υποστήριζαν ότι μοναδική κόκκινη γραμμή ήταν να μην απολέσουν την εξουσία.

Όλα αυτά ήταν πρωτόγνωρα ως τώρα για την αριστερά, αλλά ποιος λέει άλλωστε ότι κέρδισε η αριστερά ; Ο Τσίπρας και ο κύκλος του κέρδισαν. Η αριστερά ηττήθηκε όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος σύντομα, μετά από τις αλλαγές που δρομολογούνται, δεν θα θυμίζει σε τίποτα αυτό που ήταν μέχρι πρότινος.
Η αριστερά ηττήθηκε βαριά, αφού δεν κατάφερε να πείσει ότι ο άλλος δρόμος που πρότεινε είναι εφικτός και βρέθηκε ξανά στην εξουσία μόνο το τμήμα εκείνο του κόμματος που δέχθηκε να μεταλλαχθεί, αποδεχόμενο να εφαρμόσει την νεοφιλελεύθερη πολιτική που μέχρι τότε κατήγγειλε.

Το αριστερό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ πετάχτηκε από την ηγεσία του στο καλάθι των αχρήστων, όπως και το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Αριστερή πολιτική είναι η πολιτική που ανατρέπει τις ανισότητες υπέρ των αδυνάμων. Η κυβέρνηση Τσίπρα αποφάσισε να κυβερνήσει διαιωνίζοντας και εντείνοντας τις ανισότητες και αυτό δεν έχει σχέση με την αριστερά.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όμως, έχει (άλλο) ένα πλεονέκτημα έναντι των προηγούμενων κυβερνήσεων, το οποίο αρκετά στελέχη έχουν σχεδόν κυνικά ομολογήσει. Σε αυτές τις εκλογές ο κόσμος γνώριζε ότι αν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, θα εφαρμοστεί το μνημόνιο. Επαίρονται λοιπόν ότι αυτή τη φορά το μνημόνιο έχει και λαϊκή νομιμοποίηση. Είναι όμως έτσι; Και ναι και όχι. Γιατί όταν ρώτησαν τον ελληνικό λαό αν το θέλει, τους είπε όχι. Στις εκλογές μπορεί να είχε προηγηθεί η υπερψήφιση του μνημονίου από τον ΣΥΡΙΖΑ, τα στελέχη του όμως προεκλογικά υπόσχονταν ότι δεν θα το εφαρμόσουν, αφού δεν θα αυξήσουν τον ΦΠΑ, ούτε θα κόψουν μισθούς και συντάξεις όπως ψήφισαν, γιατί θα βρουν ισοδύναμα. Άρα, αν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ πίστεψαν κι αυτή τη φορά τις υποσχέσεις του, δεν ψήφισαν ακριβώς την εφαρμογή του μνημονίου, αλλά την αντικατάστασή του διά των ισοδυνάμων.

Πέρα από αυτό όμως, αν δει κανείς τους απόλυτους αριθμούς των αποτελεσμάτων των εκλογών, θα διαπιστώσει ότι επί της ουσίας ούτε το μνημόνιο, ούτε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε καν η Βουλή αυτή έχουν ισχυρή λαϊκή νομιμοποίηση. Η πρωτοφανής για τη μεταπολίτευση αποχή σε βουλευτικές εκλογές (56,57% από 63,62% τον Ιανουάριο) αδυνατίζει το δικαίωμα αυτού του ισχυρισμού.

Οι 898.506 πολίτες που ψήφισαν τον Ιανουάριο, αλλά αρνήθηκαν να προσέλθουν στις κάλπες του Σεπτεμβρίου, δείχνουν το μέγεθος της απογοήτευσης που υπήρξε αυτό το επτάμηνο. Το ίδιο μαρτυρά και η απώλεια ψήφων του ΣΥΡΙΖΑ από τον Ιανουάριο μέχρι τον Σεπτέμβριο (320.074). Αν υπολογίσει λοιπόν κανείς την πρωτοφανή αποχή, που προφανώς εμπεριείχε το μήνυμα της απαξίωσης, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ψηφίστηκε παρά μόνο από ένα 18%-20% των ψηφοφόρων. Ποτέ πριν από το μνημόνιο το κυβερνών κόμμα δεν είχε τόσο μικρή αποδοχή. Την κυβέρνηση όμως δεν μοιάζει να την απασχολεί αυτό, αφού η επιδίωξή της ήταν η κατάκτηση της εξουσίας με κάθε τρόπο.

Το καλό σενάριο για την κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου είναι οι απελπισμένοι πολίτες να συνηθίσουν αυτήν την κατάσταση και να εγκαταλείψουν κάθε ελπίδα για να την αλλάξουν. Αυτό θα εξασφάλιζε στην κυβέρνηση ενδεχομένως την ολοκλήρωση της θητείας της, καθώς μόνο η λαϊκή αντίδραση αν εκδηλωνόταν, θα μπορούσε να αποτελέσει αιτία ανατροπής της.

Η άλλη πιθανότητα πτώσης αυτής της κυβέρνησης -στην οποία όμως δεν στοιχηματίζουν πολλοί- είναι να δηλώσει αδυναμία εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων μέτρων που ψήφισε, καθώς σχεδόν κανείς δεν πιστεύει ότι θα τα καταφέρει να βρει φιλολαϊκά ισοδύναμα. Αυτό θα της στερούσε τη δυνατότητα εκταμίευσης των δόσεων και θα οδηγούσε σε νέο αδιέξοδο.

Η Βουλή που προέκυψε μετά τις εκλογές, κατά γενική ομολογία, είναι μια υποβαθμισμένη βουλή και αντικειμενικά, καθώς δεν επιτελεί η ίδια το νομοθετικό της καθήκον, αλλά και υποκειμενικά. Η Βουλή αυτή πάντως, ακόμα και αν η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου για δικούς της λόγους δεν αντέξει, δίνει τη δυνατότητα πολλών εναλλαγών στην σύνθεση, αν χρειαστεί.

Σε αυτό το παρακμιακό σκηνικό, η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει να μοιάζει αποκομμένη από την κοινωνία και να αδυνατεί να διαβάσει το αποτέλεσμα των εκλογών.

Στη Συγγρού ψάχνουν να βρουν τον αρχηγό «που θα κερδίσει τον Τσίπρα» χωρίς να έχουν καταλάβει γιατί τους κέρδισε. Η Νέα Δημοκρατία εισπράττει συνεχώς μηνύματα απόρριψης, αλλά αρνείται πεισματικά να αλλάξει. Στο μεταξύ, ο Αλέξης Τσίπρας που έχει μετακινηθεί στο χώρο του κέντρου, συνεχίζει να απλώνεται προς τα δεξιά, επιχειρώντας να καταλάβει όλο και περισσότερο (και από τον δικό της) χώρο.

Η Νέα Δημοκρατία δεν αντιλαμβάνεται ακόμα τα αυτονόητα, ότι η βασική αιτία της εκλογικής εκτόξευσης του ΣΥΡΙΖΑ που τον έφερε στην εξουσία, ήταν ότι οι πολίτες έπαψαν να εμπιστεύονται την ίδια και το ΠΑΣΟΚ. Τα δύο κόμματα δηλαδή, που εναλλάσσονταν στην εξουσία τα τελευταία σαράντα χρόνια. Ο ελληνικός λαός προτίμησε τον άπειρο και ανέτοιμο ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως επειδή δεν είχε κυβερνήσει και άρα δεν είχε συμμετοχή στο «έγκλημα».

Φυσικά από τον ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά το Ιανουάριο, πολλοί ήλπιζαν να ανατρέψει την άδικη πολιτική του μνημονίου. Αλλά ακόμα και όταν ο Τσίπρας υποχώρησε σε αυτό, τους υποσχέθηκε: α) ότι δεν θα εφαρμόσει πολλά από αυτά που ψήφισε γιατί θα βρει ισοδύναμα και β) θα εφαρμόσει ένα παράλληλο πρόγραμμα που θα ακυρώνει κατά κάποιον τρόπο το μνημόνιο.

Ακόμα και στην περίπτωση που είχαν να επιλέξουν ποιος «μνημονιακός» πρωθυπουργός θα κυβερνήσει την χώρα, όπως το έθεσε τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ, ήταν λογικό να προτιμήσουν τον λιγότερο φθαρμένο.

Το επτάμηνο του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν βέβαια ένα θετικό επτάμηνο. Δεν έγινε το παραμικρό για να ανακουφιστούν από την φτώχεια και την αδικία όσοι υπέφεραν αυτά τα πέντε χρόνια. Αντιθέτως, έφεραν άλλο ένα βαρύ μνημόνιο και αύξησαν κατά πολύ τον λογαριασμό που θα πάει και πάλι στον λαό για να τον πληρώσει.

Αλλά ο Τσίπρας μπορούσε να ισχυρίζεται ότι δεν προκάλεσε αυτός το πρόβλημα και ότι είναι λιγότερο φθαρμένος από αυτούς που κυβέρνησαν σαράντα χρόνια. Όπως τα είπε δηλαδή και είναι και αλήθεια. Τους έταξε βέβαια «το παράλληλο πρόγραμμα» και τα ισοδύναμα που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα βρει, όμως ο ελληνικός λαός σταθερά τα τελευταία χρόνια, ψηφίζει όποιον του τάζει τα περισσότερα. Και τα περισσότερα -συν τοις άλλοις- τα έταξε ο Αλέξης Τσίπρας.

Υπάρχει βέβαια σοβαρό ενδεχόμενο τα «ισοδύναμα» και το «παράλληλο πρόγραμμα» να αναδειχθούν σύντομα στο νέο «λεφτά υπάρχουν». Αλλά μέχρι τότε…

Η επιλογή του λαού λοιπόν ήταν πάνω κάτω η αναμενόμενη. Γιατί να προτιμούσαν τη Ν.Δ και τον Βαγγέλη Μειμαράκη που κυβερνούσαν εναλλάξ με το ΠΑΣΟΚ επί σαράντα χρόνια, φέρουν τεράστια ευθύνη για το χάλι της χώρας και κρύβουν ένα σωρό σκελετούς στις ντουλάπες τους;

Η Ν.Δ θέλει να πάρει πίσω την εξουσία, χωρίς να αλλάξει το παραμικρό. Σε όλη την προεκλογική περίοδο δεν παρουσίασε κανένα σχέδιο εξόδου από την κρίση, κανένα σχέδιο ανάπτυξης της οικονομίας, κανένα σχέδιο μεταρρυθμίσεων. Ήταν φανερό πως πέρα από το μνημόνιο, η Ν.Δ δεν είχε τίποτα άλλο να παρουσιάσει. Μάλιστα ο Β. Μειμαράκης παραδέχθηκε -με ειλικρίνεια ή κυνισμό;- ότι αν κέρδιζε, δεν θα άλλαζε τίποτα από το μνημόνιο, γιατί αυτά ψηφίστηκαν και πρέπει να εφαρμοστούν.

Το άλλο που είναι προφανές σήμερα, είναι ότι πέρα από τα τζάκια, τους βαρόνους, τους συγγενείς και τους προστατευόμενους, δεν έχουν σκοπό να αφήσουν κανέναν άλλον να πάρει τα σκήπτρα του κόμματος. Καμία ανανέωση, καμία συζήτηση για θέσεις, καμία συναίσθηση των αναγκών της κοινωνίας και της χώρας. Προτιμούν να χάνουν μέχρι να εξαφανιστούν, παρά να αλλάξουν.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πολιτικά αποτελεί έναν σταθμό μίας μεταβατικής κατάστασης, η οποία σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί το νέο και αυτό φαίνεται από το ανύπαρκτο έργο της και την φτώχεια ιδεών και προτάσεων. Η Νέα Δημοκρατία όμως, αποτελεί οπωσδήποτε τμήμα του παλιού και ξεπερασμένου, που δεν ανταποκρίνεται σε καμία από τις απαιτήσεις της εποχής. Το πιο θλιβερό από όλα είναι που ούτε καν το αντιλαμβάνονται.

Οι δανειστές έχουν ηρεμήσει προς το παρόν και δεν ανησυχούν όπως πριν. Απέδειξαν άλλωστε, ότι ακόμα και ο «έλληνας Τσάβες» (όπως αποκαλούσαν κάποιοι τον Τσίπρα) να γίνει πρωθυπουργός στην Ελλάδα, δεν θα παρεκκλίνει από τον πολιτικό δρόμο που αυτοί χάραξαν.

Το δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας απογοητευμένο συνεχίζει να εγκαταλείπει τη χώρα και το κινηματικό για την ώρα είναι ηττημένο.

Από τη στάση και τις πρωτοβουλίες του λαϊκού παράγοντα θα κριθούν πολλά τα επόμενα χρόνια, καθώς μόνο αυτός θα μπορεί να ασκήσει ουσιαστική αντιπολίτευση.