Η υστερία με τα fake news: Πόσο παλιό είναι το πρόβλημα και κυρίως, ποιο είναι το πρόβλημα;

Επικρατεί μεγάλη σύγχυση γύρω από τον όρο, κυρίως επειδή χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό καταχρηστικά, ειδικά από τους πολιτικούς

 

fake news

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 19.4.2018 | Πηγή: www.lifo.gr

 

Τα fake news είναι ένας όρος που εσχάτως χρησιμοποιείται πάρα πολύ, ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια και ο οποίος δημιουργήθηκε για να περιγράψει κάτι πάρα πολύ παλιό: την προπαγάνδα, τα ψέματα, την παραπληροφόρηση, την διαστρέβλωση και τις κατασκευασμένες ειδήσεις, που υπήρχαν πάντα. Αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, είναι οι τρόποι διάδοσης τους. Υπάρχει ωστόσο, και μια μεγάλη σύγχυση γύρω από τον όρο αυτό, κυρίως επειδή χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό καταχρηστικά, ειδικά από τους πολιτικούς.

 
Συχνά, πολιτικά πρόσωπα που ψεύδονται και παραπληροφορούν συστηματικά την κοινή γνώμη, καταγγέλλουν ως “fake news” αλήθειες ή αποκαλύψεις που δεν τους βολεύουν.  Ένα σχετικά πρόσφατο παράδειγμα είναι εκείνο του πρωθυπουργού της Μάλτας, Τζοζεφ Μουσκάτ, που έχει κατηγορηθεί για πλήθος σκανδάλων διαφθοράς και ο οποίος κατήγγειλε ως fake news τα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ της δημοσιογράφου, Δάφνης Καρουάνα Γκαλιζία, που δολοφονήθηκε πριν από ένα χρόνο.

Αλλά και στα καθ’ ημάς, πολιτικοί που έχουν πιαστεί να λένε ψέματα και να παραπληροφορούν πάρα πολλές φορές, δεν διστάζουν να χαρακτηρίζουν ως fake news ό,τι τους ενοχλεί.

 

Πριν από λίγο καιρό, εξαγγέλθηκε ως κυβερνητική πρωτοβουλία  από το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, νομοσχέδιο  που θα έχει ως στόχο τον εντοπισμό των ψευδών ειδήσεων. Πόσο ειλικρινής, όμως, μπορεί να είναι μία τέτοια πρωτοβουλία, από μία κυβέρνηση που διαθέτει και η ίδια έναν μακρύ κατάλογο ψευδών, ανακριβειών και διαστρεβλωμένων πληροφοριών, δικής της παραγωγής;

Οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα βέβαια, το συνηθίζουν αυτό. Δεν είναι η πρώτη που ψεύδεται (παρότι πολλοί είναι εκείνοι που της προσάπτουν το ρεκόρ). Είναι πρώτη όμως, που ενώ παράγει προπαγανδιστικά ψεύδη αφειδώς, εξαγγέλλει μηχανισμό εντοπισμού τους.  Λογίζεται άραγε για την κυβέρνηση ως “fake news” η περσινή δήλωση του πρωθυπουργού ότι “δεν υπάρχει περίπτωση να νομοθετήσει ούτε ένα ευρώ επιπλέον μέτρα” όταν λίγες μέρες μετά,  προκειμένου να κλείσει την αξιολόγηση, συμφώνησε με τους δανειστές για νέα μέτρα δισεκατομμυρίων ευρώ;  Είναι ή όχι “fake news” η έξοδος από τα μνημόνια, όταν δεν καταργείται ούτε ένας μνημονιακός νόμος, αλλά αντιθέτως, τα υπάρχοντα μνημόνια  συμπληρώνονται με νέους νόμους, μέτρα και δεσμεύσεις; Γιατί, παρά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης περί του αντιθέτου , η έξοδος από τα μνημόνια είναι η μεγαλύτερη από τις ψευδείς και κατασκευασμένες ειδήσεις, αφού η χώρα ολοκληρώνει το μνημονιακό πρόγραμμα και δεν βγαίνει από αυτό. Αν τελειώσει κάτι τον Αύγουστο, αυτό θα είναι ο φθηνός δανεισμός που συνοδεύτηκε από το μνημονιακό πρόγραμμα.
TrumpFakeNews

Το ίδιο πάνω-κάτω συμβαίνει και εκτός συνόρων, από όπου άλλωστε ξεκίνησε και η (κατά)χρήση του όρου “fake news”.  O πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτήριζε εξαρχής ως fake news όλες τις άβολες αλήθειες των ΜΜΕ που του ασκούσαν κριτική, όπως π.χ των NYtimes και του CNN, αλλά ποτέ όσα λένε για αυτόν τα φιλικά ΜΜΕ όπως το τηλεοπτικό κανάλι FOX κ.α.  Και φυσικά, δεν μιλά ποτέ για τα δικά του ψεύδη. Για τον Ντόναλντ Τραμπ, όπως και για τους δικούς μας κυβερνητικούς, “ψευδείς ειδήσεις” είναι μόνο όσες δεν του αρέσουν.

 

Ακριβώς λοιπόν, επειδή οι πολιτικές εξουσίες χρησιμοποιούν τον όρο καταχρηστικά και επειδή είναι οι πρώτες στην κατασκευή ψευδών ειδήσεων, καθίσταται σαφές ότι όσες από αυτές εξαγγέλλουν μηχανισμούς ελέγχων των “ψευδών ειδήσεων”,  έχουν σκοπό τον έλεγχο της ενημέρωσης.

 

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι δεν υφίσταται ζήτημα γενικά με τις ψεύτικες ειδήσεις και το μίσος που συχνά αυτές τροφοδοτούν.  Το πρόβλημα είναι υπαρκτό, όπως ήταν πάντα.

 

Αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια είναι οι μέθοδοι διάδοσης με το πέρασμα της επικοινωνίας και της ενημέρωσης στην εποχή του διαδικτύου. Κατά τ’ άλλα, οι ψευδείς και οι κατασκευασμένες ειδήσεις είναι τόσο παλιές,  όσο και οι ειδήσεις.  

 

Μέχρι την εποχή του διαδικτύου, η ενημέρωση μέσω του τύπου, της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, ελεγχόταν κυρίως από το κράτος, το κεφάλαιο και τις ελίτ. Και περιορίζονταν εντός εθνικών συνόρων. Τα ανεξάρτητα ΜΜΕ ήταν πάντα λιγότερα και η επιρροή τους είχε όρια.

Το διαδίκτυο έδωσε τη δυνατότητα να δημιουργηθούν μέσα χωρίς το μεγάλο κόστος που απαιτούσε η προηγούμενη εποχή. Επίσης  διευκόλυνε την ταχύτητα διάδοσης και την εξεύρεση κοινού. Τα social media επέτρεψαν στον καθένα να αποκτήσει δημόσιο λόγο (όλα αυτά με συγκεκριμένο κόστος και συνέπειες, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα) και συνέβαλαν επίσης στη διακίνηση ειδήσεων, αληθινών και ψευδών.  

Για να περιοριστούμε στα θετικά εδώ όμως, το διαδίκτυο έδωσε τη δυνατότητα να δημοσιεύονται ειδήσεις που στα μεγάλα, καθιερωμένα ΜΜΕ, αυτά που αποκαλούνται “συστημικά”, συχνά είναι απαγορευμένες.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων “απαγορευμένων” ειδήσεων στη χώρα μας, ήταν (και είναι)  τα τεράστια σκάνδαλα των τραπεζών, τα οποία αποσιωπήθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους, καθώς οι τράπεζες χρηματοδοτούσαν, μέσω διαφήμισης,  σχεδόν το σύνολο των ΜΜΕ.

Ένα άλλο παράδειγμα άξιο αναφοράς, είναι τα ρεπορτάζ της δολοφονημένης Μαλτέζας δημοσιογράφου, Δάφνης Καρουάνα Γκαλίζία, τα οποία αναφέρονταν στην κυβερνητική διαφθορά και τις ύποπτες συναλλαγές πολιτικών με τράπεζες που δημοσιεύονταν (για ευνόητους λόγους) κυρίως στο προσωπικό ιστολόγιο της  https://daphnecaruanagalizia.com/  το οποίο  ήταν εξαιρετικά δημοφιλές.

Οι νέες δυνατότητες που έδωσε το διαδίκτυο, αρχικά φάνηκε ότι ήταν προς όφελος των πιο ανίσχυρων και ανεξάρτητων δημοσιογραφικών φωνών, που μπορούσαν πλέον να ακουστούν. Οι πάσης φύσεως εξουσίες όμως που θίγονταν,  δεν θα έμεναν με σταυρωμένα τα χέρια, ούτε θα άφηναν ένα τέτοιο “όπλο” στα χέρια όσων τις αμφισβητούν, χωρίς να το αξιοποιήσουν οι ίδιες υπέρ των δικών τους συμφερόντων.

 

Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ που έλεγχαν τα παραδοσιακά μέσα, μετά την αρχική αμηχανία και τον αιφνιδιασμό (καθώς οι αλματώδεις εξελίξεις τις βρήκαν σχετικά απροετοίμαστες), φρόντισαν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που παρείχαν τα νέα μέσα και τη δύναμη του διαδικτύου προς όφελος τους. Οι βασικότεροι παραγωγοί ψευδών ειδήσεων και δημιουργοί μηχανισμών παραπληροφόρησης ήταν πάντα οι διαπλεκόμενες πολιτικές εξουσίες. Έτσι και τώρα,  αξιοποίησαν τα νέα μέσα για τον ίδιο σκοπό.

Ιστοσελίδες και  μπλογκς, που αναπαράγουν πολιτική προπαγάνδα, διαστρεβλώνουν την αλήθεια (όταν αυτή είναι ενοχλητική για την εξουσία που υπηρετούν) και συκοφαντούν τον αντίπαλο, άρχισαν να δημιουργούνται με πολιτική καθοδήγηση και πόρους που προέρχονταν είτε από κρατική διαφήμιση, είτε από επιχειρηματικά συμφέροντα για λογαριασμό πολιτικών, είτε και από μαύρα κομματικά ταμεία.

Το ίδιο συνέβη και με τους κομματικούς στρατούς των έμμισθων χειριστών ακάουντ και τα κομματικά τρολ, που λειτουργούν ως βασικοί διακινητές της πολιτικής προπαγάνδας. Όλα τα κόμματα και οι μηχανισμοί εξουσίας διαθέτουν πλέον τέτοιους στρατούς,  οι οποίοι τροφοδοτούνται καθημερινά από τα πολιτικά επιτελεία με τη “γραμμή” της ημέρας και το απαραίτητο προπαγανδιστικό υλικό για την υποστήριξή της.

 

Ο μεγάλος ντόρος γύρω από τα “fake news” έγινε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των τελευταίων εκλογών των ΗΠΑ και συνεχίστηκε και μετά, μέχρι σήμερα. Ο Ντόναλντ Τραμπ κατήγγειλε ως “fake news” όσα δημοσιεύματα  περιείχαν αποκαλύψεις εναντίον του και το ίδιο έκανε και το επιτελείο της Χίλαρι Κλίντον με τα αντίστοιχα δημοσιεύματα που αφορούσαν εκείνη. Την ίδια περίοδο φούντωσαν και οι θεωρίες συνωμοσίας -με λιγότερη ή περισσότερη αλήθεια, ή άλλες φορές και καθόλου- σύμφωνα με τις οποίες, πίσω από τη νίκη του Τραμπ κρύβονταν η Ρωσία και οι πανίσχυροι μηχανισμοί προπαγάνδας του Πούτιν.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, άσχετα από το μέγεθος της αλήθειας τους, ανέδειξαν ένα νέο υπαρκτό ζήτημα: την ευκολία που έχουν πλέον ξένες δυνάμεις, ακόμα και όχι τόσο ισχυρές, να αποκτούν μηχανισμούς επιρροής της κοινής γνώμης σε μια άλλη χώρα, μέσω του διαδικτύου. Η επιρροή της διεθνούς κοινής γνώμης, μέχρι πριν από μερικά χρόνια,  ήταν κάτι που ελάχιστες χώρες μπορούσαν να κάνουν.

Ποιος (από όσους ήταν ενήλικες) δεν θυμάται το 1991 τη φωτογραφία που παρουσίασε το CNN το με τον βουτηγμένο στο πετρέλαιο κορμοράνο  (υποτίθεται στα μολυσμένα νερά του Περσικού Κόλπου) για το οποίο παρουσιάστηκε ως υπαίτιος ο Σαντάμ Χουσεϊν, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα αρνητικό κλίμα και να διευκολυνθεί η επέμβαση στο Ιράκ;  

Αργότερα, και αφού ο στόχος της προπαγάνδας είχε επιτευχθεί,  αποκαλύφθηκε ότι ο κορμοράνος ανήκε σε ζωολογικό κήπο και είχε  περιλουστεί με πετρέλαιο για να στηθεί η συγκεκριμένη φωτογραφία. Την ίδια περίοδο, άλλη μια χαρακτηριστική περίπτωση κατασκευασμένης είδησης ήταν όταν στην Επιτροπή του Κογκρέσου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, παρουσιάστηκε ένα κορίτσι που ισχυρίστηκε κλαίγοντας ότι ιρακινοί στρατιώτες είχαν εισβάλλει  σε ένα μαιευτήριο στο Κουβέιτ και πετούσαν τα νεογέννητα μωρά από τις θερμοκοιτίδες. Δυο χρόνια μετά, αποκαλύφθηκε ότι το κορίτσι αυτό ήταν κόρη του πρεσβευτή του Κουβέιτ στην Ουάσιγκτον και η κατάθεσή της ήταν κι αυτή στημένη, όπως η φωτογραφία με τον κορμοράνο. Οι δύο αυτές κατασκευασμένες ειδήσεις είχαν κάνει το γύρο του (δυτικού τουλάχιστον) κόσμου, μέσω των παραδοσιακών ΜΜΕ, επηρεάζοντας την κοινή γνώμη, προκειμένου να εξουδετερωθούν  οι αντιδράσεις για την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ.

Τώρα η Δύση ανησυχεί ότι το διαδίκτυο προσφέρει τη δυνατότητα διακίνησης προπαγάνδας,  πέρα από το πεδίο επιρροής τους, σε χώρες όπως η Ρωσία, που πριν δεν είχαν. Για αυτό και τα αγγλόφωνα ρωσικά ΜΜΕ κατηγορούνται συχνά ως κατασκευαστές fake news.

Σε γενικές γραμμές,  τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν οι εξουσίες μιλούν για αντιμετώπιση των fake news, εννοούν κυρίως είτε την επιρροή της Ρωσίας, είτε των ευρωσκεπτικιστών, αλλά και την αποκαλυπτική ειδησεογραφία εναντίον τους.

 

Για τις πολιτικές εξουσίες “fake news” είναι κάθε είδηση -κατασκευασμένη ή πραγματική- που τις ενοχλεί, ενώ οι ίδιες χρησιμοποιούν μεθόδους προπαγάνδας με καθημερινή παραγωγή ψευδών ειδήσεων, εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων, των εχθρών τους, αλλά και των πολιτών, προκειμένου να διαιωνίζουν την εξουσία τους.

Δεν ευαισθητοποιήθηκαν λοιπόν ξαφνικά οι πολιτικές ελίτ για την αντιμετώπιση των ψευδών ειδήσεων. Αυτό που θέλουν είναι να ελέγξουν την ενημέρωση.  Το κατεστημένο των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ ταράχθηκε ευλόγως το τελευταίο διάστημα, με το έδαφος που είδε να χάνει το σύστημα της Χίλαρι που νόμιζε ότι είναι ανίκητο και έριξε το ανάθεμα στις δυνάμεις του “λαϊκισμού” και στη “Ρωσία”.  Το ίδιο περίπου συνέβη και στην Ε.Ε όταν άρχισαν να διαπιστώνουν ότι η κεντρική πολιτική τους καθίσταται όλο και λιγότερο δημοφιλής, με αποτέλεσμα την άνοδο των ευρωσκεπτικιστών. Κι εκεί το ανάθεμα έπεσε πάλι στην προπαγάνδα των “λαϊκιστών” και της Ρωσίας.  

 

Ο πρόεδρος Juncker, μάλιστα,  πριν από καιρό ζήτησε από την Επίτροπο Ψηφιακής Οικονομίας, Μαρίγια Γκάμπριελ,  “να ερευνήσει τις προκλήσεις που δημιουργούν οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες για τις δημοκρατίες, σχετικά  με τη διασπορά ψευδών ειδήσεων” και να αναλάβει πρωτοβουλίες “για να προστατευθούν οι πολίτες” της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό συστήθηκε και μία ομάδα 39 εμπειρογνώμων για να συμβουλεύει σχετικώς την Επιτροπή. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι τρία χρόνια πριν,  από το 2015, είχε ήδη συσταθεί η East Stratcom Task Force,  https://eeas.europa.eu/headquarters/headquarters-Homepage/2116/questions-and-answers-about-east-stratcom-task-force_en

από την εκπρόσωπο της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, Φεντερίκα Μογκερίνι, για “την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης στις Ανατολικές γειτονικές χώρες”. Ο λόγος που δημιουργήθηκε αυτή η Task Force είναι η ανησυχία τους ότι Ρωσία, εθνικιστές και  λαϊκιστές επηρεάζουν την κοινή γνώμη των χωρών αυτών- σημαντικό τμήμα της οποίας δεν φαίνεται ιδιαίτερα ικανοποιημένο από τις ευρωπαϊκές πολιτικές.

 

Πάνω στην ευρωπαϊκή ανησυχία, η οποία κι αυτή δεν είναι τόσο αθώα, ωστόσο κινείται εντός συγκεκριμένων θεσμικών ορίων,  σκοπεύει να πατήσει και η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να νομιμοποιήσει τις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσει για τις “ψευδείς ειδήσεις”. Πέρα από γενικότητες και αοριστίες όμως, τα κυβερνητικά στελέχη δεν έχουν πει τίποτα συγκεκριμένο για το πως σκοπεύουν να υλοποιήσουν τα σχέδια που έχουν εξαγγείλει. Κάποιες σκόρπιες κουβέντες για αλγόριθμους και τεχνητή νοημοσύνη, δεν οδηγούν σε σαφή συμπεράσματα για το τι θα κάνουν, αλλά είναι επίσης γνωστό ότι οι αλγόριθμοι στην πραγματικότητα δεν έχουν τη δυνατότητα να εντοπίζουν τις ψευδείς ειδήσεις. Αν μπορούσαν να το κάνουν, θα ήμασταν όλοι ευτυχέστεροι και θα τους αναθέταμε να ελέγχουν και τις προεκλογικές ομιλίες των πολιτικών στις προεκλογικές -και όχι μόνο- περιόδους.  

http://www.lifo.gr/articles/media_articles/189193/i-ysteria-me-ta-fake-news-poso-palio-einai-to-provlima-kai-kyrios-poio-einai-to-provlima#comment

 

Στη σκιά μιας οικονομίας που λιμνάζει

ΠΟΛΙΤΙΚΟ 7ΗΜΕΡΟ

φωτο

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 18.4.2018 | 11:25 Πηγή: www.lifo.gr

***Λιμνάζει η ελληνική οικονομία και θα λιμνάζει για καιρό, απ’ ό,τι φαίνεται. Αυτό λέει στην ουσία το ΔΝΤ με την αναθεώρηση προς τα κάτω στην οποία προέβη για τους ρυθμούς ανάπτυξης της χώρας, αφού χαμηλώνει την ανάπτυξη στο 2% για το 2018 από το 2,6% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη.   Εξίσου απαισιόδοξες είναι οι προβλέψεις του και για το 2019, που προβλέπει ανάπτυξη στο 1,8%, και στο 1,9% για το 2023. Σύμφωνα με τους περισσότερους οικονομολόγους, με μια τόσο αναιμική ανάπτυξη, η ελληνική οικονομία δεν πρόκειται να ξεκολλήσει και κανένα αισιόδοξο σενάριο για το μέλλον της χώρας δεν είναι δυνατό. Τα νούμερα αυτά, αν δεν ανατραπούν, στην ουσία περιγράφουν μια οικονομία που δεν πάει πουθενά.

 

***Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση, που δεν δείχνει να προβληματίζεται ιδιαιτέρως, είναι από φιέστα σε φιέστα. Είναι χαρακτηριστικός ο πανηγυρικός τόνος που έδωσαν στο περιφερειακό αναπτυξιακό συνέδριο στη Ρόδο, όπου μεταφέρθηκαν δεκάδες υπουργοί και γενικοί γραμματείς, συνοδεία εκατοντάδων κομματικών στελεχών, μετακλητών και συμβούλων, θυμίζοντας εποχές Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, προ μνημονίων.

 

***Την ίδια ώρα που η κομματική νομενκλατούρα του ΣΥΡΙΖΑ κατέλυε στο Rodos Palace Hotel, τα ΜΑΤ που θα καταργούσαν χτυπούσαν ανηλεώς τους διαδηλωτές που κατέβηκαν στους δρόμους για να δηλώσουν την αντίθεσή τους στον πόλεμο της Συρίας.

***Τα στελέχη της κυβέρνησης δεν έκρυβαν την ικανοποίησή τους και για έναν ακόμη λόγο αυτή την εβδομάδα, κι αυτός ήταν οι φιλοφρονήσεις του Αμερικανού πρέσβη Τζέφρι Πάιατ, ο οποίος δήλωσε ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις είναι στο καλύτερο σημείο από ποτέ.

***Την εβδομάδα αυτή υπήρξαν πολλές καταγγελίες δημοσιογράφων για κυβερνητικές παρεμβάσεις και λογοκρισία. Πρώτα ήταν οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ, οι οποίοι, σε ανακοίνωση που εξέδωσαν μετά από συνέλευση που πραγματοποίησαν, ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι ανησυχούν «για τα φαινόμενα παρακμής, απαξίωσης, πολιτικών παρεμβάσεων και συνδιοίκησης», τα οποία τους γυρίζουν πολλά χρόνια πίσω και «είναι ξένα με έναν σύγχρονο ραδιοτηλεοπτικό φορέα».

***Το δεύτερο κρούσμα αφορούσε –σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν αρχικά στο mediatvnews και φαίνεται ότι επιβεβαιώνονται– δημοσιογράφο του ραδιοφώνου της ΕΡΤ που υπέβαλε παραίτηση από το ρεπορτάζ της, καταγγέλλντας ότι η διοίκηση το ανέθεσε σε άλλον δημοσιογράφο, επειδή αυτό ήταν απαίτηση κορυφαίου υπουργού της κυβέρνησης.   Υπήρξε και τρίτο κρούσμα όμως, το οποίο προκάλεσε την αντίδραση της ΕΣΗΕΑ, και αυτό ήταν ο αποκλεισμός δημοσιογράφου του Σκάι από την ενημέρωση του υπουργείου Υποδομών με εντολή του υπουργού Χρ. Σπίρτζη.   Σύμφωνα με την καταγγελία του δημοσιογράφου, η εντολή για αποκλεισμό του δόθηκε εξαιτίας της δυσαρέσκειας του υπουργού για άρθρα του που αφορούν τη δραστηριότητά του σχετικά με τα διόδια στην Περιφέρεια Αττικής, όπου σκοπεύει να πολιτευτεί στις επόμενες εκλογές.

 

***Τέλος, ο πρώην Πρόεδρος της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος θεωρείται από τους πλέον αποτυχημένους Προέδρους της χώρας του και έληξε τη θητεία του αγγίζοντας το ναδίρ της δημοτικότητάς του, εξέδωσε βιβλίο στο οποίο αναφέρει και την Ελλάδα.   Με την αναφορά αυτή επιχειρεί για άλλη μια φορά να παρουσιάσει τον εαυτό του ως «σωτήρα» της Ευρωζώνης, μέσω της «σωτηρίας» της Ελλάδας που προσπαθεί να πει ότι εκείνος πέτυχε, βάζοντας τον Αλέξη Τσίπρα στον ίσιο δρόμο της δημοσιονομικής αρετής των μνημονίων.

 

Φαινόμενα παρακμής, απαξίωσης και πολιτικών παρεμβάσεων καταγγέλλουν οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ

 

ΕΡΤ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ  ΤΗΣ  ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ

Οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ εκδηλώνουμε την έντονη ανησυχία μας για την  κατάσταση που διαμορφώνεται στην εταιρεία, η οποία εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ίδια και τους εργαζόμενούς της ενώ απογοητεύει την κοινωνία, την οποία η ΕΡΤ οφείλει να υπηρετεί με ποιοτική ενημέρωση και ψυχαγωγία. 

Ανησυχούμε για τα φαινόμενα παρακμής, απαξίωσης, πολιτικών παρεμβάσεων και συνδιοίκησης, τα οποία μας γυρίζουν πολλά χρόνια πίσω και είναι ξένα με ένα σύγχρονο ραδιοτηλεοπτικό φορέα.

1. Γιατί η αξιοπιστία της ΕΡΤ1 τραυματίζεται καθημερινά από χοντροκομμένες και απαρχαιωμένες λογικές, από τις πολιτικές παρεμβάσεις αλλά και τις πολιτικές επιθέσειςΗ σημερινή κυβέρνηση υπέκυψε στον πειρασμό του ελέγχου της ενημέρωσης της ΕΡΤ ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση την έχει επιλέξει σαν “σάκο του μποξ” και προβολής του “οράματος” της συρρίκνωσής της.

2. Γιατί η ΕΡΤ2, η ΕΡΤ3 και το δίκτυο της στην περιφέρεια εγκαταλείπονται σε αργό και σταθερό θάνατο. Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς ταυτότητα και χωρίς στίγμα, με αποτέλεσμα και κάποιες, πραγματικά εξαιρετικές παραγωγές που έχουν απομείνει να «χάνονται» μέσα στο «ξεκούρδιστο» σύνολο. Ειδικά, δε, το περιφερειακό δίκτυο έχει παραδοθεί σε μια ανέμπνευστη και μίζερη γραφειοκρατική διακυβέρνηση.

3. Γιατί η διοίκηση της ΕΡΤ αντί να ασχολείται με τα προηγούμενα και όλα τα σημαντικά διοικεί αλά παλαιά, μέσω αμφιλεγόμενων επιτροπών, μεθοδεύει αποφάσεις ή ακόμα εκβιάζει πλειοψηφίες στο Δ.Σ. της εταιρείας προκειμένου να εγκριθούν «φιλικές» παραγωγές..

Επιστέγασμα όλων των προαναφερθέντων αποτελεί το οργανόγραμμα που κυοφορείται τους τελευταίους 6 μήνες χωρίς διαφάνεια ή διαβούλευση. Χωρίς οργανικές θέσεις! Ένα οργανόγραμμα που κινείται στον αντίποδα της οριζόντιας οργανωτικής δομής που διέπει όλα τα μεγάλα δίκτυα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας διεθνώς. Κομμένο και ραμμένο στις επιδιώξεις κάποιων για τον απόλυτο έλεγχο της ενημέρωσης και κάποιων παλαιάς κοπής συνδικαλιστών για έλεγχο των θέσεων ευθύνης.

Όλα τα παραπάνω καθιστούν επιτακτικό το αίτημα τόσο η κυβέρνηση όσο και τα κόμματα να αποδείξουν στους πολίτες ότι όταν ευαγγελίζονται, χρόνια τώρα, την ανεξαρτησία της ΕΡΤ  το εννοούν. Είναι καιρός να δρομολογηθούν εκείνες οι νομοθετικές, θεσμικές και διοικητικές πρωτοβουλίες που θα εκσυγχρονίσουν πραγματικά το δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα και θα τον απαλλάξουν από τις πολιτικές εξαρτήσεις (όλων των αποχρώσεων) που τον καθηλώνουν και τον συνθλίβουν.

                                                                                                       Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ

Θέλει ο Τσίπρας να αλλάξει τον νόμο περί ευθύνης υπουργών, όπως έχει δεσμευθεί;

ΤσίπραςΚιμούλης

Ένα ζήτημα που απασχόλησε την επικαιρότητα την περασμένη εβδομάδα ήταν η περίφημη συνταγματική αναθεώρηση. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ. έχει μπει στον τέταρτο χρόνο, αλλά το μόνο που έχει κάνει είναι να συστήσει μια επιτροπή για την αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία ανακοινώθηκε εν χορδαίς και οργάνοις, αλλά εσχάτως αγνοείται η τύχη της.

Και είναι γνωστό στην Ελλάδα,  πως όταν ένας πολιτικός θέλει να αποφύγει να ασχοληθεί με ένα θέμα,  συστήνει μια επιτροπή γι’ αυτό.

Το πιο καυτό ζήτημα και το πιο επείγον, ως ώριμο αίτημα της κοινωνίας από καιρό, είναι η κατάργηση του ακαταδίωκτου των υπουργών. Η αλλαγή, δηλαδή, του διαβόητου νόμου «περί ευθύνης υπουργών». Θέλει όμως η κυβέρνηση Τσίπρα πραγματικά να τον καταργήσει, όπως δεσμευόταν προεκλογικά; Οι πράξεις της δεν το δείχνουν.

Αν ο Αλέξης Τσίπρας ενδιαφερόταν να προχωρήσει σε συνταγματική αναθεώρηση, θα μπορούσε να έχει κινήσει τη διαδικασία εδώ και καιρό, καθώς είναι ήδη τριάμισι χρόνια πρωθυπουργός.

Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και ευρωβουλευτής Κώστας Χρυσόγονος, που συμμετείχε στην επιτροπή των συνταγματολόγων που είχε συστηθεί γι’ αυτόν το σκοπό, μίλησε πρόσφατα για εμπαιγμό, αποκαλύπτοντας ότι ο Τσίπρας δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να τους συναντήσει και να ακούσει έστω τις προτάσεις τους.

ΤσίπραςΚιμούλης2

Όσο για τη διαδικασία διαλόγου με τον λαό για τη συνταγματική αναθεώρηση, ο κ. Χρυσόγονος τη χαρακτήρισε, με έκδηλη ειρωνεία, θεατρική παράσταση που επιμελήθηκε ο Γιώργος Κιμούλης.

Χρυσόγονος

Η ουσία στο θέμα αυτό, πάντως, είναι –γιατί υπάρχει και πολλή υποκρισία από τα κόμματα– ότι δεν μπορεί να υπάρξει συνταγματική αναθεώρηση χωρίς να αλλάξει το άρθρο 86, που παρέχει ασυλία σε υπουργούς και πρώην υπουργούς.

Είναι πρόθυμος ο Αλέξης Τσίπρας και οι υπουργοί του να αποποιηθούν αυτή την προστασία, όταν γνωρίζουν ότι πιθανόν να μην είναι οι ίδιοι στην κυβέρνηση μετά τις εκλογές; Ο κ. Χρυσόγονος που εξελέγη με τον ΣΥΡΙΖΑ και συμμετείχε στις αρχικές διεργασίες προέβλεψε ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι τόσο αφελής.

http://www.lifo.gr/print/eptaimero/187307/i-toyrkia-sto-proskinio-kai-to-zitima-tis-syntagmatikis-anatheorisis

 

Mε απλοϊκές αναλύσεις δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχής διαχείριση των ελληνοτουρκικών

 

Ερντο

Mε απλοϊκές αναλύσεις του τύπου «είναι τρελός ο Ερντογάν» δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχής διαχείριση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 4.4.2018 |

Πηγή: http://www.lifo.gr/print/eptaimero/187307/i-toyrkia-sto-proskinio-kai-to-zitima-tis-syntagmatikis-anatheorisis

 

Ορισμένοι στην κυβέρνηση, αδυνατώντας να προβλέψουν και να κατανοήσουν τις κινήσεις του Ταγίπ Ερντογάν, περιορίζουν την ανάλυσή τους στο «είναι τρελός ο Ερντογάν». Άποψη που συμμερίζεται το Μέγαρο Μαξίμου, αλλά ο Πάνος Καμμένος τη λέει και δημόσια. Φυσικά, με μια τέτοια απλοϊκή ανάλυση, δεν μπορεί να υπάρξει επιτυχής διαχείριση και αντιμετώπιση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων, παλιών και νέων. Η αδυναμία της κυβέρνησης να κατανοήσει πού το πάει ο Ερντογάν ήταν προφανής από την αρχή της κλιμάκωσης των προκλήσεων της Τουρκίας, οι οποίες την αιφνιδίασαν. Έγινε ακόμα πιο ξεκάθαρη από τη χαλαρότητα με την οποία αντιμετώπισε αρχικά τη σύλληψη των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, ενώ όλες οι ενδείξεις οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν ένα περιστατικό ρουτίνας, όπως ήθελε να το παρουσιάσει το Μαξίμου. Ο Ερντογάν ξέρει πολύ καλά την οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας. Γνωρίζει εξίσου καλά ποια είναι η πολιτική ηγεσία και το πολιτικό προσωπικό της και, φυσικά, γνωρίζει το μέγεθος της ισχύος της. Ο εχθρός εκμεταλλεύεται πάντα τις αδυναμίες του αντιπάλου και ο Ερντογάν δεν έχει τη φήμη του καλού Σαμαρείτη για να ελπίζει κανείς ότι θα αποτελούσε την εξαίρεση.

Όταν μια χώρα πέφτει σε αδυναμία, πολλοί είναι εκείνοι που επιδιώκουν να κερδίσουν κάτι από την κατάσταση αυτή. Το κάνουν οι «εταίροι», δεν θα το έκαναν οι «αντίπαλοι»; Είναι, λοιπόν, βέβαιο ότι φροντίζει να εκμεταλλευτεί την αδυναμία της χώρας για να επιτύχει τους σκοπούς του. Ας μην ξεχνάμε ότι το κράτος της Τουρκίας είχε σπεύσει να εκμεταλλευτεί και πάλι την κατάσταση, όταν, μετά τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, είχε γίνει πρωθυπουργός ο Κώστας Σημίτης, την περίοδο που δεν είχε καταφέρει όμως ακόμα να αποκτήσει τον έλεγχο και να σταθεροποιήσει την εξουσία του. Ήταν εκείνη η συγκυρία που επέλεξαν για να γκριζάρουν τα Ίμια και το έκαναν με επιτυχία.

Ο Ταγίπ Ερντογάν ισχυρίστηκε για άλλη μια φορά ότι ο Αλέξης Τσίπρας του είχε υποσχεθεί ότι θα του δώσει τους οκτώ Τούρκους που κατηγορεί ως πραξικοπηματίες. Και γι’ άλλη μια φορά ο Τσίπρας απέφυγε να τον διαψεύσει.

Αν ο ισχυρισμός είναι αληθής, είναι να απορεί κανείς πώς φανταζόταν ο Έλληνας πρωθυπουργός ότι θα το έκανε αυτό, παρακάμπτοντας τη Δικαιοσύνη. Βέβαια, πριν από λίγο καιρό ο Τσίπρας την είχε αποκαλέσει θεσμικό εμπόδιο που γνωρίζει πώς να παρακάμψει.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι για την ελληνική κυβέρνηση οι οκτώ Τούρκοι είναι μια καυτή πατάτα που δεν θέλουν στα χέρια τους.

Μέχρι πρότινος, η κυβέρνηση συνεργαζόταν με το καθεστώς Ερντογάν στο θέμα της απώθησης Tούρκων αντικαθεστωτικών και υπάρχουν καταγγελίες, όπως αυτή σχετικά με τον Τούρκο δημοσιογράφο Μουράτ Τσαπάν, ότι οι ελληνικές Αρχές, παρατύπως και μυστικά, μόλις πέρασε τα σύνορα, τον έπιασαν και τον παρέδωσαν στις τουρκικές Αρχές, οι οποίες τον έστειλαν κατευθείαν στη φυλακή (επειδή είχε κάνει ένα εξώφυλλο που δεν άρεσε στον Ερντογάν).

Η υπόθεση των οκτώ, όμως, έλαβε εξαρχής μεγάλη δημοσιότητα, γεγονός που λειτούργησε αντικειμενικά ως προστασία τους. Παρά το γεγονός ότι ο Ερντογάν είχε διαψεύσει στην αρχή πως συσχέτιζε τη σύλληψη των δύο Ελλήνων στρατιωτικών με τους οκτώ Τούρκους στρατιωτικούς, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτό δεν είναι η αλήθεια. Ο Γιώργος Κατρούγκαλος, λειτουργώντας ενδεχομένως ως «λαγός», υποστήριξε ότι «εάν αποδειχτεί η συμμετοχή τους στο πραξικόπημα, δεν δικαιούνται την προστασία που προβλέπει η Συνθήκη της Γενεύης και δεν είναι υποχρεωμένη η Ελλάδα να τους δεχτεί στο έδαφός της». Μια τέτοια λύση, να μην τους δώσει στην Τουρκία, αλλά να μην τους δεχτεί και στην Ελλάδα, είναι στη σκέψη και των ενοίκων του Μαξίμου, καθώς θεωρούν ότι μια αλά Οτσαλάν, επί Σημίτη, αντιμετώπιση θα έδιωχνε το πρόβλημα από πάνω τους.