Τσίπρας στη γραμμή Μέρκελ για προσφυγικό

Της Βασιλικής Σιούτη

(Δημοσιεύθηκε στις 18 Φεβρουαρίου 2015)

προσφυγ4

Το τελευταίο της χαρτί για την αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος παίζει η Άνγκελα Μέρκελ, καθώς εάν η εμπλοκή του ΝΑΤΟ δεν φέρει τα αναμενόμενα, τότε το κλείσιμο των συνόρων που η ίδια δεν επιθυμεί, γνωρίζει ότι θα είναι μάλλον αναπόφευκτο. Την ίδια θέση υιοθετεί και η ελληνική κυβέρνηση, καθώς κατά κάποιον τρόπο, η Άνγκελα Μέρκελ και ο Αλέξης Τσίπρας έχουν συνδέσει τις τύχες τους όσο αφορά στο προσφυγικό.

Αμφότεροι δέχονται έντονη κριτική για τους χειρισμούς τους και βλέπουν την δημοτικότητα τους να πλήττεται. Ο Αλέξης Τσίπρας δέχεται εδώ και πολύ καιρό κριτική από τους ευρωπαίους συναδέλφους του ότι άργησε να αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος, ότι δεν κατάφερε να φυλάξει τα σύνορα της χώρας και δεν ανταποκρίθηκε εγκαίρως στις δεσμεύσεις του. Υπενθυμίζουν ότι μεταξύ άλλων είχε δεσμευθεί πως μέχρι το τέλος του περασμένου Δεκεμβρίου θα είχε έτοιμα όλα τα hotspot και χώρους φιλοξενίας για 50.000 πρόσφυγες, αλλά μόλις τις τελευταίες μέρες κινήθηκε η κρατική μηχανή.
Βέβαια όλο αυτό το διάστημα υπήρχαν διαφωνίες μεταξύ των υπουργών και τεράστιες αποκλίσεις ως προς το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα.
Δεν ήταν λίγοι οι υπουργοί που αρνούνταν να συνεργαστούν και να βοηθήσουν σχεδόν σε οτιδήποτε. Ο Αλέκος Φλαμπουράρης, που είχε αναλάβει το γενικό συντονισμό όλων των υπουργείων, δεν κατάφερε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που του ανατέθηκαν και ο αρμόδιος υπουργός, Γιάννης Μουζάλας ήταν, κατά γενική ομολογία, τραγικά μόνος. Τελικά, όλοι κατέληξαν στη δική του γραμμή, παρά τις διαφωνίες που εξέφραζαν, αλλά το αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη καθυστέρηση που στοίχισε σε αξιοπιστία στη χώρα.

προφυγ
Η γερμανίδα καγκελάριος δέχεται κι αυτή μεγάλη πίεση, κυρίως στη χώρα της, τόσο στο κόμμα της όσο και στο συνεργαζόμενο κόμμα των χριστιανοκοινωνιστών. Η βασική κατηγορία είναι ότι βιάστηκε να «προσκαλέσει» τους πρόσφυγες στη Γερμανία, χωρίς να έχει γίνει προηγουμένως καμία προετοιμασία για αυτό. Αμφισβήτηση όμως δέχεται κι εκτός συνόρων. Χωρίς να διατυπώνονται ευθέως κατηγορίες εναντίον της, πολιτικοί ηγέτες άλλων κρατών μελών της ΕΕ εκφράζουν τη δυσφορία τους, κυρίως μέσω της άρνησης τους να αναλάβουν από κοινού την ευθύνη για ένα πρόβλημα -την αύξηση των προσφυγικών ροών- που θεωρούν ότι προκάλεσαν η Ελλάδα και η Γερμανία.

Εάν η Ευρώπη δεν καταφέρει να διαχειριστεί το προσφυγικό, το πλήγμα για την Ελλάδα θα είναι πολύ μεγάλο, η Μέρκελ οπωσδήποτε θα υποστεί τις συνέπειες, αλλά οι κίνδυνοι για την συνοχή της ΕΕ θα είναι μεγαλύτεροι. Σε όλα αυτά προστίθενται και οι κίνδυνοι πιθανών «παράπλευρων συνεπειών» λόγω της εμπλοκής της Τουρκίας και του ΝΑΤΟ, κάτι που κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει.
Η Ελλάδα έχει ακόμα περισσότερους λόγους να προβληματίζεται για την εξέλιξη αυτή, καθώς η Τουρκία δεν εγκατέλειψε ποτέ τις βλέψεις για συνδιαχείριση του Αιγαίου. Και τώρα που η ΕΕ, δηλαδή ουσιαστικά η Γερμανία, κάλεσε τον «λύκο να φυλάει να πρόβατα», όλοι προσπαθούν να πείσουν ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Η αξία των διαβεβαιώσεων αυτών μένει να κριθεί στην πορεία. Σύμφωνα ωστόσο, με πληροφορίες, δεν είναι όλοι στην κυβέρνηση εξίσου καθησυχασμένοι για τις προθέσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και αρκετοί εκφράζουν την εύλογη ανησυχία τους, αν και όχι δημόσια.

Με βάση όσα γράφονται στα διεθνή και αμερικανικά ΜΜΕ, σχεδόν κανείς δεν φαίνεται να πιστεύει στην άλλη πλευρά του ατλαντικού, ότι η εμπλοκή του ΝΑΤΟ μπορεί να προσφέρει ουσιαστική βοήθεια στο προσφυγικό. Σε δημοσίευμα των ΝΥΤ η παρουσία δυνάμεων του ΝΑΤΟ χαρακτηρίστηκε απλώς ως μία «συμβολική κίνηση αλληλεγγύης» προς την ΕΕ. Άλλωστε οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με το σχέδιο, το μόνο που θα κάνουν είναι να δίνουν πληροφορίες για τις κινήσεις των διακινητών στην τουρκική ακτοφυλακή για να τους σταματά. Ποιος αμφέβαλε ποτέ όμως ότι η Τουρκία δεν μπορούσε να συλλέξει η ίδια τις πληροφορίες αυτές;

Στο μεταξύ, όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα με τη δημοσιοποίηση του διαλόγου του τούρκου προέδρου με τους Γιούνκερ και Τουσκ. στο παρασκήνιο διεξάγεται ένα ανελέητο τούρκικο παζάρι με τον Ερντογάν να ζητά δυσανάλογα ανταλλάγματα και να εκβιάζει ανοιχτά την ΕΕ,
Ο Αχμέτ Νταβούτογλου, παρόλα αυτά, έχει δεσμευτεί στην Άνγκελα Μέρκελ ότι η Τουρκία θα σταματά τις βάρκες, θα περισυλλέγει τους πρόσφυγες και θα τους επιστρέφει στην Τουρκία. Η γερμανίδα καγκελάριος από την πλευρά της, έχει δεσμευτεί ότι η Γερμανία θα χρηματοδοτήσει πτήσεις τσάρτερ από τα παράλια της Τουρκίας προς την Γερμανία και θα παίρνει 650 πρόσφυγες την ημέρα για όλο το 2016. Ποιος όμως εγγυάται ότι οι Τούρκοι θα τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, όταν στο παρασκήνιο πιέζουν ασφυκτικά , ζητώντας όχι μόνο περισσότερα χρήματα, αλλά και τεράστια πολιτικά ανταλλάγματα;

μέρκελερντογάν

Σε κάθε περίπτωση η εικόνα της Μέρκελ να ζητά -αν όχι να παρακαλά- τη βοήθεια της Τουρκίας που την εκβιάζει, είναι ένα σοβαρό πλήγμα, όχι μόνο για το γόητρο της Γερμανίας, αλλά και για την ισχύ της Ευρώπης, γεγονός που μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες.
Η γερμανίδα καγκελάριος, αν και έχει αποφύγει την αυτοκριτική ως τώρα, παραδέχεται ότι η Ευρώπη βρίσκεται ενώπιον μιας ιστορικής δοκιμασίας και ότι αν οι προσπάθειες της δεν ευοδωθούν, θα οδηγηθούν στο κλείσιμο συνόρων – με ό,τι αυτό συνεπάγεται .

Σε πρόσφατη ομιλία της προσπάθησε να αιτιολογήσει την επιχείρηση του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο και για το λόγο που αυτό προσκλήθηκε, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να γίνει ιδιαίτερα πειστική: «…Γιατί επιχείρηση του ΝΑΤΟ; Υπάρχουν οι αντίστοιχες ναυτικές μονάδες, υπάρχει μεγάλη ανάγκη μια ακτή 900 χιλιομέτρων να παρακολουθείται συστηματικά για τον εντοπισμό σκαφών που μεταφέρουν παράνομα πρόσφυγες από τη μια πλευρά στην άλλη» είπε και υποστήριξε ότι «Αυτή η αποστολή μπορεί να διεξαχθεί μόνο σε συνεργασία με την τουρκική ακτοφυλακή» , ρίχνοντας την ευθύνη για την ως τώρα καθυστέρηση της επανεισδοχής στην γραφειοκρατία.

Νωρίτερα η Αγκελα Μέρκελ είχε προσφέρει στήριξη στον Ταγίπ Ερντογάν για την επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων στη βόρεια Συρία. Ο Σελαχατίν Ντεμιρτάς, ηγέτης του τουρκικού φιλοκουρδικού κόμματος HDP που επισκέφτηκε αυτές τις μέρες την Αθήνα, δεν έκρυψε την απογοήτευση του για την στάση της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία, την σιωπή της Μέρκελ για τους διωγμούς των Κούρδων και τα σοβαρά προβλήματα δημοκρατίας, επειδή προσδοκά βοήθεια στο προσφυγικό. Σε δηλώσεις του (στην Καθημερινή και στον Πέτρο Παπακωνσταντίνου) αναφέρθηκε και στην προεκλογική βοήθεια που προσφέρθηκε από την γερμανίδα καγκελάριο στο κόμμα του Ερντογάν, αλλά και στην αναβολή δημοσιοποίησης της ευρωπαϊκής έκθεσης προόδου που περιέγραφε την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία , προκειμένου αυτή να μη τον βλάψει .
Αυτή την εβδομάδα ωστόσο, η εισηγήτρια της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Κάτι Πίρι, επιβεβαίωσε ότι η Τουρκία δεν έχει παρουσιάσει πρόοδο σε πολύ βασικούς τομείς. Ανέφερε επίσης, πως παρότι το Ευρωκοινοβούλιο δεν επιθυμεί να σταθεί εμπόδιο στην συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας για το προσφυγικό, δεν μπορεί να σιωπήσει για τα υπαρκτά ζητήματα όπως το κουρδικό, το κυπριακό, τα θέματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της ελευθερίας της έκφρασης και τις φυλακίσεις δημοσιογράφων και αντιφρονούντων.
Η ειρωνεία είναι ότι η Ελλάδα προσπαθούσε για χρόνια να αναγνωρίσει η ΕΕ τα ελληνικά σύνορα ως ευρωπαϊκά και να εγγυηθεί την ασφάλειά τους, κυρίως λόγω του τουρκικού κινδύνου, και τώρα που αυτό εξ ανάγκης συνέβη λόγω προσφυγικού, η ΕΕ καλεί σε βοήθεια για την φύλαξή τους την Τουρκία! Εάν η χώρα δεν βρισκόταν σε αδυναμία και είχε μία σταθερή πολιτική ηγεσία, η κατάσταση ίσως να μην ενέπνεε ιδιαίτερη ανησυχία. Η συγκυρία όμως είναι η πιο δύσκολη από το 1974 και μετά, οπότε κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει τους κινδύνους.

Advertisements

Ικανή κυβέρνηση ή ικανή για όλα

31.01.2016
Βασιλική Σιούτη

(δημοσιεύθηκε στην “Καθημερινή” στις 31/01/2016)
http://www.kathimerini.gr/847790/article/epikairothta/politikh/apoyh-ikanh-kyvernhsh-h-ikanh-gia-ola

τσιπκαμ
Η συμπλήρωση ενός χρόνου από τον σχηματισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, καθώς και οι πρώτες εκατό μέρες της δεύτερης διακυβέρνησής τους, επιβεβαιώνουν τις υποψίες όσων η καλοπιστία είχε όρια.

Είναι πλέον προφανές ότι πρόκειται για μία πολιτικά ερμαφρόδιτη κυβέρνηση με οπορτουνιστική ηγεσία, της οποίας ο σκοπός δεν ήταν άλλος από την κατάληψη της εξουσίας – όταν είδε ότι αυτό ήταν εφικτό λόγω της ιδιαίτερης πολιτικής συγκυρίας.

Η νοοτροπία αυτή -η εξουσία για την εξουσία- είναι ξένη για την Αριστερά, αλλά η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου σε καμία περίπτωση δεν είναι μία αριστερή κυβέρνηση. Είναι ένα αριστεροδεξιό συνονθύλευμα με κύριο χαρακτηριστικό τον λαϊκισμό και τη δημαγωγία.

Η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου στον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης έκανε όσα κατήγγειλε, μεγάλωσε τη ζημιά στην οικονομία, δεν ανακούφισε στο ελάχιστο τα θύματα της κρίσης, δεν ανέτρεψε καμία κοινωνική αδικία και δεν έχει να επιδείξει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα στην πάταξη της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής. Επιπλέον, επέδειξε πλήρη ανικανότητα στη διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού. Με δυο λόγια, δεν έχει να παρουσιάσει κανένα θετικό έργο και αντιθέτως αποτελεί δυσάρεστη έκπληξη η βουλιμία με την οποία τα στελέχη της επιδίδονται στη λαφυραγώγηση του κράτους.

Πέρα από την πολιτική εξαπάτηση και την έλλειψη έργου, όμως, ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα αποτελεί η προφανής διαχειριστική ανεπάρκεια. Αδυνατούν να αντεπεξέλθουν όχι μόνο στη δύσκολη πρόκληση της κρίσης, αλλά ακόμα και στην καθημερινή διαχείριση. Αυτό δεν το αντιλαμβάνονται όσοι ξεγελιούνται από το «κύρος» που προσδίδει η θεσμική ιδιότητα και δεν βλέπουν ακόμα τι συμβαίνει κάτω από αυτήν.

Οι τακτοποιήσεις συγγενών και ημετέρων, το χτίσιμο κομματικού κράτους, οι ενδείξεις αυταρχισμού, ο συγκεντρωτισμός, η έλλειψη διαφάνειας, η αναξιοκρατία, η άρνηση λογοδοσίας, η αλαζονεία που επιδεικνύεται, εξαφάνισαν πολύ σύντομα και το «ηθικό πλεονέκτημα» του μη δοκιμασμένου.

Το μόνο υπαρκτό έργο είναι η υλοποίηση κάποιων μνημονιακών πολιτικών που δεν μπορούσαν να περάσουν οι προηγούμενοι. Αυτό έκανε κάποιους που παλιότερα ήταν απέναντί τους, να τους υποστηρίξουν είτε ενθέρμως είτε με επιφύλαξη. Ανάμεσά τους αρκετοί από τους δανειστές και από εκείνους που ο ΣΥΡΙΖΑ κάποτε θεωρούσε «ταξικούς αντιπάλους». Αυτοί πιστεύουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να στηριχθεί, επειδή μόνο αυτός μπορεί να περνάει τα μέτρα και τις ιδιωτικοποιήσεις χωρίς κοινωνικές αντιδράσεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο, όσο και αν μεταλλάχθηκε, δεν έχει καμία διάθεση, ούτε δυνατότητα να μετατραπεί στον «μεταρρυθμιστή» που ονειρεύονται κάποιοι. Θα προωθεί μόνο όσα είναι απαραίτητα για να παραμένει στην εξουσία. Ταυτόχρονα θα ξηλώνει ό,τι τον εμποδίζει για να χτίσει ένα ελεγχόμενο κομματικό κράτος. Μια ιδέα των επιδιώξεων της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να πάρει κανείς παρατηρώντας το πώς έχει μετατρέψει ήδη το κόμμα. Πλήρως αρχηγοκεντρικό, χωρίς να λειτουργεί καμία ουσιαστική δημοκρατική διαδικασία, παρά μόνο προσχηματικά.

Οσοι περιμένουν από τον Αλέξη Τσίπρα να υλοποιήσει μία -αστική έστω- μεταρρύθμιση, έχουν τόσες πιθανότητες να τη δουν, όσες και αυτοί που περίμεναν σοσιαλισμό.

Η κοινωνία συνήθως «δεν ξυπνάει μονομιάς». Υπάρχουν διαφορετικές ταχύτητες αντίληψης των πραγμάτων. Φτάνει όμως κάποια στιγμή που όλοι πάνω κάτω συνειδητοποιούν τι συμβαίνει.

Στην περίπτωση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όλα είχαν διαφανεί από πολύ νωρίς, αρκεί να παρατηρούσε κανείς τα σημάδια.

Η χαμηλών δυνατοτήτων ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν προφανώς ανέτοιμη και ακατάλληλη για να διαχειριστεί την εξουσία και στην πραγματικότητα ούτε σχέδιο είχε ούτε ήξερε τι ήθελε να κάνει.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ όμως, εκτός από απροετοίμαστη αποδείχθηκε σύντομα ότι ήταν και αναξιόπιστη. Στο Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου, σχεδόν ένα μήνα μετά την εκλογική νίκη, ο Γ. Βαρουφάκης σε συνεννόηση με τον Α. Τσίπρα και τον Γ. Δραγασάκη δεσμεύτηκε ότι η κυβέρνηση αποδέχεται τα μνημόνια και θα ακολουθήσει την ίδια πολιτική. Αυτά στις Βρυξέλλες, γιατί στο εσωτερικό επιχείρησαν να κρύψουν όσα υπέγραψαν, παρουσιάζοντας το μαύρο ως άσπρο.

Αυτό που έμενε ήταν να βρεθεί ένας τρόπος για να πλασάρουν τη στροφή στον ελληνικό λαό. Οι προεδρικοί του ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε, ομολογούσαν ότι η μόνη «κόκκινη γραμμή» που στα αλήθεια είχαν, ήταν να μην αποτελέσει η κυβέρνηση αριστερή παρένθεση.

Αλλά κι ο Πάνος Καμμένος είχε δώσει αφορμές για να αμφισβητηθεί η ανιδιοτέλεια της «αντιμνημονιακής» στάσης του. Κάποιοι ξεχνούν, αλλά τέσσερα χρόνια πριν, σύμφωνα με την τότε διαρροή της προεδρίας του Κάρολου Παπούλια, ο -ούτε νεκρός δεν υπογράφω μνημόνιο- Πάνος Καμμένος διαπραγματευόταν τη συμμετοχή του σε κυβέρνηση Σαμαρά, αν του προσέφεραν το υπουργείο Εθνικής Αμυνας.

Το αντιμνημόνιο, τελικά, αποδείχθηκε και για τις δύο ηγεσίες ότι ήταν το πρόσχημα και το όχημα. Ενα χρόνο μετά, η δικαιολογία της «αναγκαστικής» συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ, δεν μπορεί να σταθεί, αφού και οι δύο τώρα ακολουθούν την πολιτική των μνημονίων και ο λόγος που υποτίθεται ότι τους ένωσε -η αντιμνημονιακή θέση- δεν υφίσταται. Είναι ξεκάθαρο ότι οι ΑΝΕΛ ήταν και είναι επιλογή.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιθυμούσε να μοιραστεί την εξουσία. Από τη στιγμή που δεν γινόταν αλλιώς, όμως, επέλεξε τον πιο βολικό εταίρο. Αυτόν που θα αρκούνταν σε μερικά ανταλλάγματα και δεν θα ζητούσε προγραμματικές συμφωνίες. Με τον Καμμένο υπάρχει επιπλέον και πολιτική χημεία όπως και οι ίδιοι παραδέχονται.

Αν στην πορεία αποδειχθεί ότι οι δυνάμεις τους δεν είναι αρκετές για να διατηρήσουν την εξουσία, έχουν εκφράσει την προτίμησή τους για το περιθωριακό κόμμα του Βασίλη Λεβέντη, ενώ μέχρι πρότινος επένδυαν και στην υποστήριξη του Κώστα Καραμανλή.

Η σύμπραξη όμως του Αλέξη Τσίπρα με τον Πάνο Καμμένο και το φλερτ με τον Βασίλη Λεβέντη και τον Κώστα Καραμανλή, αποκαλύπτει -πέρα από την αποϊδεολογικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ- ότι ενδεχομένως δεν υπάρχουν όρια στα όσα είναι διατεθειμένοι να κάνουν για την εξουσία. Ενας Γάλλος συγγραφέας κάποτε έλεγε: «Υπάρχουν κάποιοι χειρότεροι από τους ανίκανους: Αυτοί που είναι ικανοί για όλα».

Εκλογές ή παραμονή με ρίσκο

τσιπκαρ

Της Βασιλικής Σιούτη

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Επίκαιρα”, 3/2/2016)

Το ερώτημα που διατυπώνεται τις τελευταίες μέρες, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, είναι αν η Ελλάδα ξαναζήσει μία αντίστοιχη κατάσταση με εκείνη του καλοκαιριού του 2015. Με τους δανειστές δηλαδή να μην κάνουν πίσω, την κυβέρνηση να ελπίζει μέχρι την τελευταία στιγμή ότι θα τους πείσει και τη χώρα στο χείλος του γκρεμού, χωρίς εναλλακτικές επιλογές και σχέδιο.
Η αλήθεια είναι ότι λίγα πράγματα είναι διαφορετικά και σήμερα στην κορυφή. Οι δανειστές εξακολουθούν να είναι ανυποχώρητοι. Η κυβέρνηση πάλι ελπίζει. Εναλλακτικές δεν έχουν, ούτε η πολιτική ηγεσία έχει καταρτίσει κάποιο δικό της σχέδιο, πέρα από το μνημόνιο, που θα μπορούσε να οδηγήσει την Ελλάδα στην έξοδο από την κρίση.

Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι έχει ξοδευτεί αρκετό από το πολιτικό κεφάλαιο της κυβέρνησης, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις φθοράς, η ανοχή του κόσμου εξαντλείται και υπάρχουν ήδη οι πρώτες κοινωνικές αντιδράσεις. Αυτά είναι τα επιπλέον μειονεκτήματα που έχει σήμερα η κυβέρνηση σε σχέση με το καλοκαίρι του 2015.
Από την άλλη, ορισμένα πράγματα είναι πιο εύκολα αυτή την φορά. «Η κοινοβουλευτική μας ομάδα είναι πολύ πιο ομοιογενής και συμπαγής, είμαστε πιο ρεαλιστές και πιο συνειδητοποιημένοι» υποστηρίζει «προεδρικός» βουλευτής που αρνείται ωστόσο τον χαρακτηρισμό, γιατί όπως λέει γελώντας: «Τώρα είμαστε όλοι προεδρικοί». «Από τότε που αποχώρησαν όσοι δεν άντεχαν το δύσκολο δρόμο και την ευθύνη που αναλάβαμε, κανένας στον ΣΥΡΙΖΑ δεν αμφισβητεί τις επιλογές του Αλέξη Τσίπρα» αναφέρει. Οσο για μια δυο περιπτώσεις βουλευτών που εμφανίζονται δημόσια να μην είναι πολύ πρόθυμοι να ψηφίσουν το ασφαλιστικό και το φορολογικό των αγροτών, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζεται ότι δεν πρόκειται για ουσιαστικές πολιτικές διαφωνίες, αλλά μόνο για τον φόβο του πολιτικού κόστους.

Ο πρωθυπουργός ως τώρα διαβεβαιώνει ότι θα τηρήσει τη συμφωνία με τους δανειστές, αλλά δεν θα κάνει πίσω και από τις κόκκινες γραμμές του. Και τα δύο μαζί ωστόσο, δεν γίνεται, γιατί όλα όσα απαιτούν οι δανειστές είναι πέρα από τις κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης και θα (ξανα)δοκιμάσουν τα όρια της.
Τα μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, με εξαίρεση την αμφιλεγόμενη στάση του Γ. Μιχελογιαννάκη, δηλώνουν, με βαριά καρδιά ή όχι, ότι θαψηφίσουν το ασφαλιστικό. Ποιο ασφαλιστικό όμως; Εκείνοι εννοούν αυτό του Γιώργου Κατρούγκαλου, ενώ θα πρέπει να θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι εκείνο που θα έρθει μετά τις παρεμβάσεις των εκπροσώπων των δανειστών, θα είναι πολύ σκληρότερο. Ισχύει άραγε και για αυτήν την εκδοχή η ίδια βεβαιότητα; Κανένας στο Μέγαρο Μαξίμου δεν απαντάει καταφατικά με σιγουριά. Αυτός είναι άλλωστε και ο προβληματισμός τους: Θα αντέξει η πλειοψηφία των 153 βουλευτών;

Κι επειδή δεν γνωρίζουν αν θα αντέξουν όλοι οι βουλευτές τους, αναζητούν κι άλλα στηρίγματα. Το φλερτ του Μαξίμου με το κόμμα του Βασίλη Λεβέντη δεν φαίνεται να αποδίδει καρπούς τελευταία, κι έτσι στο παρασκήνιο επιχειρείται ξανά προσέγγιση της Φώφης Γεννηματά. Η σχέση τους περνάει διάφορες διακυμάνσεις, από τότε που ο πρωθυπουργός προτίμησε τον Πάνο Καμμένο για κυβερνητικό εταίρο. Τα σύννεφα που προκλήθηκαν τότε δεν διαλύθηκαν, αλλά και από τις δύο πλευρές υπάρχουν πρόσωπα που εργάζονται για την προσέγγιση. Όπως υπάρχουν και αυτοί που δεν την θέλουν. Ειδικά στο ΠΑΣΟΚ όπου κυριαρχεί έντονη καχυποψία. «Ο ΣΥΡΙΖΑ μας θέλει μόνο για να μοιραστούμε μαζί του την ευθύνη και το πολιτικό κόστος. Δεν θέλει να κυβερνήσει μαζί μας. Πιστεύουν ότι αν μας δώσουν κάποια ανταλλάγματα, θα είμαστε άλλος ένας βολικός σύμμαχος» εκτιμά ένας από εκείνους που δεν θέλουν να ενδώσει η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ στον Αλέξη Τσίπρα. «Είναι αρκετοί οι 153 βουλευτές για να τα περάσουν όλα μόνοι τους αλλιώς, αν δεν μπορούν ας παραιτηθούν».

Εκλογές πάντως, δεν θέλει κανένας από τους πολιτικούς αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ για την ώρα, ούτε και οι Ευρωπαίοι δανειστές. Ειδικά οι τελευταίοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι πρέπει να στηριχθεί η κυβέρνηση Τσίπρα, αφού είναι η μόνη τα τελευταία χρόνια που πέρασε μέτρα χωρίς σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις-αν και αυτό το τελευταίο τώρα αρχίζει να αλλάζει.

Στην ηγεσία της Ν.Δ δεν θέλουν εκλογές ακόμα, όχι γιατί φοβούνται να μην τις χάσουν, αλλά γιατί φοβούνται ότι μπορεί να τις κερδίσουν. Ο πραγματικός λόγος είναι ότι θέλουν η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να πιουν μόνοι τους όλο το πικρό ποτήρι των «μεταρρυθμίσεων»- όπως κατ’ ευφημισμό αποκαλούνται τα σκληρά μέτρα. Δημοσίως δεν παραδέχονται ότι αυτό το θέλουν για να χρεωθούν το πολιτικό κόστος και την φθορά και ισχυρίζονται απλώς ότι «τα μέτρα αυτά είναι αποτέλεσμα της ζημιάς που οι ίδιοι προκάλεσαν, άρα πρέπει μόνοι τους να την διορθώσουν».
Στην πορεία και αφού ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει περάσει τα μέτρα και θα έχει υποστεί τη φθορά- αν όχι και την κατάρρευση – τότε η Ν.Δ που ελπίζει ότι θα έχει ανασυνταχθεί πλήρως, θα διεκδικήσει την εξουσία από καλύτερη θέση, σύμφωνα με το σενάριο που επιθυμεί.
καμμενοτσιπρας

Στο Μαξίμου βέβαια, αντιλαμβάνονται απολύτως ότι οι πολιτικοί τους αντίπαλοι και οι δανειστές ελπίζουν να περάσουν μόνοι τους όλα τα αντιλαϊκά μέτρα για να υποστούν και την ζημιά. Και φυσικά δεν σκοπεύουν να μείνουν με σταυρωμένα τα χέρια. Η πρώτη τους προτεραιότητα είναι να διερευνήσουν τις δυνατότητες διεύρυνσης της κοινοβουλευτικής δύναμης που θα μπορούσε να ψηφίσει τα μέτρα. Ιδανικά, θα προτιμούσαν να τα ψηφίσουν μαζί τους η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι.

Οι πιέσεις των Ευρωπαίων προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν φαίνεται να αποδίδουν τα αναμενόμενα μέχρι τώρα. Η κυβέρνηση πάντως, είχε ζητήσει από ευρωπαίους παράγοντες να πιέσουν τους Μητσοτάκη, Γεννηματά και Θεοδωράκη για να βάλουν πλάτη. Διαφορετικά, το όπλο που έχουν είναι να χρησιμοποιήσουν ξανά την απειλή των εκλογών που κανείς τους δεν θέλει. «Αν αρνηθεί να στηρίξει η αντιπολίτευση και οι δικοί μας 153 δεν είναι δεδομένοι, δεν ξέρω αν ο Τσίπρας ρισκάρει το ατύχημα», αναφέρει κυβερνητικός αξιωματούχος. «Εκτιμώ ότι θα προτιμήσει να πάει σε εκλογές- που μπορεί να καταφέρουν και πάλι να τον βγάλουν από τη δύσκολη θέση». Αυτό είναι άλλωστε και το μήνυμα που τους έστειλε τις τελευταίες μέρες: «Στηρίξτε, αλλιώς μπορεί να πάω σε εκλογές».

Τις εκλογές όμως,παρά τα όσα λέει, δεν τις θέλει με τίποτα ο κυβερνητικός του εταίρος, Πάνος Καμμένος όπως και ο Σταύρος Θεοδωράκης. Αλλά και στον ΣΥΡΙΖΑ, πολλοί υπουργοί και βουλευτές διαφωνούν με την επιλογή αυτή και πιστεύουν ότι με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, μπορούν να αντέξουν ακόμα και όλη την τετραετία- όχι απαραίτητα με αυτή την κυβερνητική σύνθεση.

Εκείνοι που εισηγούνται εκλογές στο Μαξίμου, βλέπουν τη φθορά να μεγαλώνει καθημερινά μαζί με τις κοινωνικές διαμαρτυρίες και φοβούνται ότι θα έχουν την τύχη του ΠΑΣΟΚ, με τη διαφορά ότι θα έχουν διανύσει μία απόσταση σαράντα χρόνων μόλις σε έναν. « Αν πάμε τώρα σε εκλογές πριν ψηφίσουμε το ασφαλιστικό, γλιτώνουμε πιθανό αφανισμό και περνάμε στην αντιπολίτευση διατηρώντας μεγάλο μέρος από το πολιτικό μας κεφάλαιο, πριν αυτό εξανεμιστεί, και την προοπτική να επανέλθουμε σύντομα” λένε. “Αν παραμείνουμε στην κυβέρνηση και αναγκαστούμε να ψηφίσουμε ότι μας ζητάνε οι δανειστές για να κλείσει η πρώτη αξιολόγηση του τρίτου μνημονίου, αυτό μπορεί να μας οδηγήσει οριστικά εκτός παιχνιδιού”.
πρόσφυγες
Το ίδιο έργο λοιπόν με τα ίδια διλήμματα. Οι αποφάσεις θα ληφθούν στο “και πέντε” από τον πρωθυπουργό και ένα πολύ στενό επιτελείο, που ουδείς γνωρίζει ακόμα τι θα αποφασίσει. Την ίδια στιγμή η προσφυγική-μεταναστευτική κρίση θεριεύει και ο κίνδυνος να μετατραπεί η Ελλάδα σε Λίβανο της Ευρώπης είναι πλέον ορατός.