Αποστολή στο Ιράν

Το διάταγμα Τραμπ, δώρο στις ακραίες φωνές του Ιράν

ΙρανΦωτο(δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 11.02.2017)

ΤΕΧΕΡΑΝΗ. Στο Ιράν, οι μόνοι που είδαν θετικά το διάταγμα του Ντόναλντ Τραμπ, αυτές τις μέρες, ήταν οι σκληροπυρηνικοί του ισλαμικού καθεστώτος, οι οποίοι τελευταία ενοχλούνταν με τα ανοίγματα της κυβέρνησής τους προς τη Δύση, καθώς και με τη συμφωνία για τον ειρηνικό χαρακτήρα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων εις βάρος της χώρας. Ολο αυτό το διάστημα δυσφορούσαν με την επιτυχή έκβαση της συμφωνίας, για την οποία εργάστηκαν σκληρά οι πρόεδροι των ΗΠΑ και του Ιράν, Μπαράκ Ομπάμα και Χασάν Ροχανί, εκφράζοντας έντονες αντιρρήσεις, όπως άλλωστε και ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ. Οι ακραίοι ισλαμιστές του Ιράν ισχυρίζονταν ότι «οι ΗΠΑ δεν θα κρατούσαν τον λόγο τους». Μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και ειδικά μετά το απαγορευτικό διάταγμα, υποστηρίζουν ότι δικαιώθηκαν.

Αυτοί που ανησυχούν ιδιαιτέρως είναι οι λεγόμενοι μεταρρυθμιστές, ειδικά ενόψει των επερχόμενων εκλογών, οι οποίοι φοβούνται ότι μπορεί να τους στοιχίσει πολιτικά αν ενισχυθούν οι ακραίες φωνές ως αντίδραση στην πολιτική του Τραμπ. Ανήσυχοι είναι και οι νέοι επιστήμονες που εγκατέλειπαν μαζικά τη χώρα τους για τις Ηνωμένες Πολιτείες τα τελευταία χρόνια. Αυτές οι δύο κατηγορίες πλήττονται άμεσα στο Ιράν και είναι ακριβώς αυτοί από τους οποίους οι ΗΠΑ μόνο να κερδίσουν είχαν τα τελευταία χρόνια.

Οι συντηρητικοί μουλάδες έβλεπαν εξαρχής με καχυποψία τη συμφωνία με τον Μπαράκ Ομπάμα και τους αποκαλούμενους μεταρρυθμιστές πολιτικούς του Ιράν, οι οποίοι ήταν υπέρ του διαλόγου με τις ΗΠΑ και βρήκαν τώρα την ευκαιρία να πουν ότι εκείνοι είχαν προειδοποιήσει πως δεν έπρεπε να εμπιστευθούν την αμερικανική κυβέρνηση.

Οι φόβοι

Ο –εκ των μετριοπαθών– Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Μοχαμάντ Τζαβάν Ζαρίφ, δήλωσε ότι το διάταγμα Τραμπ ήταν ένα μεγάλο δώρο στους ακραίους της χώρας του. Αλλά και οι υπόλοιποι μετριοπαθέστεροι πολιτικοί της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν φοβούνται ότι θα ενισχυθεί ο αντιαμερικανισμός ο οποίος υποχωρούσε. Κι όλα αυτά, λίγους μήνες πριν από τις κρίσιμες εκλογές που θα γίνουν την ερχόμενη άνοιξη, όταν θα δοθεί μία μεγάλη μάχη μεταξύ των συντηρητικών και των μεταρρυθμιστών.

Ο Μπαράκ Ομπάμα υποστήριξε με πάθος τη συμφωνία για τα πυρηνικά και ήθελε να κλείσει πριν φύγει, παρότι (ή ακριβώς γι’ αυτό) είχε σφοδρές αντιδράσεις από τους Ρεπουμπλικανούς και τον Ισραηλινό ηγέτη Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν την είχε χαρακτηρίσει ιστορική ευκαιρία «για να κερδίσει η Ουάσιγκτον την εμπιστοσύνη του ιρανικού λαού, η οποία είχε πληγεί από εχθρικές πολιτικές δεκαετιών των Ηνωμένων Πολιτειών».

Ο μεταρρυθμιστής πρόεδρος του Ιράν, Χασάν Ροχανί, είχε πάρει πάνω του τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα, όχι χωρίς κόστος στο εσωτερικό, καθώς κατηγορήθηκε για υποχωρητικότητα προς τις ΗΠΑ. Ηδη και πριν από το διάταγμα Τραμπ ήταν σε δύσκολη θέση, αφού οι Αμερικανοί δεν προχώρησαν σε ουσιαστική άρση των κυρώσεων και παρά τις υποχωρήσεις της Τεχεράνης, ο οικονομικός αποκλεισμός –ένα χρόνο μετά– παραμένει. Η κατάσταση αυτή αξιοποιείται εις βάρος του Χασάν Ροχανί και των μετριοπαθέστερων από τους συντηρητικούς πολιτικούς αντιπάλους τους, που τους κατηγορούν ότι «πίστεψαν αφελώς τις ΗΠΑ οι οποίες τους κορόιδεψαν».

Και στο παρελθόν

Αν ο Τραμπ συνεχίσει σε αυτό το μοτίβο, ο Ροχανί και οι μεταρρυθμιστές κινδυνεύουν να έρθουν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, καθώς αυτή η συμπεριφορά ενδέχεται να υπονομεύσει την υποψηφιότητά τους στις εκλογές και να κερδίσουν οι σκληροπυρηνικοί. Εχει ξαναγίνει κάτι τέτοιο, όταν κέρδισε τις εκλογές ο πρώην πρόεδρος Αχμαντινετζάντ εις βάρος των μεταρρυθμιστών, καθώς οι ΗΠΑ τότε δεν ανταποκρίνονταν στα ανοίγματά τους, που είχαν προηγηθεί.

Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την Ισλαμική Επανάσταση, με την αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη να παραμένει έκτοτε κλειστή, ο αντιαμερικανισμός είχε αρχίσει να υποχωρεί αισθητά, ειδικά στη νεολαία και στους ανθρώπους των επιστημών και των τεχνών, πολλοί εκ των οποίων μέχρι προχθές ονειρεύονταν να κάνουν καριέρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς έβλεπαν όλο και περισσότερους συμπατριώτες τους να κάνουν το όνειρο αυτό πραγματικότητα.

Απογοήτευση για τους νέους και δημόσιες αντιδράσεις

Οι νέοι στο Ιράν έχουν πολύ καλή σχέση με το Διαδίκτυο και καταφέρνουν να μαθαίνουν τα πάντα, παρά τους περιορισμούς. Στην Τεχεράνη σχεδόν όλοι έχουν smartphone και στους δρόμους συναντάς παντού νέους με iphone στο χέρι – οι περισσότεροι με τα τελευταία μοντέλα. Οποιος επισκεφθεί το Ιράν, θα διαπιστώσει ότι όλες οι δυτικές μάρκες υπάρχουν εκεί, παρά τον πολυετή αποκλεισμό της Δύσης. «Ολα μπορούμε να τα βρούμε και να τα αγοράσουμε, αλλά τα πληρώνουμε δύο και τρεις φορές ακριβότερα από ό,τι τα αγοράζετε στη Δύση», λένε.

Οι νέοι του Ιράν ενημερώθηκαν για το διάταγμα του Ντόναλντ Τραμπ την ίδια στιγμή. Για την ακρίβεια, γνώριζαν την είδηση για το διάταγμα πριν καν αυτό τεθεί σε ισχύ, καθώς ήταν ενημερωμένοι λεπτομερώς για όσα είχαν προηγηθεί και εύχονταν να μη γίνει πράξη.

«Ελπίζω να μην ισχύσει στ’ αλήθεια», έλεγε ένα 25χρονο κορίτσι που έχει σπουδάσει ηλεκτρολόγος μηχανικός, έχει κάνει μάστερ στην Τεχεράνη και περίμενε να της απαντήσουν τα αμερικανικά πανεπιστήμια στα οποία είχε κάνει αιτήσεις με την προσδοκία να συνεχίσει τις σπουδές της εκεί. Δεν έκρυβε την απογοήτευσή της για την απαγόρευση Τραμπ και έδειχνε απελπισμένη όταν αναφερόταν στην πιθανότητα να ακυρωθούν όλα τα σχέδιά της.

«Φυγή» επιστημόνων

Το Ιράν διαθέτει σπουδαίους επιστήμονες σε πολλούς τομείς και κάποιοι νεαροί απόφοιτοι πανεπιστημίων της Τεχεράνης γίνονται αμέσως δεκτοί στα καλά πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει τεράστιο brain drain από το Ιράν προς τις ΗΠΑ και αυτός είναι και ο κύριος λόγος που οι Ιρανοί μετανάστες στην Αμερική έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο.

Τόσο η πολιτική ηγεσία του Ιράν όσο και διάσημοι Ιρανοί καλλιτέχνες, αλλά και απλοί πολίτες της χώρας αντέδρασαν έντονα από την πρώτη στιγμή στο διάταγμα του Nτόναλντ Τραμπ και δήλωσαν ότι οι Ιρανοί δεν είναι τρομοκράτες και δεν ήταν αυτοί που πρωταγωνίστησαν στις τρομοκρατικές επιθέσεις που έπληξαν τα τελευταία χρόνια τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κάποια κυβερνητικά στελέχη απευθύνθηκαν δημόσια προς τον Ντόναλντ Τραμπ, κουνώντας του το δάχτυλο και δηλώνοντας (παρότι τον κατηγόρησαν πριν για ρατσισμό) ότι εκείνοι είναι η μοναδική άρια φυλή στην περιοχή (Ιράν σημαίνει «η χώρα των Αρίων» και αυτό ήθελαν να πουν όταν με αυτό το όνομα αντικατέστησαν το παλιό όνομα Περσία, θέλοντας να διαφοροποιηθούν από τους Αραβες στη γύρω περιοχή, τους οποίους θεωρούν περίπου κατώτερους).

Πράξεις διαμαρτυρίας

Πολλοί νέοι άνθρωποι στην Τεχεράνη επιδοκίμασαν τις δηλώσεις της δημοφιλούς ηθοποιού Ταρανέ Αλιντουστί, η οποία υποστήριξε ότι οι τρομοκράτες στις ΗΠΑ ήταν κυρίως πολίτες εθνικοτήτων χωρών που δεν είναι στη λίστα του Ντόναλντ Τραμπ. Η συγκεκριμένη ηθοποιός πρωταγωνιστεί στην ταινία «Ο εμποράκος», που είναι υποψήφια για Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και θα μετέβαινε στις ΗΠΑ για την τελετή απονομής. Επειτα από αυτά, όμως, ανακοίνωσε ότι δεν θα παραστεί στην τελετή των Οσκαρ, ως πράξη διαμαρτυρίας, ακόμα και αν η περίπτωσή της εξαιρεθεί από τη γενική απαγόρευση. Η στάση της αυτή επαινέθηκε τόσο από τους απλούς Ιρανούς όσο και από κυβερνητικά στελέχη, που την παρουσίασαν ως υπόδειγμα ήθους και πατριωτισμού.

Ακόμα πιο δημοφιλής στο Ιράν είναι ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο Ασγκάρ Φαραντί, που έχει ήδη κερδίσει ένα βραβείο Οσκαρ το 2012 με την ταινία «Ο χωρισμός» και που και εκείνος δεν θα παραστεί στην τελετή. Ο Φαραντί άφησε αιχμές όμως, όχι μόνο για τον Ντόναλντ Τραμπ αλλά και για πολιτικούς της χώρας του, μιλώντας για ομάδες ανθρώπων και στις δύο πλευρές που ασπάζονται τη σκληρή γραμμή και προσπάθησαν να παρουσιάσουν στον λαό τους «ως τρομακτικές τις εικόνες ανθρώπων από άλλους πολιτισμούς, ώστε οι διαφορές να γίνουν διαφωνίες, οι διαφωνίες εχθρότητες και οι εχθρότητες φόβοι». Ανέφερε ακόμη – και με αυτό συμφώνησαν πολλοί νέοι και καλλιτέχνες στο Ιράν, ότι «το να εμπνέεις φόβο στον άλλο, είναι ένα από τα κατεξοχήν μέσα για τη δικαιολόγηση εξτρεμιστικών και φανατικών συμπεριφορών από στενόμυαλους ανθρώπους».

Τεράστια προσβολή στο «μεγάλο ιρανικό έθνος» και «ενάντια στους διεθνείς νόμους» χαρακτήρισε την απαγόρευση του Ντόναλντ Τραμπ και η βουλευτής του Ιράν Σομαγιέ Μαχμούντι, η οποία κι εκείνη με τη σειρά της αρνήθηκε να παραστεί σε διεθνή διάσκεψη του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη για τη θέση της γυναίκας.

Οι νέοι, που αποτελούν την πλειονότητα στο Ιράν, δεν έχουν μνήμες πριν από την Ισλαμική Επανάσταση και ειδικά οι νέοι στην Τεχεράνη έχουν υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής με αρκετά στοιχεία του δυτικού πολιτισμού. Οι περισσότεροι αναρωτιούνται ποιο το όφελος των απαγορεύσεων αυτών. Οι μεταρρυθμιστές προσπάθησαν στην αρχή να παρουσιάσουν τον Ντόναλντ Τραμπ «σαν σκυλί που γαβγίζει, αλλά δεν δαγκώνει».

Οι πρώτες κινήσεις του δεν τους διευκολύνουν και γνωρίζουν ότι στην προεκλογική περίοδο που θα ανοίξει σε λίγο, η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι κεντρικό θέμα.

Advertisements