Why Tsipras prefers the right-wing partner


Days before the second greek elections of 2015, a left minister of SYRIZA was asked, what their political party would do, if  the “Independent Greeks” (ANEL) -the right-wing populist party with whom they had a governmental coalition at the first period- did not manage to be elected again. “In that case, our government partner will be PASOK,” answered without any hesitation. In the next question, “Why would you choose PASOK (the social democrats) over Potami (centrist and liberal party)”, the answer was truly shocking: “Potami are idealist neo-liberals, while PASOK… they are just crooks. If we give them some ministries and some governmental posts, they will allow us to do what we want….the others will impose their own political terms.”


Overcoming the Syriza minister’s judgments on whether PASOK and Potami are indeed “crooks” and “idealist neo-liberals”, the rationale revealed and confirmed along the way, is of significant  importance.


SYRIZA yearned for governmental power and  the right to “use it” in every possible way; subsequently, a political partner that would not prevent them from doing so, was preferable. Political ethos and honesty -if someone, is a “crook”, according to the expression used by the minister- does not matter. It is fair enough, if the job is done.


The right-wing populist party (ANEL), has always been the first choice of Syriza’s, called Radical Left, PASOK being the second; with PASOK there were strong bonds and there are still some, nowadays. Still,  PASOK’s leadership is clearly displeased, since they preferred -twice- the conservative populist Kammenos instead of them, while Syriza allowed them to believe that they would be the chosen ones.


Let us mention, that according to the polls which took place before the greek elections of September 2015, it was still vague, whether the “Independent Greeks” (ANEL) would be able to rejoin the Parliament. Both, Potami and PASOK though, were ready to accept the role of the new governmental partner, as they had helped Alexis Tsipras through the third program of austerity measures (for which he strongly protested in the past) being voted by their members of the Greek Parliament. There was a strong belief, that even if the “Independent Greeks” (ANEL) were able to be elected, SYRIZA would chose them, as now there was no alibi for the policy against the IMF and the lenders to justify coalition with an extreme-right wing party. Yet, it was the leadership of SYRIZA, which deliberately allowed them to believe that they would be selected as the new governmental partners. The truth is, however, that SYRIZA’s leadership had absolutely predetermined what they were about to do.


Alexis Tsipras and Panos Kammenos, his right-wing populist partner, created a bond from the beginning, and beyond their political relationship, a personal friendship was established. There was no intention, consequently, to change the governmental partner. During this second time coalition, the justification of the fight against austerity programs was avoided, as these two parties (SYRIZA and ANEL),  had both accepted the austerity and had come to terms with it, in order to maintain power.

SYRIZA’s leadership had made ‘a job description’ for  the governmental partner and the most suitable candidate, was the right-wing populist, Panos Kammenos.


Γιατί οι ΑΝΕΛ ήταν οι καταλληλότεροι συγκυβερνήτες του ΣΥΡΙΖΑ



      Λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ είχε ερωτηθεί τι θα έκαναν αν οι ΑΝΕΛ δεν έμπαιναν στη Βουλή. “Θα συνεργαστούμε με το ΠΑΣΟΚ” είχε απαντήσει χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Στην επόμενη ερώτηση, που γινόταν στο πλαίσιο του ρεπορτάζ, “γιατί προτιμούν το ΠΑΣΟΚ από το Ποτάμι” η απάντηση ήταν αφοπλιστική, καθώς ο υπουργός υποστήριξε ότι “στο Ποτάμι είναι ιδεολόγοι νεοφιλελεύθεροι, ενώ στο ΠΑΣΟΚ είναι απλώς λαμόγια“.  Και συνέχισε λέγοντας ότιαν τους δώσουμε μερικά υπουργεία και μερικές θέσεις, θα μας αφήσουν ήσυχους να κάνουμε ότι θέλουμε. Οι άλλοι θα μας βάλουν όρους”.  

     Προσπερνώντας τις αξιολογικές κρίσεις του κυβερνητικού στελέχους, για το εάν το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι είναι όντως οι μεν “λαμόγια” και οι δε “ιδεολόγοι νεοφιλελεύθεροι”, έχει ιδιαίτερη σημασία το σκεπτικό που αποκάλυψε και το οποίο επιβεβαιώθηκε στην πορεία.

     Ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε την εξουσία και ήθελε να μπορεί να κάνει ανενόχλητος ό,τι θέλει με αυτήν. Ευλόγως λοιπόν προτιμούσε  έναν πολιτικό εταίρο που δεν θα τον εμπόδιζε σε αυτό. Το ήθος, οι αρχές και η εντιμότητα  (αν κάποιος π.χ είναι “λαμόγιο”, σύμφωνα με την έκφραση που χρησιμοποίησε ο υπουργός) δεν είχαν σημασία. Αρκεί να γινόταν η δουλειά.

     Οι δεξιοί λαϊκιστές των ΑΝΕΛ ήταν πάντα η πρώτη τους επιλογή και το ΠΑΣΟΚ ήταν η δεύτερη. Με το ΠΑΣΟΚ υπήρχαν πολλά κανάλια ανοιχτά και υπάρχουν κάποια και σήμερα, παρότι η ηγεσία του είναι εντόνως ενοχλημένη, καθώς  δύο φορές προτίμησαν τον Καμμένο αντί για αυτούς, παρότι τους είχαν αφήσει να πιστεύουν ότι εκείνοι θα ήταν οι εκλεκτοί.

      Να θυμηθούμε ότι σύμφωνα με τις  δημοσκοπήσεις  πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι οι ΑΝΕΛ θα κατάφερναν να ξαναμπούν στη Βουλή. Τόσο το Ποτάμι, όσο και το ΠΑΣΟΚ, ήταν έτοιμοι να δεχθούν να γίνουν αυτοί οι νέοι κυβερνητικοί εταίροι. Τα δύο κόμματα είχαν βοηθήσει τον Αλέξη Τσίπρα να περάσει το δικό του μνημόνιο στη Βουλή και αμφότεροι πίστευαν ότι ακόμα κι αν οι ΑΝΕΛ κατάφερναν να εκλεγούν, ο ΣΥΡΙΖΑ θα διάλεγε εκείνους, αφού αυτή τη φορά δεν υπήρχε το άλλοθι του “αντιμνημονίου” για να δικαιολογήσει τη συνεργασία με ένα δεξιό κόμμα με εθνικιστική και ρατσιστική ρητορική. Ήταν και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ όμως, που τους κρατούσε σκοπίμως ζεστούς για καιρό, αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι το κόμμα τους θα ήταν ο νέος κυβερνητικός εταίρος.  Η αλήθεια όμως είναι, ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν απολύτως αποφασισμένη εκ των προτέρων για το τι θα έπραττε.

       Ο Αλέξης Τσίπρας με τον Πάνο Καμμένο έδεσαν από την αρχή και πέρα από την πολιτική σχέση, δημιουργήθηκε και προσωπική φιλία. Δεν υπήρχε καμία πρόθεση λοιπόν να αλλάξει ο κυβερνητικός εταίρος,  ακόμα κι αν τη δεύτερη φορά εξέλειπε η δικαιολογία του “αντιμνημονίου”, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ είχαν γίνει κι αυτοί μνημονιακοί. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είχε κάνει εξαρχής “job description” και ο καταλληλότερος για αυτό που ζητούσαν ήταν ο Πάνος Καμμένος.  

Όταν η εξουσία ρίχνει τις μάσκες





Όταν, πριν από χρόνια, άρχιζαν να ψηφίζονται τα πρώτα μνημονιακά μέτρα στη Βουλή, οι πολίτες παρακολουθούσαν θυμωμένοι τους βουλευτές των τότε κυβερνήσεων να ψηφίζουν «ναι σε όλα». Ένας σημαντικός αριθμός βουλευτών ωστόσο, τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της Ν.Δ, φοβούμενος τη λαϊκή οργή, διαχώριζε τη θέση του, αρνούμενος να τα υπερψηφίσει. Οι διαφωνούντες, μάλιστα, στη συνέχεια έπαιζαν σημαντικό ρόλο, επηρεάζοντας τις εξελίξεις.

Κάποιοι περίμεναν ότι η παράδοση αυτή των μνημονιακών χρόνων θα συνεχίζονταν και επί ΣΥΡΙΖΑ. Όσο αφορά στην πρώτη κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, δεν έπεσαν εντελώς έξω. Όσοι όμως δείχνουν να εκπλήσσονται με το «μπετόν αρμέ» της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, φαίνεται πως αγνοούν ότι αυτή ειδικά η κοινοβουλευτική ομάδα φτιάχθηκε για να ψηφίζει ό,τι της ζητηθεί.

Την τελευταία φορά που είχε νόημα το ερώτημα: «Θα περάσουν τα μέτρα από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ;» ήταν το καλοκαίρι του 2015. Τότε που 32 βουλευτές του καταψήφισαν το τρίτο μνημόνιο και άλλοι 11 αρνήθηκαν να το υπερψηφίσουν, δηλώνοντας παρών.

Ο Αλέξης Τσίπρας τότε, αφού συμμάχησε με την αντιπολίτευση για να περάσει το τρίτο μνημόνιο, με μια κίνηση αμφισβητούμενης πολιτικής ηθικής, αλλά αναμφισβήτητης τακτικίστικης αξίας, προσέφυγε σε εκλογές, προκειμένου να πετάξει από το κόμμα όσους επέμεναν να διαφωνούν με τα μνημόνια, αρνούμενοι να ακολουθήσουν το δρόμο της μετάλλαξης. Έκτοτε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα άλλο κόμμα με μία κοινοβουλευτική ομάδα που συνετέθη ακριβώς για να ψηφίζει ό,τι χρειαστεί και ότι της υποδείξει ο αρχηγός της.

Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 έγιναν με λίστα και οι έδρες των διαφωνούντων προσφέρθηκαν σε πρόθυμους που εκ των προτέρων συμφώνησαν ότι θα ψήφιζαν “ναι σε όλα”. Για να μην αφήσει τίποτα στην τύχη η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, φρόντισε να τους θέσει ως όρο για να μπουν στη λίστα, την αποδοχή ενός κειμένου που ονόμασαν «Κώδικα δεοντολογίας για τους υποψήφιους βουλευτές», βάσει του οποίου όποιος διαφωνεί, θα παραδίδει την έδρα, κάτι πέρα για πέρα αντισυνταγματικό και πρωτοφανές για τα κοινοβουλευτικά δεδομένα της μεταπολίτευσης.

Ο Αλέξης Τσίπρας είχε φροντίσει επίσης, να στείλει μήνυμα ο ίδιος προσωπικά σε όλους τους βουλευτές του μέσα από τη δημόσια τηλεόραση λίγο μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου και πριν αρχίσουν να φτάνουν στη Βουλή τα νομοσχέδια με τα νέα σκληρά μέτρα. Σε συνέντευξη κατά την οποία είχε ερωτηθεί αν υπάρχει περίπτωση να πάψει να υφίσταται η κυβερνητική πλειοψηφία, υπενθύμισε, τονίζοντας το, ότι οι βουλευτές του εξελέγησαν «με λίστα και όχι με σταυρό προτίμησης». «Εάν υπάρξουν διαφοροποιήσεις, θα είναι εξαιρετικά ύποπτες” είχε πει προειδοποιώντας τους και προσθέτοντας με νόημα: “Δεν μπορεί να κρύβεσαι στις λίστες για να εκλεγείς, όταν γνωρίζεις ποια είναι η συμφωνία και μετά να διαφοροποιείσαι εκ των υστέρων… Διότι εάν διαφωνούσες, δεν έπρεπε να δεχτείς να είσαι υποψήφιος».

Τα παραπάνω μοιάζει να αγνοούν ορισμένοι αναλυτές, οι οποίοι κάθε τόσο επιμένουν να αναρωτιούνται αν θα εξεγερθούν κάποιοι από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Στο Μέγαρο Μαξίμου γελάνε κάθε φορά που ακούνε κάτι τέτοιο, καθώς θεωρούν απολύτως δεδομένους τους βουλευτές τους, παρά τις όποιες ρητορικές εξάρσεις μερικών από καιρού εις καιρόν- οι οποίες όχι μόνο δεν ενοχλούν, αλλά θεωρούνται και χρήσιμες.

Η σημερινή κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι εκ των πραγμάτων η πιο «μνημονιακή» κοινοβουλευτική ομάδα που είχε η χώρα στα εφτά αυτά χρόνια των μνημονίων. Πιο μνημονιακή από αυτές του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, στις οποίες, υπήρξαν και κάποιες αντιστάσεις, όταν είχαν την εξουσία. Ακόμα και η περίφημη τάση των «53», που εμφανίστηκε ως η αριστερή ψυχή του ΣΥΡΙΖΑ, στην πράξη έχει πάψει να υφίσταται μετά την ψήφιση του τρίτου μνημονίου που έφερε η κυβέρνηση, αφού σχεδόν οι μισοί έχουν αποχωρήσει και οι εναπομείναντες έχουν καταλάβει σημαντικά πόστα, ξεχνώντας στην πράξη κάθε διαφωνία τους. Όσοι παρέμειναν, ανταμείφθηκαν με πολλά προνόμια (τόσα που οι προεδρικοί γκρίνιαζαν ότι πήραν περισσότερα κι από αυτούς) αφήνοντας ήσυχη την ηγεσία και μόνο για τα προσχήματα διατυπώνουν πού και πού κάποια διαφοροποίηση χωρίς ουσία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι πια ένα κόμμα με πολύ διαφορετική λειτουργία από αυτήν που είχε στο παρελθόν. Έπαψε να είναι ένα συλλογικό κόμμα με πολλές και διαφορετικές απόψεις και έγινε ένα καθαρά αρχηγικό κόμμα με μοναδική πολιτική γραμμή αυτήν που κατεβάζει κάθε φορά η ηγεσία του. Οι «κόκκινες γραμμές» του έχουν ξεθωριάσει, οι πολιτικές αρχές του έχουν ξεχαστεί και η πολιτική ιδεολογία του έχει αντικατασταθεί από τον κυβερνητισμό.

Τους άλλαξε τόσο πολύ η εξουσία;

Παραφράζοντας ελαφρώς τον Ταλευράνδο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η εξουσία, δεν αλλάζει τους ανθρώπους, απλώς ρίχνει τις μάσκες τους.

Δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 8/6/2017


Αποστολή στο Ιράν

Το διάταγμα Τραμπ, δώρο στις ακραίες φωνές του Ιράν

ΙρανΦωτο(δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 11.02.2017)

ΤΕΧΕΡΑΝΗ. Στο Ιράν, οι μόνοι που είδαν θετικά το διάταγμα του Ντόναλντ Τραμπ, αυτές τις μέρες, ήταν οι σκληροπυρηνικοί του ισλαμικού καθεστώτος, οι οποίοι τελευταία ενοχλούνταν με τα ανοίγματα της κυβέρνησής τους προς τη Δύση, καθώς και με τη συμφωνία για τον ειρηνικό χαρακτήρα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων εις βάρος της χώρας. Ολο αυτό το διάστημα δυσφορούσαν με την επιτυχή έκβαση της συμφωνίας, για την οποία εργάστηκαν σκληρά οι πρόεδροι των ΗΠΑ και του Ιράν, Μπαράκ Ομπάμα και Χασάν Ροχανί, εκφράζοντας έντονες αντιρρήσεις, όπως άλλωστε και ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ. Οι ακραίοι ισλαμιστές του Ιράν ισχυρίζονταν ότι «οι ΗΠΑ δεν θα κρατούσαν τον λόγο τους». Μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και ειδικά μετά το απαγορευτικό διάταγμα, υποστηρίζουν ότι δικαιώθηκαν.

Αυτοί που ανησυχούν ιδιαιτέρως είναι οι λεγόμενοι μεταρρυθμιστές, ειδικά ενόψει των επερχόμενων εκλογών, οι οποίοι φοβούνται ότι μπορεί να τους στοιχίσει πολιτικά αν ενισχυθούν οι ακραίες φωνές ως αντίδραση στην πολιτική του Τραμπ. Ανήσυχοι είναι και οι νέοι επιστήμονες που εγκατέλειπαν μαζικά τη χώρα τους για τις Ηνωμένες Πολιτείες τα τελευταία χρόνια. Αυτές οι δύο κατηγορίες πλήττονται άμεσα στο Ιράν και είναι ακριβώς αυτοί από τους οποίους οι ΗΠΑ μόνο να κερδίσουν είχαν τα τελευταία χρόνια.

Οι συντηρητικοί μουλάδες έβλεπαν εξαρχής με καχυποψία τη συμφωνία με τον Μπαράκ Ομπάμα και τους αποκαλούμενους μεταρρυθμιστές πολιτικούς του Ιράν, οι οποίοι ήταν υπέρ του διαλόγου με τις ΗΠΑ και βρήκαν τώρα την ευκαιρία να πουν ότι εκείνοι είχαν προειδοποιήσει πως δεν έπρεπε να εμπιστευθούν την αμερικανική κυβέρνηση.

Οι φόβοι

Ο –εκ των μετριοπαθών– Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Μοχαμάντ Τζαβάν Ζαρίφ, δήλωσε ότι το διάταγμα Τραμπ ήταν ένα μεγάλο δώρο στους ακραίους της χώρας του. Αλλά και οι υπόλοιποι μετριοπαθέστεροι πολιτικοί της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν φοβούνται ότι θα ενισχυθεί ο αντιαμερικανισμός ο οποίος υποχωρούσε. Κι όλα αυτά, λίγους μήνες πριν από τις κρίσιμες εκλογές που θα γίνουν την ερχόμενη άνοιξη, όταν θα δοθεί μία μεγάλη μάχη μεταξύ των συντηρητικών και των μεταρρυθμιστών.

Ο Μπαράκ Ομπάμα υποστήριξε με πάθος τη συμφωνία για τα πυρηνικά και ήθελε να κλείσει πριν φύγει, παρότι (ή ακριβώς γι’ αυτό) είχε σφοδρές αντιδράσεις από τους Ρεπουμπλικανούς και τον Ισραηλινό ηγέτη Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν την είχε χαρακτηρίσει ιστορική ευκαιρία «για να κερδίσει η Ουάσιγκτον την εμπιστοσύνη του ιρανικού λαού, η οποία είχε πληγεί από εχθρικές πολιτικές δεκαετιών των Ηνωμένων Πολιτειών».

Ο μεταρρυθμιστής πρόεδρος του Ιράν, Χασάν Ροχανί, είχε πάρει πάνω του τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα, όχι χωρίς κόστος στο εσωτερικό, καθώς κατηγορήθηκε για υποχωρητικότητα προς τις ΗΠΑ. Ηδη και πριν από το διάταγμα Τραμπ ήταν σε δύσκολη θέση, αφού οι Αμερικανοί δεν προχώρησαν σε ουσιαστική άρση των κυρώσεων και παρά τις υποχωρήσεις της Τεχεράνης, ο οικονομικός αποκλεισμός –ένα χρόνο μετά– παραμένει. Η κατάσταση αυτή αξιοποιείται εις βάρος του Χασάν Ροχανί και των μετριοπαθέστερων από τους συντηρητικούς πολιτικούς αντιπάλους τους, που τους κατηγορούν ότι «πίστεψαν αφελώς τις ΗΠΑ οι οποίες τους κορόιδεψαν».

Και στο παρελθόν

Αν ο Τραμπ συνεχίσει σε αυτό το μοτίβο, ο Ροχανί και οι μεταρρυθμιστές κινδυνεύουν να έρθουν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, καθώς αυτή η συμπεριφορά ενδέχεται να υπονομεύσει την υποψηφιότητά τους στις εκλογές και να κερδίσουν οι σκληροπυρηνικοί. Εχει ξαναγίνει κάτι τέτοιο, όταν κέρδισε τις εκλογές ο πρώην πρόεδρος Αχμαντινετζάντ εις βάρος των μεταρρυθμιστών, καθώς οι ΗΠΑ τότε δεν ανταποκρίνονταν στα ανοίγματά τους, που είχαν προηγηθεί.

Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά την Ισλαμική Επανάσταση, με την αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη να παραμένει έκτοτε κλειστή, ο αντιαμερικανισμός είχε αρχίσει να υποχωρεί αισθητά, ειδικά στη νεολαία και στους ανθρώπους των επιστημών και των τεχνών, πολλοί εκ των οποίων μέχρι προχθές ονειρεύονταν να κάνουν καριέρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς έβλεπαν όλο και περισσότερους συμπατριώτες τους να κάνουν το όνειρο αυτό πραγματικότητα.

Απογοήτευση για τους νέους και δημόσιες αντιδράσεις

Οι νέοι στο Ιράν έχουν πολύ καλή σχέση με το Διαδίκτυο και καταφέρνουν να μαθαίνουν τα πάντα, παρά τους περιορισμούς. Στην Τεχεράνη σχεδόν όλοι έχουν smartphone και στους δρόμους συναντάς παντού νέους με iphone στο χέρι – οι περισσότεροι με τα τελευταία μοντέλα. Οποιος επισκεφθεί το Ιράν, θα διαπιστώσει ότι όλες οι δυτικές μάρκες υπάρχουν εκεί, παρά τον πολυετή αποκλεισμό της Δύσης. «Ολα μπορούμε να τα βρούμε και να τα αγοράσουμε, αλλά τα πληρώνουμε δύο και τρεις φορές ακριβότερα από ό,τι τα αγοράζετε στη Δύση», λένε.

Οι νέοι του Ιράν ενημερώθηκαν για το διάταγμα του Ντόναλντ Τραμπ την ίδια στιγμή. Για την ακρίβεια, γνώριζαν την είδηση για το διάταγμα πριν καν αυτό τεθεί σε ισχύ, καθώς ήταν ενημερωμένοι λεπτομερώς για όσα είχαν προηγηθεί και εύχονταν να μη γίνει πράξη.

«Ελπίζω να μην ισχύσει στ’ αλήθεια», έλεγε ένα 25χρονο κορίτσι που έχει σπουδάσει ηλεκτρολόγος μηχανικός, έχει κάνει μάστερ στην Τεχεράνη και περίμενε να της απαντήσουν τα αμερικανικά πανεπιστήμια στα οποία είχε κάνει αιτήσεις με την προσδοκία να συνεχίσει τις σπουδές της εκεί. Δεν έκρυβε την απογοήτευσή της για την απαγόρευση Τραμπ και έδειχνε απελπισμένη όταν αναφερόταν στην πιθανότητα να ακυρωθούν όλα τα σχέδιά της.

«Φυγή» επιστημόνων

Το Ιράν διαθέτει σπουδαίους επιστήμονες σε πολλούς τομείς και κάποιοι νεαροί απόφοιτοι πανεπιστημίων της Τεχεράνης γίνονται αμέσως δεκτοί στα καλά πανεπιστήμια των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει τεράστιο brain drain από το Ιράν προς τις ΗΠΑ και αυτός είναι και ο κύριος λόγος που οι Ιρανοί μετανάστες στην Αμερική έχουν υψηλό μορφωτικό επίπεδο.

Τόσο η πολιτική ηγεσία του Ιράν όσο και διάσημοι Ιρανοί καλλιτέχνες, αλλά και απλοί πολίτες της χώρας αντέδρασαν έντονα από την πρώτη στιγμή στο διάταγμα του Nτόναλντ Τραμπ και δήλωσαν ότι οι Ιρανοί δεν είναι τρομοκράτες και δεν ήταν αυτοί που πρωταγωνίστησαν στις τρομοκρατικές επιθέσεις που έπληξαν τα τελευταία χρόνια τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Κάποια κυβερνητικά στελέχη απευθύνθηκαν δημόσια προς τον Ντόναλντ Τραμπ, κουνώντας του το δάχτυλο και δηλώνοντας (παρότι τον κατηγόρησαν πριν για ρατσισμό) ότι εκείνοι είναι η μοναδική άρια φυλή στην περιοχή (Ιράν σημαίνει «η χώρα των Αρίων» και αυτό ήθελαν να πουν όταν με αυτό το όνομα αντικατέστησαν το παλιό όνομα Περσία, θέλοντας να διαφοροποιηθούν από τους Αραβες στη γύρω περιοχή, τους οποίους θεωρούν περίπου κατώτερους).

Πράξεις διαμαρτυρίας

Πολλοί νέοι άνθρωποι στην Τεχεράνη επιδοκίμασαν τις δηλώσεις της δημοφιλούς ηθοποιού Ταρανέ Αλιντουστί, η οποία υποστήριξε ότι οι τρομοκράτες στις ΗΠΑ ήταν κυρίως πολίτες εθνικοτήτων χωρών που δεν είναι στη λίστα του Ντόναλντ Τραμπ. Η συγκεκριμένη ηθοποιός πρωταγωνιστεί στην ταινία «Ο εμποράκος», που είναι υποψήφια για Οσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και θα μετέβαινε στις ΗΠΑ για την τελετή απονομής. Επειτα από αυτά, όμως, ανακοίνωσε ότι δεν θα παραστεί στην τελετή των Οσκαρ, ως πράξη διαμαρτυρίας, ακόμα και αν η περίπτωσή της εξαιρεθεί από τη γενική απαγόρευση. Η στάση της αυτή επαινέθηκε τόσο από τους απλούς Ιρανούς όσο και από κυβερνητικά στελέχη, που την παρουσίασαν ως υπόδειγμα ήθους και πατριωτισμού.

Ακόμα πιο δημοφιλής στο Ιράν είναι ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο Ασγκάρ Φαραντί, που έχει ήδη κερδίσει ένα βραβείο Οσκαρ το 2012 με την ταινία «Ο χωρισμός» και που και εκείνος δεν θα παραστεί στην τελετή. Ο Φαραντί άφησε αιχμές όμως, όχι μόνο για τον Ντόναλντ Τραμπ αλλά και για πολιτικούς της χώρας του, μιλώντας για ομάδες ανθρώπων και στις δύο πλευρές που ασπάζονται τη σκληρή γραμμή και προσπάθησαν να παρουσιάσουν στον λαό τους «ως τρομακτικές τις εικόνες ανθρώπων από άλλους πολιτισμούς, ώστε οι διαφορές να γίνουν διαφωνίες, οι διαφωνίες εχθρότητες και οι εχθρότητες φόβοι». Ανέφερε ακόμη – και με αυτό συμφώνησαν πολλοί νέοι και καλλιτέχνες στο Ιράν, ότι «το να εμπνέεις φόβο στον άλλο, είναι ένα από τα κατεξοχήν μέσα για τη δικαιολόγηση εξτρεμιστικών και φανατικών συμπεριφορών από στενόμυαλους ανθρώπους».

Τεράστια προσβολή στο «μεγάλο ιρανικό έθνος» και «ενάντια στους διεθνείς νόμους» χαρακτήρισε την απαγόρευση του Ντόναλντ Τραμπ και η βουλευτής του Ιράν Σομαγιέ Μαχμούντι, η οποία κι εκείνη με τη σειρά της αρνήθηκε να παραστεί σε διεθνή διάσκεψη του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη για τη θέση της γυναίκας.

Οι νέοι, που αποτελούν την πλειονότητα στο Ιράν, δεν έχουν μνήμες πριν από την Ισλαμική Επανάσταση και ειδικά οι νέοι στην Τεχεράνη έχουν υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής με αρκετά στοιχεία του δυτικού πολιτισμού. Οι περισσότεροι αναρωτιούνται ποιο το όφελος των απαγορεύσεων αυτών. Οι μεταρρυθμιστές προσπάθησαν στην αρχή να παρουσιάσουν τον Ντόναλντ Τραμπ «σαν σκυλί που γαβγίζει, αλλά δεν δαγκώνει».

Οι πρώτες κινήσεις του δεν τους διευκολύνουν και γνωρίζουν ότι στην προεκλογική περίοδο που θα ανοίξει σε λίγο, η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι κεντρικό θέμα.

«Η κυβέρνηση έχει χάσει προ πολλού το ηθικό πλεονέκτημα»




 Αν τολμάει ο Τσίπρας ας κάνει τώρα εκλογές.

Πέρσι διέλυσαν αιφνιδιαστικά τη Βουλή για να απαλλαγούν από τους ενοχλητικούς βουλευτές και να εγκαταστήσουν μια ελεγχόμενη δοτή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης δεν υπογράφει για το Δίστομο, για να προστατέψει την Γερμανία, αλλά υπογράφει για να πλειστηριάζονται τα σπίτια.

Οι ενέργειες ελέγχου της Δικαιοσύνης έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.

Η υπόθεση των λεγομένων εκβιαστών εμφανίστηκε ως εκβίαση της κυβέρνησης, ενώ ήταν συναλλαγή της Κυβέρνησης. Κουκουλώθηκε από τα ΜΜΕ.

Τις μέρες που διεξάγονταν το δεύτερο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, η πρώην βουλευτής και πρόεδρος της Βουλής κατά την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του, Ζωή Κωνσταντοπούλου, βρισκόταν στην Λιλ της Γαλλίας, δίπλα στον ηγέτη της γαλλικής αριστεράς, Ζαν-Λυκ Μελανσόν στην επίσημη έναρξη της καμπάνιας του για τις προεδρικές εκλογές του 2017, που ονομάζεται “Γαλλία Ανυπότακτη” (“FranceInsoumise”). Η Ζωή Κωνσταντοπούλου είχε προσκληθεί από τον Μελανσόν για να χαιρετίσει και να μιλήσει για την Ελλάδα. Μπροστά σε ένα μεγάλο και ένθερμο πλήθος της γαλλικής αριστεράς, αναφέρθηκε στην ελληνική κυβέρνηση ως «κυβέρνηση προδοτών» και καταχειροκροτήθηκε.

«Ο Μελανσόν είναι από τους πολιτικούς ηγέτες που στάθηκαν στο πλευρό του λαού μας από την πρώτη στιγμή» λέει η Ζωή Κωνσταντοπούλου και αναφέρει ότι ο Μελανσόν «δεν μπορεί να αντιληφθεί πώς ένας ηγέτης με τέτοια λαϊκή ισχυρή νομιμοποίηση και εντολή, όπως ήταν η εντολή του δημοψηφίσματος, αποδέχτηκε να κλεισθεί 17 ώρες σε ένα δωμάτιο με ανθρώπους που ήταν βέβαιο ότι επιδίωκαν το να γονατίσει η χώρα και πώς στο τέλος γονάτισε ο ίδιος παριστάνοντας ότι δεν είχε εναλλακτική».

Υπάρχει εναλλακτική σήμερα; «…Έχουμε ξεκινήσει μία Πρωτοβουλία που λέγεται Plan B» απαντά «και στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας αυτής συγκεντρώνονται πολιτικοί, οικονομολόγοι, νομικοί, διανοούμενοι, καλλιτέχνες από όλη την Ευρώπη και συνολικά από τον κόσμο και συγκροτούμε το σχέδιο της αποτροπής κάθε μελλοντικού εκβιασμού για κάθε ευρωπαϊκό λαό».

Το Plan B ωστόσο για κάποιους είναι συνδεδεμένο με την έξοδο από την Ευρωζώνη, τουλάχιστον στην Ελλάδα, αλλά η Ζωή Κωνσταντοπούλου απαντά ότι στη δική τους συνείδηση καμία επιλογή δεν είναι πάνω από την Δημοκρατία… «Η Ευρωζώνη δεν είναι από μόνη της αξία, ούτε η παραμονή στην Ευρωζώνη».
«Δεν είναι μόνο η φτωχοποίηση» αναφέρει, «είναι και μία συνολική καταρράκωση της αξιοπρέπειας και του φρονήματος».

Για εκείνη το μνημόνιο δεν είναι απλώς μία συνθήκη λιτότητας, αλλά -μεταξύ άλλων- «ένα καθεστώς καταδυνάστευσης, που οδηγεί τους ανθρώπους σε έναν διαρκή εκβιασμό υποταγής». «Για μένα, λοιπόν, εκτός από την εξαθλίωση σε όλα τα επίπεδα, υπάρχει και ζήτημα της βαθύτατης προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αξίας, που δεν έχει να κάνει μόνο με τις υλικές συνθήκες, έχει να κάνει με το φρόνημά μας, αν αισθανόμαστε ελεύθεροι ή αν καλούμαστε να ζήσουμε δούλοι και πιστεύω βαθιά ότι οι περισσότεροι άνθρωποι -η συντριπτική πλειοψηφία, εκφράστηκε άλλωστε στο δημοψήφισμα- δεν αποδέχονται την υποδούλωση, δεν θέλουν να ζήσουν δούλοι, αισθάνονται ελεύθεροι και είναι έτοιμοι να διεκδικήσουν την ελευθερία τους».

Στην επισήμανση ότι δεν φαίνεται να υπάρχουν αντιδράσεις, ούτε λαϊκό κίνημα αυτήν την περίοδο, απαντά ότι δεν το πιστεύει. «Νομίζω ότι σίγουρα αυτό που αποτυπώθηκε από τον Ιούλιο-Αύγουστο πέρσι και μετά, ήταν η φοβερή κάμψη του φρονήματος και της αισιοδοξίας και η καταρράκωση της ελπίδας. Αυτό δε σημαίνει ότι ο κόσμος παραιτήθηκε. Προδόθηκε, σίγουρα προδόθηκε, αλλά δεν παραιτήθηκε. Σίγουρα κάμφθηκε αλλά δεν υπέστειλε αμετάκλητα τη σημαία». «… Ιστορικά, στην πορεία της ανθρωπότητας έχουν δοθεί πολύ πιο σκληρές και δύσκολες μάχες και έχουν κερδηθεί, αλλά έχουν δοθεί από λαούς και κοινωνίες που πάτησαν στα πόδια τους, πίστεψαν στις δυνάμεις τους και διεκδίκησαν σε πείσμα όλων των οιωνών και όλων των συνθηκών και όλης της, κάθε εποχής, προπαγάνδας».

Η άποψη της για τη σημερινή κυβέρνηση και όσους ψήφισαν το τρίτο μνημόνιο είναι πολύ αρνητική. Την είπε και ενώπιον του αριστερού κοινού του Ζαν Λικ Μελανσόν στη Γαλλία, όπου επιδοκιμάστηκε: «Δεν μιλάμε εδώ ούτε για κυβέρνηση Αριστερών ούτε για κυβέρνηση Δεξιών. Μιλάμε για κυβέρνηση προδοτών» τους είπε.

Ο Αλέξης Τσίπρας ωστόσο, ισχυρίζεται ότι μετά την ψήφιση του μνημονίου ζήτησε την ψήφο του ελληνικού λαού και η πλειοψηφία τον επιδοκίμασε. «Αυτό είναι ένα κατασκεύασμα…» υποστηρίζει η Ζωή Κωνσταντοπούλου. «Έγινε μια αιφνιδιαστική διάλυση της Βουλής, την οποία απεργάστηκε η κυβέρνηση μαζί με τους δανειστές για να απαλλαγούν από τους ενοχλητικούς βουλευτές και να εγκαταστήσουν μια ελεγχόμενη δοτή κοινοβουλευτική πλειοψηφία…» λέει και προσθέτει ότι αυτή ψηφίστηκε από «λιγότερο από τους μισούς εκλογείς» υπενθυμίζοντας την πρωτοφανή αποχή των τελευταίων εκλογών. «Σε κάθε περίπτωση, πήρε ένα ποσοστό 36% επί του λιγότερου από 50% των εκλογέων. Αυτό είναι λιγότερο από 18%. Αυτό το 18% σε αυτές τις συνθήκες, που αν τολμάει ο Τσίπρας ας κάνει τώρα εκλογές για να δει αν θα το βρει…».

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου υποστηρίζει ότι η εντολή του δημοψηφίσματος παραμένει ενεργή. Στην ερώτηση σχετικά με το θεσμικό ζήτημα που προκύπτει για το πώς αντιμετωπίστηκε η λαϊκή εντολή, απαντά: «Είναι πραξικόπημα, δεν είναι σχήμα λόγου… Θα πρέπει να υπάρξουν συνέπειες. Για μένα είναι ξεκάθαρο..».

Η λειτουργία του ΕΣΡ ήταν απολύτως νόμιμη

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως, ειδικά σε σχέση με την επικαιρότητα, έχει η μαρτυρία της σχετικά με τους κυβερνητικούς χειρισμούς στην υπόθεση του ΕΣΡ. Στις 4 Αυγούστου 2015 ήταν η τελευταία Διάσκεψη των Προέδρων, με εκείνη πρόεδρο της Βουλής, και αντικείμενο το ΕΣΡ και τη πλήρωση των κενών θέσεων της Ανεξάρτητης Αρχής. Είχε προσκαλέσει, τότε και τον αρμόδιο υπουργό για θέματα ραδιοφωνίας και τηλεόρασης, τον Νίκο Παππά, ο οποίος και είχε παραστεί.
«… Ήταν η Διάσκεψη Προέδρων που δρομολόγησα όταν διέγνωσα στις 30 Ιουλίου στην τελευταία Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ ότι αυτό το οποίο θα επιχειρούσε ο Τσίπρας και ο Παππάς, ο υιός Παππάς με την επικουρία του πατρός Παππά, Νίκος Παππάς και Στέλιος Παππάς, ήταν να στοχοποιήσουν την δική μου καταρχάς αντίσταση στο μνημόνιο…».

«Λοιπόν, τότε με μια επίθεση που μου έγινε στην τελευταία Κεντρική Επιτροπή και έναν αντιπερισπασμό που έκανε ο κύριος Παππάς, επιχειρήθηκε να συσκοτιστεί ότι η κυβέρνηση έφερνε μνημόνια, με κορώνες του κύριου Παππά, ότι θα πατάξει την διαπλοκή των καναλιών μαζί με επίθεση στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης… Εκείνο, λοιπόν, που επιχειρήθηκε τότε πολύ νωρίς και εξ αρχής ήταν να στοχοποιηθώ εγώ και να στοχοποιηθεί και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης του οποίου τότε Αντιπρόεδρος ήταν η μητέρα μου, χωρίς να έχει καμία σχέση ο διορισμός της με την δική μου θητεία. Διορίστηκε με ομόφωνη απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων το 2011 προ πάσης δικής μου ανάμειξης με την Βουλή… Το 2015, το ΕΣΡ μετά από πάρα πολύ καιρό για πρώτη φορά λειτουργούσε με πλήρη και ενεργό θητεία, με έγκυρη θητεία όλων των μελών του. Είχαν μείνει τέσσερα μέλη από τα επτά, γιατί είχαν λήξει, προ πολλού, οι θητείες τριών μελών. Είχαν μείνει τέσσερα μέλη που είχαν όλα ενεργό θητεία».

Στην ερώτηση για το τι όριζε ο νόμος σε αυτή την περίπτωση, απαντά: «Να καλυφθούν οι τρεις κενές θέσεις. Όμως το σημαντικό είναι ότι ακόμα και αν δεν καλύπτονταν οι 3 κενές θέσεις, ακόμα, δηλαδή, και αν η Διάσκεψη των Προέδρων δεν ομονοούσε για να διορίσει άλλα τρία μέλη, η Ανεξάρτητη Αρχή για πρώτη φορά λειτουργούσε έχοντας απαρτία των τεσσάρων μελών και κανένα πρόβλημα κύρους κανενός μέλους. Αυτό ήταν το οποίο εμφάνισε τότε, επινόησε ο κύριος Παππάς ότι είναι δήθεν ένα παράνομο ΕΣΡ, ένα παράνομο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Επειδή εγώ διέγνωσα ότι αυτό ήταν μια μεθόδευση, συγκάλεσα την Διάσκεψη των Προέδρων και τον κάλεσα να πει, τι ακριβώς εννοούσε, σε μία κομματική, βέβαια, εκδήλωση, αλλά το οποίο καταγράφηκε ως θέση υπουργική».

– Τι ακριβώς είχε ειπωθεί στην κομματική εκδήλωση;

« Είχε πει ότι είναι παράνομες οι θητείες των μελών και είχε πεταχτεί ο πατέρας του από κάτω και είχε πει ότι κάποιοι έχουν και συγγενείς τους στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης».

– Όχι πολύ θεσμικός τρόπος…

« Αυτός είναι ο τρόπος. Νομίζω ότι πρέπει να έχετε πεισθεί ότι αυτός είναι ο τρόπος όλον αυτόν τον καιρό. Μετά από αυτό, όμως, ετίθετο θέμα θεσμικό, διότι εάν η θέση του υπουργού, είναι ότι είναι άκυρες ή παράνομες οι θητείες, αυτό σήμαινε για την Διάσκεψη των Προέδρων ότι έπρεπε να ορίσει επτά μέλη και όχι τρία όπως ήταν η αρχική, και προηγούμενη θέση και της Κυβέρνησης. Είχαν βγει ανακοινώσεις του κυρίου Κατρούγκαλου, επίσημες θέσεις του κυρίου Βούτση, τότε υπουργού και ούτω καθεξής. Κλήθηκε ο κύριος Παππάς να εξηγήσει τι εννοούσε και αν είχε κάποια νομική εισήγηση. Απάντησε ότι δεν είχε καμία νομική εισήγηση, ήταν μια δική του ερμηνεία. Του επισήμανα ότι η δική του ερμηνεία ήταν βούτυρο στο ψωμί όλων των καναλαρχών. Διότι εάν γινόταν δεκτό ότι ήταν άκυρη η λειτουργία του ΕΣΡ, κάθε πρόστιμο που είχε επιβληθεί, θα μπορούσε να ακυρωθεί. Το ίδιο συνέβαινε και για άλλες Ανεξάρτητες Αρχές, όπως η ΑΔΑΕ: εάν υιοθετείτο μια τέτοια ερμηνεία του κυρίου Παππά, που δεν είναι νομικός και δεν είχε νομική εισήγηση, πρόστιμα, όπως το πρόστιμο στη Vodafone για τις υποκλοπές, επίσης θα ακυρώνονταν. Επισημαίνοντάς τα αυτά, παράλληλα έκανα αναφορά στην νομολογία του ΣτΕ που ήταν πάρα πολύ συγκεκριμένη και πάγια, σχετικά με το νόμιμο της σύνθεσης του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης. Τότε, λοιπόν, αποφασίσθηκε από την Διάσκεψη να ζητηθεί γνωμοδότηση και του Συμβουλίου, του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Και το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής και το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους απεφάνθησαν ότι είναι απολύτως νόμιμη η λειτουργία του ΕΣΡ, δεν μπορούσαν άλλωστε να αποφασίσουν κάτι άλλο. Είναι ξεκάθαρη η νομοθεσία. Μετά από αυτό λοιπόν και μετά τις εκλογές, ο κύριος Παππάς με μία τροπολογία της νύχτας, κατά την πατέντα Σαμαρά-Βενιζέλου της προηγούμενης κυβέρνησης, κατήργησε, όλες τις ενεργούς θητείες, όλων των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών και είναι γνωστό…».

-Με ποια δικαιολογία από την στιγμή που υπήρχαν αντίθετες νομικές εισηγήσεις από την Βουλή και από παντού;

«Με καμία δικαιολογία, αυτό ήταν ένα πρώτο δείγμα καθεστωτισμού στην άκρατη μορφή του. Ήταν ταυτόχρονα και μία ενέργεια που έδειξε ο πρόσωπο της κυβέρνησης αυτής…»

-Συγνώμη όμως, κυρία Κωνσταντοπούλου, περιγράφετε μία θεσμική αδυναμία του ελληνικού κράτους. Μπορεί ο κάθε υπουργός, με μια τροπολογία αυθαίρετη και χωρίς νομική βάση να κάνει ό,τι θέλει και δεν υπάρχει τρόπος να προστατεύεται το κράτος από αυτό;

«Η άποψη μου κυρία Σιούτη, έχει καταγραφεί από το 2012-2013 και το 2014… Προφανώς δεν είναι το θέμα ο κάθε κύριος Παππάς, αν και είναι χωρίς προηγούμενο το μητρώο του κυρίου Παππά, πλέον. Όμως εγώ αυτό που θέλω να πω, είναι ότι αυτή η λειτουργία, ο κοινοβουλευτικός καθεστωτισμός ή το κοινοβουλευτικό ξέπλυμα, είναι μια λειτουργία την οποία πολέμησα σταθερά, επιμελήθηκα ολόκληρου βιβλίου που βγάλαμε, την «Μαύρη Βίβλο της Ντροπής» το 2014, για την Κυβέρνηση Σαμαρά με αυτά που έκανε, και αυτά που μεθόδευε και τις αμνηστεύσεις και την διακριτική μεταχείριση και την τοποθέτηση ημετέρων και ούτω καθεξής. Και ως πρόεδρος της Βουλής, ήμουν αυτή που δεν επέτρεπε τέτοιες τροπολογίες και θυμάστε ποιοι ήταν αυτοί που με παρουσίαζαν ως τυπολάτρισσα, σχολαστική, υστερική και ούτω καθεξής…

Η θέση της για το θεσμικό ζήτημα που προκύπτει είναι σαφής: «… Θα έπρεπε η Δικαιοσύνη απέναντι σε αυτό να πάρει πολύ αυστηρή και θεσμική θέση. Το Σύνταγμα μας έχει μία πάρα πολύ δημοκρατική πρόβλεψη και για μένα είναι θεμελιώδης αυτή η πρόβλεψη. Και είναι η πρόβλεψη ότι ο συνταγματικός έλεγχος των νόμων, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, είναι διάχυτος. Αυτό θα πει ότι τον ελέγχει και ο πιο νέος δικαστής όταν ασκεί τα δικαστικά του καθήκοντα. Και ότι ταυτόχρονα, κάθε δικαστής οφείλει να μην εφαρμόζει αντισυνταγματικό νόμο. Με αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, αυτές είναι διατάξεις αυτοδικαίως άκυρες και ως τέτοιες πρέπει να αντιμετωπιστούν από τη Δικαιοσύνη…».

Για το θέμα των αρμοδιοτήτων Ανεξάρτητων Αρχών και άλλων φορέων που έχουν συγκεντρωθεί στο Μαξίμου, αναφέρει: «…είναι συμπεριφορές δικτατορίσκων, είναι συμπεριφορές ανθρώπων που δεν έχουν σχέση με τη Δημοκρατία, είναι συμπεριφορές προσώπων και επιτετραμμένων που ορέγονται να διαλύσουν κάθε Ανεξάρτητη και Αυτόνομη λειτουργία εντός του πολιτεύματος και είναι και ενδείξεις μιας παρακρατικής συμπεριφοράς και δράσης. Τα τελευταία γεγονότα με τα οποία ξεκινήσατε την εκπομπή, η, με παρακρατικά μέσα, επίθεση σε δικαστικό λειτουργό, είναι ενδεικτικά του πόσο χαμηλά, αλλά και πόσο βαθιά σε αυταρχισμό, είναι διατεθειμένη και έτοιμη να πέσει αυτή η Κυβέρνηση».

-Ο κύριος Παρασκευόπουλος, ο υπουργός Δικαιοσύνης, σας ξάφνιασε με την συμπεριφορά του;

«Είμαι από τους δικηγόρους, θα μιλήσω με την δικηγορική μου ιδιότητα, που έχουν συγκρουστεί με δικαστές με τον πιο σφοδρό τρόπο, όταν υπήρχαν παραβιάσεις εκ μέρους δικαστών. Είμαι από τους πολιτικούς που έχω μιλήσει με πάρα πολλή επιμονή για το καθήκον των δικαστών να υπερασπιστούν την Δημοκρατία και την κοινωνία, την εποχή των μνημονίων. Και για τον θεσμικό ρόλο του δικαστή που είναι εγγυητικός της Δημοκρατίας, της δημοκρατικής λειτουργίας: η Δικαιοσύνη είναι πυλώνας της Δημοκρατίας. Όταν ένας δικαστικός λειτουργός, φτάνει να στοχοποιείται και να υφίσταται αυτό που ξεκίνησε από πέρυσι, το κυνήγι μαγισσών και τη διαπόμπευση κάθε φωνής που μπορεί να ενοχλεί ή που μπορεί να μην υποτάσσεται, όταν εξαπολύεται μια τέτοιου είδους παρακρατική επίθεση, με μέσα και κομματικά, μιντιακά, όταν επιχειρείται η εκβίαση του φρονήματος και της συνείδησης του δικαστή, τότε είναι ξεκάθαρο, ότι δεν μπορεί καμία υπουργική τοποθέτηση να περισώσει τίποτα, πολύ λιγότερο, η θέση του κυρίου Παρασκευόπουλου, για τον οποίο με ρωτάτε. Ο κύριος Παρασκευόπουλος που έβαλε την υπογραφή του στον νόμο που είχε ο ίδιος κατακρίνει, στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, και ήρθε κλαίγοντας στη Βουλή, να λέει ότι δεν συμφωνεί με τον Κώδικα, αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς και ότι ρώτησε τους δανειστές αν μπορούμε να τον αλλάξουμε και του είπαν όχι και τι κρίμα, 22 Ιουλίου 2015…».

“Την κρίσιμη στιγμή ο κύριος Παρασκευόπουλος, έδειξε τι είναι”

«…δεν είμαστε αυτά που λέμε, είμαστε αυτά που κάνουμε, δεν είμαστε τα άρθρα μας, δεν είμαστε τα λόγια μας, είμαστε οι επιλογές μας, είμαστε οι πράξεις μας. Την κρίσιμη στιγμή ο κύριος Παρασκευόπουλος, έδειξε τι είναι, και αυτό που είναι δεν έχει καμία σχέση ούτε με Αριστερά, ούτε με Δεξιά. Είναι ένα υποταγμένο πρόσωπο, το οποίο λειτουργεί ως φερέφωνο και εκτελεστικό όργανο των δανειστών. Είναι επίσης ένα πρόσωπο, που δεν έχει κανένα όριο, στην άσκηση των θεσμικών του καθηκόντων: δεν υπογράφει για το Δίστομο, για να προστατέψει την Γερμανία από την εκτέλεση της απόφασης που δικαιώνει τα θύματα. Την ίδια ώρα, υπογράφει για να πλειστηριάζονται τα σπίτια των υπερχρεωμένων πολιτών. Πηγαίνει, μεταβαίνει αυτοπροσώπως στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, για να καταθέσει μήνυση κατά πρώην υπουργού, του κυρίου Πανούση, ο οποίος μίλησε για κάτι αληθές, ότι υπάρχει μία παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών σε επίπεδο κυβερνητικό».

Στην ερώτηση αν γνωρίζει τι έγινε με αυτές τις καταγγελίες του κυρίου Πανούση, η Ζωή Κωνσταντοπούλου απαντά:
«Φαίνεται ότι κάποιοι σίγησαν, ήταν λαλίστατοι κάποια στιγμή και σίγησαν. Εγώ είπα από τότε ότι υπάρχει μείζον θέμα».
– Η Δικαιοσύνη δεν θα έπρεπε να το ελέγξει σε κάθε περίπτωση;
«Θα έπρεπε να το ελέγξει. Ο κύριος Παρασκευόπουλος επίσης εμφανίστηκε τον Φεβρουάριο, στη Ένωση Διοικητικών Δικαστών και επιχείρησε να περάσει γραμμή στους δικαστές του ΣτΕ, λέγοντάς τους ποια είναι η δική του θέση, η συνταγματικότητα του νόμου Παππά».
Για τη δήλωση του κ. Παππά, ότι θα είναι μια δυσάρεστη εξέλιξη για την Δημοκρατία, αν κριθεί αντισυνταγματικός ο νόμος, σχολιάζει : «Νομίζω ότι δοκιμάζεται σε όλα τα επίπεδα η Δημοκρατία και οι λειτουργίες του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η Δημοκρατία σε επίπεδο ουσιαστικού περιεχομένου της, έχει καταλυθεί, ούτως ή άλλως, από τα μνημόνια και έχει ομολογηθεί αυτό. Η Δικαιοσύνη, πια, καλείται να αρθεί στο ύψος της ευθύνης της και να πάρει απόφαση σύμφωνα με το Σύνταγμα. Η απόπειρα χειραγώγησης της Δικαιοσύνης και ελέγχου της Δικαιοσύνης που εκδηλώνεται αυτήν τη στιγμή από την Κυβέρνηση Τσίπρα και τον κύριο Παππά, με πρώτον όμως τον κύριο Τσίπρα, ο οποίος επιχείρησε και να δελεάσει την ηγεσία της Δικαιοσύνης με ρουσφέτια, με παράταση θητειών των ηγεσιών των δικαστηρίων και ούτω καθεξής…».

-Πιστεύετε ότι αυτά λειτουργούν;

« Πιστεύω ότι δεν πρέπει να λειτουργούν. Πιστεύω ότι, δυστυχώς, πάρα πολλά από αυτά μπορεί και να λειτουργήσουν, και στο παρελθόν έχουν λειτουργήσει, γιατί δεν είναι η πρώτη φορά που μία κυβέρνηση επιχειρεί να ελέγξει τη Δικαιοσύνη.
Η κυβέρνηση Σαμαρά, με υπουργό τον κύριο Αθανασίου, ήταν μια κυβέρνηση που επίσης επιδίωκε να ελέγχει τη Δικαιοσύνη, όπως και οι κυβερνήσεις Σημίτη. Και για μεγάλο διάστημα και σε πολλά επίπεδα το κατάφερναν. Πάρα πολλές υποθέσεις δεν είχαν την μεταχείριση που θα έπρεπε.»

-Άρα συμβαίνει το ίδιο τώρα ή υπάρχει κάποια διαφορά;

«Νομίζω ότι αυτή την στιγμή, η διάθεση ελέγχου και οι ενέργειες ελέγχου της Δικαιοσύνης έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Έχουν ξεπεράσει ακόμα και το ρεκόρ της Κυβέρνησης Σαμαρά. Και νομίζω πια, ότι όλοι είναι προ των ευθυνών τους. Εγώ θα σας έλεγα ότι είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι οι Δικαστικές Ενώσεις, σύμφωνα με την παράδοσή τους, που είναι δημοκρατική και ουσιαστική, αντιδρούν με αξιοπρέπεια, με φρόνημα, με περιεχόμενο και με αναφορά σ’αυτό που πράγματι πρέπει να είναι η Δικαιοσύνη: ο θεσμικός υπερασπιστής του Δικαίου, ο θεσμικός υπερασπιστής των πολιτών εναντίον της αδικίας και ο θεσμικός υπερασπιστής της Δημοκρατίας».

“Η κυβέρνηση έχει χάσει προ πολλού το ηθικό πλεονέκτημα”

Σχετικά με την πάταξη της διαπλοκής που έχει υποχωρήσει ωστόσο κάπως από τη ρητορική της κυβέρνησης, βλέπει κάποια διαφορά, απαντά ότι «η κυβέρνηση επιχειρεί με ένα κόλπο πολύ παλαιάς κοπής, να αντιμεταθέσει την προσοχή των πολιτών και να δημιουργήσει αντιπερισπασμούς, και αναφέρεται στην διαφθορά και στην διαπλοκή σαν να ήταν ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ, που είχε μέσα ανθρώπους που συγκρούστηκαν με κόστος με την διαφθορά και την διαπλοκή και σαν να ήμασταν στο έτος μηδέν. Δεν είμαστε στο έτος μηδέν, δεν μιλάμε σε επίπεδο παρελθόντος και κυρίως δεν μπορεί να τοποθετείται σαν να έχει ηθικό πλεονέκτημα μια Κυβέρνηση που αυτό ακριβώς το ηθικό πλεονέκτημα το έχει απολέσει προ πολλού».

Μια κυβέρνηση «η οποία ανερυθρίαστα διαπλέκεται, δημιουργεί κανόνες καζίνο και τζόγου για τις τηλεοπτικές άδειες, εν συνεχεία καλεί σε γεύματα τους υπερθεματιστές, υπερασπίζεται εμπλεκόμενους σε υποθέσεις μέσα στην Βουλή και στο τέλος εμφανίζεται να τοποθετείται και για ποινικές υποθέσεις που την εκθέτουν, σαν να είναι ποινικές υποθέσεις που την δικαιώνουν.
Αναφέρομαι στην υπόθεση των λεγομένων εκβιαστών που αποκαλύφθηκε και δημοσιεύθηκαν στα Μέσα Ενημέρωσης, τα στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο κύριος Μπενίσης, Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ και κεντρικό πρόσωπο στην σημερινή κυβερνητική τάξη και διάταξη και σύντροφος της κυρίας Δούρου και σύμβουλος της κυρίας Δούρου στην Περιφέρεια, διέθετε χρήματα της ΕΥΔΑΠ, δηλαδή μιας δημόσιας επιχείρησης την οποία δρομολογούν προς ξεπούλημα, για ποιο πράγμα; Ως δήθεν διαφήμιση της ΕΥΔΑΠ, στην πραγματικότητα όμως σε περιθωριακούς δημοσιογράφους προκειμένου να φιλοτεχνούν θετικές καταχωρίσεις και θετικά άρθρα για τον πρωθυπουργό και για τον κύριο Παππά».

-Αυτά ισχυρίστηκαν ότι αφορούσαν τις προηγούμενες Κυβερνήσεις.

«Μα υπάρχουν, είναι κραυγαλέα τα στοιχεία, είναι επώνυμες οι αναφορές, είναι πολύ συγκεκριμένη η αναφορά και είναι και αποτυπωμένη η συναλλαγή. Εκείνο, όμως, που κάνει εντύπωση και πρέπει όλα να τα πούμε, είναι ότι αυτό το φοβερό σκάνδαλο που ήταν τέτοιων διαστάσεων που θα μπορούσαν ρίξουν την Κυβέρνηση, κουκουλώθηκε και από τα Μέσα Ενημέρωσης. Εμφανίστηκε ως σκάνδαλο εκβιαστών, εμφανίστηκε ως εκβίαση της κυβέρνησης, ενώ ήταν συναλλαγή της Κυβέρνησης. Εμφανίστηκε επίσης με άλλες διαστάσεις από αυτές που είχε. Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι μιλούσαν με κωδικούς για τον κύριο Παππά τον οποίο τον αποκαλούσαν ”ο Αρχιμανδρίτης”. Μιλούσαν με κωδικό και για ένα άλλο πρόσωπο το οποίο αποκαλούσαν ”ο Πατριάρχης Αλέξιος”. Είναι αυτόδηλο – κατάδηλο ότι ο “Πατριάρχης Αλέξιος” δεν είναι άλλος από τον Αλέξη Τσίπρα, τον Πρωθυπουργό.

Ωστόσο, τα Μέσα Ενημέρωσης με εντελώς εναρμονισμένο και προγραμματισμένο τρόπο άρχισαν να αναμεταδίδουν ότι ο “Πατριάρχης Αλέξιος” είναι, δήθεν, ο Τρύφων Αλεξιάδης, δηλαδή ο αναπληρωτής Υπουργός Οικονομίας είναι πάνω από τον Υπουργό Επικρατείας. Αυτό θέλανε, περίπου, να πουν και αυτό αναπαρήγαγαν. Νομίζω ότι αυτό δεν είναι παρά ένα δείγμα του βαθμού στον οποίο έχει φτάσει ο έλεγχος στην πληροφορία – ο έλεγχος στην ενημέρωση και βέβαια η διαπλοκή της Κυβέρνησης με οικονομικά επιχειρηματικά και μινιτιακά συμφέροντα. Και νομίζω ότι και οι εξελίξεις στο επίπεδο του διαγωνισμού το δείχνουν αυτό με τρόπο απροσμάχητο».

“Η Δικαιοσύνη είναι προϋπόθεση της Δημοκρατίας”

«Πριν από ενάμιση μήνα, πήραμε μια πρωτοβουλία που ονομάζεται ”Δικαιοσύνη για όλους” και είναι ένας νομικός φορέας που είναι υπό σύσταση, με τον οποίο θα διεκδικήσουμε εκ μέρους των πολιτών, τους οποίους καλούμε να συμμετέχουν και να τον στηρίξουν, την αποκατάσταση, απονομή, απόδοση Δικαιοσύνης. Το διακύβευμα είναι σαφές. Η Δικαιοσύνη είναι προϋπόθεση της Δημοκρατίας, είναι όρος για την ελευθερία και είναι συνεκτικό στοιχείο για την κοινωνία. Αν δεν λειτουργήσει η Δικαιοσύνη, αν καμφθεί, αν χειραγωγηθεί, αν συνεχίσει να υπονομεύεται και να εκβιάζεται, τίθενται οι προϋποθέσεις της πλήρους διάρρηξης της κοινωνικής συνοχής. Γιατί καμία κοινωνία δεν μπορεί να ζει μέσα σε αυτό το καθεστώς της αφόρητης αδικίας και της έλλειψης λογοδοσίας και της αρνησιδικίας. Η Δικαιοσύνη πρέπει να λειτουργήσει, πρέπει να λειτουργήσει και εναντίον εκείνων οι οποίοι καταλύουν την Δημοκρατία, πρέπει να λειτουργήσει θαρρετά, ουσιαστικά, αποτελεσματικά. Πρέπει να ανοίξει τις μεγάλες υποθέσεις υπονόμευσης του δημοσίου συμφέροντος και απομύζησης του δημοσίου χρήματος και πρέπει να λειτουργήσει και εναντίον εκείνων οι οποίοι εγκατέστησαν, εγκαθίδρυσαν στην χώρα τα Μνημόνια, και εκείνων οι οποίοι τα υπηρετούν. Δεν είναι στιγμιαίο αδίκημα το Μνημόνιο, δεν προσφέρεται για επινοήσεις και για ισορροπισμούς αυτή η τόσο τραυματική μας εμπειρία. Η Δικαιοσύνη είναι αυτήν την στιγμή ένας καθοριστικός παράγοντας για το μέλλον της χώρας και της κοινωνίας και κυρίως για την αισιοδοξία, το φρόνημα και την ελπίδα των νέων γενεών και των επόμενων γενεών».

Η διαπλοκή ζει και βασιλεύει


Δημοσιεύθηκε στον “Δρόμο της Αριστεράς”

Το Μέγαρο Μαξίμου κατάφερε με μεγάλη επιτυχία να δημιουργήσει ένα σημαντικά ισχυρό δίκτυο επιρροής στα ΜΜΕ μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Τα πράγματα στράβωσαν όμως εν μέρει, όταν αποφάσισαν να ασχοληθούν με τον έλεγχο των τηλεοπτικών σταθμών, καθώς μια σειρά ατυχών χειρισμών αποτέλεσαν την αιτία να τους απομακρύνει από το επιθυμητό, για αυτούς αποτέλεσμα.

Το βασικό κλειδί για την ερμηνεία όσων συνέβησαν ήταν η αλλαγή της αρχικής θέσης του ΣΥΡΙΖΑ (και) στο ζήτημα αυτό. Έτσι η «πάταξη της διαπλοκής» έγινε «τάξη στο τηλεοπτικό τοπίο» που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Αντί να τους «ταράξουν στη νομιμότητα», όπως έλεγε κάποτε ο Αλέξης Τσίπρας, αποφάσισαν ότι το σημαντικότερο ήταν «να τους πάρουν λεφτά».

Συγκεκριμένα ο Αλέξης Τσίπρας είχε δηλώσει πριν από τον διαγωνισμό ότι «τις άδειες θα τις πάρουν αυτοί οι οποίοι θα πληρώσουν περισσότερο και οι οποίοι όμως θα είναι εντάξει, τα χαρτιά τους θα είναι εντάξει, θα έχουν ασφαλιστικές ενημερότητες, θα έχουν φορολογικές ενημερότητες». Μια δήλωση ωστόσο, η οποία δεν καλύπτει το θέμα της προέλευση των χρημάτων. Τότε είχε υπενθυμίσει τα αυτονόητα ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Κώστας Χρυσόγονος, επισημαίνοντας ότι «οι τηλεοπτικές άδειες δεν μπορεί να έχουν μόνο οικονομικά κριτήρια, αλλά και κριτήρια, τα οποία να θωρακίζουν το δημόσιο βίο της χώρας απέναντι στο κίνδυνο να βρεθούν Μέσα Ενημέρωσης υπό τον έλεγχο προσώπων τα οποία, για παράδειγμα να σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα». Ο Αλέξης Τσίπρας ωστόσο ως προς αυτό είχε δηλώσει, ότι δεν είχε καμία εντύπωση «ότι θα έρθουν ευαγή ιδρύματα να καταθέσουν ευγενικές προσφορές», προσθέτοντας: «Ούτε μας ενδιαφέρει στο τέλος-τέλος ποιοι θα είναι αυτοί οι οποίοι θα πάρουν τις άδειες».

Ο ορισμός της διαπλοκής

Διαπλοκή όμως, όπως την είχε -σωστά- περιγράψει και ο ίδιος ο Τσίπρας, είναι «το αμαρτωλό τρίγωνο που στη μια κορυφή έχει το πολιτικό σύστημα, στην άλλη εκδότες ή ιδιοκτήτες ΜΜΕ και τις τράπεζες με τα θαλασσοδάνεια». Για την πάταξη της διαπλοκής και το σπάσιμο του αμαρτωλού τριγώνου, αρκεί η απόσυρση της μίας πλευράς, του πολιτικού συστήματος δηλαδή.

Για την πάταξη της διαπλοκής και το σπάσιμο του αμαρτωλού τριγώνου, αρκεί η απόσυρση της μίας πλευράς, του πολιτικού συστήματος δηλαδή.

Τόσο απλό είναι, αρκεί να υπάρχει πολιτική βούληση. Εδώ ωστόσο δεν φαίνεται να υπάρχει αυτή η βούληση. Είδαμε επιχειρηματίες-ιδιοκτήτες ΜΜΕ να επισκέπτονται το Μέγαρο Μαξίμου και όχι μόνο οι συζητήσεις αυτές να μην γίνονται δημόσια, ως όφειλαν, αλλά να μην ανακοινώνεται ούτε καν το πλαίσιο των συναντήσεων αυτών.

Είδαμε εργολάβους-υποψήφιους καναλάρχες, να παρακολουθούν στην πρώτη σειρά δίπλα σε κυβερνητικούς βουλευτές, κομματικές ομιλίες του αρμόδιου υπουργού για τις άδειες. Πληροφορηθήκαμε ότι υποψήφιοι καναλάρχες έχουν προσωπικές σχέσεις (όπως κουμπαριές τις οποίες θα αφήναμε πίσω) με υπουργούς, οι οποίοι τους δίνουν και δημόσια έργα. Αποκαλύφθηκε ότι υποψήφιοι καναλάρχες που παίρνουν δημόσια έργα, λαμβάνουν ταυτόχρονα τεράστια δάνεια δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, σε μία περίοδο που είναι δύσκολη-αν όχι αδύνατη, η αντίστοιχη δανειοδότηση ακόμα και για κερδοφόρες επιχειρήσεις. Και αυτά από μία τράπεζα που ελέγχεται από την κυβέρνηση. Αν αυτό δεν είναι ο ορισμός της διαπλοκής στην πράξη, τότε ποιος είναι;

Η κυβέρνηση βρήκε ως δικαιολογία, μετά το τσουνάμι των αποκαλύψεων σχετικά με τον Ι. Καλογρίτσα που θα έφτιαχνε το φιλικό κανάλι, ότι αφού τελικά δεν πήρε την άδεια, αυτή είναι η απόδειξη ότι είναι αμερόληπτοι. Την άδεια όμως τελικά δεν την πήρε επειδή δεν κατάφερε να πληρώσει μετά τις αποκαλύψεις για την Τράπεζα Αττικής και τα εμπόδια που προέκυψαν -όχι βεβαίως από την κυβέρνηση- σχετικά με τον δανεισμό του.

Εδώ να επισημάνουμε ότι η κυβέρνηση ισχυριζόταν πως οι καναλάρχες στο νέο τηλεοπτικό τοπίο δεν θα έπρεπε να βασίζονται σε θαλασσοδάνεια χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις, γιατί τότε τα κανάλια δεν θα είναι βιώσιμα και έτσι θα πέφτουν στον πειρασμό της διαπλοκής… Αντίθετα με όσα ισχυριζόταν, όμως, καμία πρόνοια δεν υπήρξε εκ μέρους της, ώστε να αποτραπούν τα «θαλασσοδάνεια χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις». Όσο για τη βιωσιμότητα των καναλιών, το τίμημα που προέκυψε, δεν επιτρέπει την απόσβεσή του τα επόμενα χρόνια. Άρα όταν κάποιος επενδύει χρήματα που γνωρίζει ότι δεν θα καταφέρει να αποσβέσει, τότε πιθανόν προσβλέπει σε άλλα οφέλη και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μία πολύ ισχυρή ένδειξη διαπλοκής.

Τέλος πολύ σοβαρό είναι το ζήτημα με το Πόθεν Έσχες των λεγόμενων υπερθεματιστών, καθώς όλες οι υπάρχουσες ενδείξεις και μαρτυρίες καταδεικνύουν ότι δεν έγινε ουσιαστικός έλεγχος σε βάθος, άρα δεν υπάρχουν εγγυήσεις για την προέλευση των χρημάτων.

Όσο για το τίμημα που καταβλήθηκε ήδη ή θα καταβληθεί με τις επόμενες δόσεις, εκφράζονται σοβαρές ενστάσεις ότι η απώλεια εσόδων από το κλείσιμο των υπόλοιπων σταθμών (συν τα της άδειας) και το κόστος της ανεργίας που θα προκληθεί, δημιουργούν μεγαλύτερη ζημιά από το κέρδος.

Το χρήμα στο τιμόνι

Υπήρχε άλλος τρόπος; Η απάντηση είναι ναι, υπήρχε ο θεσμικός τρόπος, που θα συνδύαζε την πάταξη της διαπλοκής με τη νομιμότητα και την υποχρέωση όσων θα έπαιρναν άδεια να πληρώσουν. Η πρώτη προτεραιότητα μιας δημοκρατικής κυβέρνησης όμως, σε κάθε περίπτωση έπρεπε να είναι η θωράκιση του δημόσιου βίου απέναντι στον κίνδυνο να βρεθούν Μέσα Ενημέρωσης υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν τελέσει αδικήματα ή έχουν βλάψει το δημόσιο συμφέρον.

Η πρώτη προτεραιότητα μιας δημοκρατικής κυβέρνησης σε κάθε περίπτωση έπρεπε να είναι η θωράκιση του δημόσιου βίου απέναντι στον κίνδυνο να βρεθούν Μέσα Ενημέρωσης υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν τελέσει αδικήματα ή έχουν βλάψει το δημόσιο συμφέρον.

Στη συνέχεια η κυβέρνηση έπρεπε να θέσει σειρά ποιοτικών κριτηρίων που θα εξασφάλιζαν μία στοιχειώδη ποιότητα του προγράμματος και πλουραλισμό και να έδινε τη δυνατότητα στα κανάλια που είχαν τις προσωρινές άδειες –προκειμένου να μην μείνουν μεσούσης της συνεχιζόμενης κρίσης αρκετές εκατοντάδες εργαζομένων ακόμα χωρίς δουλειά- να πληρώσουν το τίμημα που θα έκριναν ότι αναλογεί για μία άδεια, σύμφωνα και με την περιβόητη μελέτη που οι ίδιοι έκαναν και μιλάει για μία διαφημιστική πίτα περιορισμένων ορίων.

Σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση έπρεπε να προχωρήσει σε ουσιαστικό έλεγχο του Πόθεν Έσχες των καναλαρχών και να αποκλειστούν όσων η προέλευση των χρημάτων είναι αμφίβολη.

Κι ακόμα, μια κυβέρνηση που θέλει να αποκαλείται αριστερή, δεν μπορεί να θέτει ως αποκλειστικό κριτήριο το χρήμα και να αποκλείει π.χ. έναν φορέα σύμπραξης πανεπιστημίων, σωματείων και τοπικής αυτοδιοίκησης. Με ποια λογική απέκλεισε εκ των προτέρων μια τέτοια δυνατότητα όπως και π.χ. και ένα συνεταιρισμό άνεργων δημοσιογράφων, σε μια χώρα που μαστίζεται από την ανεργία;

Και φυσικά μία κυβέρνηση που θέλει να πατάξει τη διαπλοκή δεν επιτρέπει να λάβει άδεια επιχειρηματίας που σχετίζεται με το δημόσιο. Οι δικαιολογίες που ψέλλιζαν κυβερνητικά στελέχη ότι δεν επιτρέπει ο νόμος την απαγόρευσή αυτή, δεν είναι αληθείς και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Όμως η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά και προτίμησε να συνεχίσει στην ίδια λογική με του προηγούμενου καθεστώτος, δίνοντας απλώς τη δυνατότητα στη διαπλοκή να είναι νόμιμη. Όσο για το υψηλό τίμημα, που επαίρονται στο Μαξίμου, είναι εντελώς σχετικό το κέρδος της πολιτείας όσο συνεχίζει να υπάρχει η διαπλοκή, καθώς με μία μόνο υπόθεση π.χ. εύνοιας ή φοροαπαλλαγής, τα χρήματα που ένας επιχειρηματίας δίνει από τη μία τσέπη, μπορεί να τα πάρει διπλά από την άλλη. Όσο η διαπλοκή ζει και βασιλεύει, καμία εγγύηση δεν υπάρχει για τίποτα.



Γιάννης Μηλιός: «Ηττηθήκαμε»




‘Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης μας ήρθε έτοιμο’
‘Πριν την εκλογική νίκη υπήρχαν φαινόμενα φατριασμού και είχε αυτονομηθεί το γραφείο του προέδρου’
‘Κάποιοι ήθελαν κυβέρνηση με κάθε τρόπο, ακόμα και με εκπτώσεις’
‘Στη μηχανορραφία δεν ήμασταν καλοί όπως η άλλη πλευρά’
‘Η πορεία του συμβιβασμού είχε ξεκινήσει από το 2013’
‘Αν ο Συριζα έλεγε από το 2010 ότι συμφωνεί με το 70% του μνημονίου, θα είχε μικρότερο ποσοστό από τη ΔΗΜΑΡ’
‘Το μνημόνιο συμφωνήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου. Από εκεί και πέρα γινόταν μια διαπραγμάτευση εντός της πολιτικής της λιτότητας, ζητώντας κάποια δωράκια και κάποια φύλλα συκής”
“Ουδέποτε ήταν όνειρό μου μια θέση στην κυβέρνηση. Δεν είμαι επαγγελματίας πολιτικός. Δίλημμα δεν υπήρχε. Ήταν δεδομένο για μένα ότι θα μείνω απέξω”


«Ο Σύριζα καρπώθηκε το κίνημα των πλατειών χάρη στην ιστορία του και γιατί είχε αποδείξει ότι αγωνίζεται για τα συμφέροντα των πολλών» υποστηρίζει ο καθηγητής και πρώην υπεύθυνος για την Οικονομική Πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, Γιάννης Μηλιός, ο οποίος είναι από τους ελάχιστους που ισχυρίζεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν έτοιμος να κυβερνήσει. Η έκβαση της υπόθεσης αυτής όμως δεν ήταν θετική, όπως λέει στην συνέντευξη και παραδέχεται ότι ηττήθηκε και αυτός και όλοι όσοι υποστήριζαν μία εναλλακτική πολιτική πρόταση ενάντια σε αυτήν της λιτότητας και των μνημονίων.

«Δεν υπάρχει διέξοδος στην κρίση που να ικανοποιεί όλες τις πλευρές, γιατί τα συμφέροντα των πλευρών συγκρούονται. Ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να διαλέξει πλευρά, την πλευρά της εργασίας» αναφέρει ο κ.Μηλιός, πράγματα που ήταν αυτονόητα στο παρελθόν, αλλά όχι πια.

Ο Γιάννης Μηλιός μιλάει για πρώτη φορά αποκαλύπτοντας άγνωστες πτυχές της περιόδου που προηγήθηκε των εκλογών του 2015, τότε που ήταν υπεύθυνος Οικονομικής Πολιτικής. Μία από τις σημαντικές αποκαλύψεις είναι ότι το περιβόητο πρόγραμμα Θεσσαλονίκης όχι μόνο δεν το συνέγραψε ο ίδιος αλλά δεν είχε καμία συμμετοχή σε αυτό, καθώς όπως λέει: «Το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης ήρθε ξαφνικά από κάπου έτοιμο. Μας διανεμήθηκε ένα προσχέδιο από το γραφείο του προέδρου».
«Ορισμένα πράγματα από τα δικά μας ενσωματώθηκαν. Είχε ένα στυλ των παλαιών κομμάτων, περίπου υπόσχονταν σε όλους όλα και είχε μια κεντρική ιδέα ότι το πρόβλημα είναι της χώρας γενικώς».
Γιατί δεν αντέδρασε τότε; «Έκανα εσωτερική κριτική, τα είπα στο κόμμα, είναι καταγεγραμμένα αυτά από την κεντρική επιτροπή του Ιουνίου του 2014».

Ο Γιάννης Μηλιός μιλάει για σαφή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ πριν την ανάληψη της εξουσίας. «Το να μεταθέσουμε το σύνθημα μας από το να πληρώσουν οι πλούσιοι, στο «παραγωγική ανασυγκρότηση- ανάπτυξη», που είναι το ίδιο με αυτό που λέει η ΝΔ ως «ανάπτυξη», σημαίνει και μια άλλου τύπου στρατηγική , μια άλλη σχέση με τα κυρίαρχα συμφέροντα, σημαίνει μια μετάλλαξη προς έναν χώρο της κεντροαριστεράς, που δεν θα μας βγει σε καλό».
Αναφερόμενος στην προ διακυβέρνησης εποχή, περιγράφει ότι στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ υπήρχε ιδεολογική και πολιτική σύγκρουση για το που θα πήγαιναν. «Εκεί είδαμε περίεργα πράγματα να γίνονται. Αναπτύχθηκε ένας φατριασμός, αυτονομήθηκε το γραφείο του προέδρου, διάφορα πράγματα έγιναν εκείνη την περίοδο».
«Όσο πλησίαζε προς την τελική εκλογική νίκη, φαίνεται ότι μια ηγετική ομάδα προσανατολιζόταν όλο και περισσότερο προς την ιδέα της κυβέρνησης με κάθε τρόπο ακόμα και με εκπτώσεις».

Αίσθηση όμως κάνει και αυτό που λέει ο Γιάννης Μηλιός για την φορολογική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ που αγνοήθηκε, ειδικά αν συσχετιστεί με το ότι στα δύο σχεδόν δύο χρόνια που κυβερνά, κανένα αποτέλεσμα δεν έχουν να επιδείξουν στην φοροδιαφυγή.
«Το φορολογικό πρόγραμμα που είχαμε επεξεργαστεί, μπήκε στο περιθώριο. Το πρόγραμμα Θεσσαλονίκης δεν ήταν πειστικό στο που θα βρουν τα χρήματα. Από αυτό το πρόγραμμα δεν υπήρχε ούτε μία λέξη».
Η απόφαση για το τρίτο μνημόνιο υποστηρίζει ότι λήφθηκε μία μέρα μετά την απόφαση του ελληνικού λαού με 61% μη αποδοχής του μνημονίου στο δημοψήφισμα. «Η πορεία αυτή είχε ξεκινήσει από το 2013 αλλά είχε φτάσει σε σημείο μη επιστροφής στα μέσα του 2014».
«Είχε κυριαρχήσει μία αντίληψη ότι οι πολιτικές λιτότητας ήταν απλώς λάθος επιλογές, και κάποιοι έξυπνοι, που είμαστε εμείς θα τους εξηγήσουμε αυτό το λάθος που κάνουν και αμέσως θα το διορθώσουν, πράγμα εξωφρενικό, γιατί δεν ήταν ένα λάθος, ήταν και είναι μια ταξική πολιτική που εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα».


Ο Γιάννης Μηλιός αναφέρει ότι ο Γιάννης Δραγασάκης ήταν από τους βασικούς εκφραστές της άποψης που κυριάρχησε τελικά: «Και οι πάνω και οι κάτω, οι άνεργοι, οι φτωχοί και το μεγάλο κεφάλαιο έχουν τα ίδια συμφέροντα, που είναι μόνο η ανάπτυξη… τέτοια έλεγαν. Αυτή η πολιτική , που είναι και με τον μεν και με τον δε, σημαίνει ότι τελικά θα ακολουθήσει την πολιτική του ισχυρού δηλαδή του από πάνω».
Λέει και κάτι άλλο όμως ο κ. Μηλιός, αυτή τη φορά για τον Γιάνη Βαρουφάκη. «Θυμηθείτε τις δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών στις 8 Φεβρουαρίου 2015, που είπε ότι συμφωνούμε με το 70% του μνημονίου»!
«Αν ο Συριζα έλεγε από το 2010 ότι συμφωνεί με το 70% του μνημονίου, θα είχε μικρότερο ποσοστό από τη ΔΗΜΑΡ του Κουβέλη. Ούτε ο Δραγασάκης -που δεν ξέρω τι πίστευε- δεν θα μπορούσε να το πει αυτό, ότι συμφωνεί με το 70% του μνημονίου. Φέρανε όμως έναν άνθρωπο που μπόρεσε να το πει. Και το είπε με πολλούς τρόπους. Ότι επειδή έχουμε κρίση, τα συμφέροντα κεφαλαίου και εργαζομένων είναι κοινά. Πως όμως γίνεται να είναι κοινά; Ο μεν θέλει να μειώσει το κόστος και του άλλου το κόστος αυτό είναι το βιοτικό του επίπεδο. Που είναι τα κοινά συμφέροντα;»

Για το Eurogroup στις 20 Φλεβάρη 2015

«Εγώ έμαθα για την απόφαση αυτή στις 17 Φεβρουαρίου. Στις 18 είχα συμφωνήσει να παραβρεθώ σε ένα από τα ιδιωτικά κανάλια σε μία πρωινή εκπομπή. Πήρα στις 7.00 το πρωί και δήλωσα ότι ήμουν άρρωστος και λυπόμουν που δεν μπορώ να βγω στην εκπομπή. Εκτοτε δεν ξαναβγήκα ως ΣΥΡΙΖΑ ποτέ σε κανένα ΜΜΕ (παρότι ήμουν ακόμα υπεύθυνος οικονομικής πολιτικής). Είχα μάθει ότι θα υπέγραφαν αυτή την συμφωνία, που κατά τη γνώμη μου ήταν μνημόνιο. Το μνημόνιο συμφωνήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου. Από εκεί και πέρα γινόταν μια διαπραγμάτευση εντός της πολιτικής της λιτότητας, ζητώντας κάποια δωράκια και κάποια φύλλα συκής. ‘Έκανα κριτική και έκτοτε πρότεινα μια άλλη πορεία».
«Φαινόταν ότι τα πράγματα πήγαιναν άσχημα. Με αυτή την αβεβαιότητα και την αμφιθυμία που είχε η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, τα πράγματα θα πήγαιναν άσχημα. Μια μερίδα του κόσμου έβγαζε τα χρήματα έξω. Φαινόταν ότι η στάση των θεσμών θα οδηγούσε στο κλείσιμο των τραπεζών. Φαινόταν ότι όλες οι εξαγγελίες πήγαιναν στις καλένδες».

Για τις αιτίες τις ήττας όσων διαφώνησαν με την στροφή του κόμματος λέει:
«Ηττηθήκαμε για πολλούς λόγους που τελικά είχαν ως αποτέλεσμα ο ΣΥΡΙΖΑ να μην έχει πολιτική ζωή. Αυτό που συνέβαινε ήταν μια πολιτική διαδικασία σε επίπεδο Κεντρική Επιτροπής κυρίως, η οποία είχε μια ηγεμονική κατεύθυνση, που λίγο ή πολύ προδίκαζε τις αποφάσεις. Και δεύτερον στην τακτική, στην μηχανορραφία δεν ήμασταν τόσο καλοί όσο ήταν από την άλλη πλευρά».

Καυστικός όμως είναι και για τους περίφημους «53», οι οποίοι ενώ υποτίθεται ότι ασκούσαν κριτική από αριστερά στον Αλέξη Τσίπρα, εντέλει τα αποδέχθηκαν όλα και παρέμειναν στην κυβέρνηση. « Ένα τμήμα της κριτικής που προερχόταν από τους «53» ήταν σε μεγάλο βαθμό ψευδεπίγραφη. Ήταν μια κριτική που λειτουργούσε ως ένα προκάλυμμα και ταυτόχρονα ως συκοφάντηση άλλων προσώπων, στους οποίους αποδίδονταν διαφορετικές απόψεις, απλώς για να υποστηριχθεί αυτό που έγινε. Ένα «yes» σε οτιδήποτε και αν προέκυπτε, γιατί δεν νομίζω ότι όλοι αυτοί ήξεραν με ακρίβεια τι παιζόταν».
Είναι στεναχωρημένος με την έκβαση, παραδέχεται αλλά δεν μετανιώνει για τίποτα λέει, γιατί «δεν μπορεί να ξέρει κανείς από πριν τι θα γίνει».

«Αναγνωρίζω πολλά λάθη που μπορεί να γίνανε. Λάθη τακτικής ή οτιδήποτε άλλο. Δεν μπορείς όμως να μην κάνεις λάθη όταν είσαι σε μια τέτοια ιστορική συγκυρία. Η προσπάθεια άξιζε τον κόπο».
Πρόταση να γίνει υπουργός του έγινε, αποκαλύπτει, αλλά αρνήθηκε. «Ουδέποτε ήταν όνειρό μου μια θέση στην κυβέρνηση. Δεν είμαι επαγγελματίας πολιτικός. Δίλημμα δεν υπήρχε. Ήταν δεδομένο για μένα ότι θα μείνω απέξω».
«Υπήρχε μια εναλλακτική που δεν εφαρμόστηκε. Δεν ξέρουμε αν θα ήταν νικηφόρα. Για να το ξέρουμε θα έπρεπε να την είχαμε εφαρμόσει».