Why Tsipras prefers the right-wing partner


Days before the second greek elections of 2015, a left minister of SYRIZA was asked, what their political party would do, if  the “Independent Greeks” (ANEL) -the right-wing populist party with whom they had a governmental coalition at the first period- did not manage to be elected again. “In that case, our government partner will be PASOK,” answered without any hesitation. In the next question, “Why would you choose PASOK (the social democrats) over Potami (centrist and liberal party)”, the answer was truly shocking: “Potami are idealist neo-liberals, while PASOK… they are just crooks. If we give them some ministries and some governmental posts, they will allow us to do what we want….the others will impose their own political terms.”


Overcoming the Syriza minister’s judgments on whether PASOK and Potami are indeed “crooks” and “idealist neo-liberals”, the rationale revealed and confirmed along the way, is of significant  importance.


SYRIZA yearned for governmental power and  the right to “use it” in every possible way; subsequently, a political partner that would not prevent them from doing so, was preferable. Political ethos and honesty -if someone, is a “crook”, according to the expression used by the minister- does not matter. It is fair enough, if the job is done.


The right-wing populist party (ANEL), has always been the first choice of Syriza’s, called Radical Left, PASOK being the second; with PASOK there were strong bonds and there are still some, nowadays. Still,  PASOK’s leadership is clearly displeased, since they preferred -twice- the conservative populist Kammenos instead of them, while Syriza allowed them to believe that they would be the chosen ones.


Let us mention, that according to the polls which took place before the greek elections of September 2015, it was still vague, whether the “Independent Greeks” (ANEL) would be able to rejoin the Parliament. Both, Potami and PASOK though, were ready to accept the role of the new governmental partner, as they had helped Alexis Tsipras through the third program of austerity measures (for which he strongly protested in the past) being voted by their members of the Greek Parliament. There was a strong belief, that even if the “Independent Greeks” (ANEL) were able to be elected, SYRIZA would chose them, as now there was no alibi for the policy against the IMF and the lenders to justify coalition with an extreme-right wing party. Yet, it was the leadership of SYRIZA, which deliberately allowed them to believe that they would be selected as the new governmental partners. The truth is, however, that SYRIZA’s leadership had absolutely predetermined what they were about to do.


Alexis Tsipras and Panos Kammenos, his right-wing populist partner, created a bond from the beginning, and beyond their political relationship, a personal friendship was established. There was no intention, consequently, to change the governmental partner. During this second time coalition, the justification of the fight against austerity programs was avoided, as these two parties (SYRIZA and ANEL),  had both accepted the austerity and had come to terms with it, in order to maintain power.

SYRIZA’s leadership had made ‘a job description’ for  the governmental partner and the most suitable candidate, was the right-wing populist, Panos Kammenos.


Γιατί οι ΑΝΕΛ ήταν οι καταλληλότεροι συγκυβερνήτες του ΣΥΡΙΖΑ



      Λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ είχε ερωτηθεί τι θα έκαναν αν οι ΑΝΕΛ δεν έμπαιναν στη Βουλή. “Θα συνεργαστούμε με το ΠΑΣΟΚ” είχε απαντήσει χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Στην επόμενη ερώτηση, που γινόταν στο πλαίσιο του ρεπορτάζ, “γιατί προτιμούν το ΠΑΣΟΚ από το Ποτάμι” η απάντηση ήταν αφοπλιστική, καθώς ο υπουργός υποστήριξε ότι “στο Ποτάμι είναι ιδεολόγοι νεοφιλελεύθεροι, ενώ στο ΠΑΣΟΚ είναι απλώς λαμόγια“.  Και συνέχισε λέγοντας ότιαν τους δώσουμε μερικά υπουργεία και μερικές θέσεις, θα μας αφήσουν ήσυχους να κάνουμε ότι θέλουμε. Οι άλλοι θα μας βάλουν όρους”.  

     Προσπερνώντας τις αξιολογικές κρίσεις του κυβερνητικού στελέχους, για το εάν το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι είναι όντως οι μεν “λαμόγια” και οι δε “ιδεολόγοι νεοφιλελεύθεροι”, έχει ιδιαίτερη σημασία το σκεπτικό που αποκάλυψε και το οποίο επιβεβαιώθηκε στην πορεία.

     Ο ΣΥΡΙΖΑ ήθελε την εξουσία και ήθελε να μπορεί να κάνει ανενόχλητος ό,τι θέλει με αυτήν. Ευλόγως λοιπόν προτιμούσε  έναν πολιτικό εταίρο που δεν θα τον εμπόδιζε σε αυτό. Το ήθος, οι αρχές και η εντιμότητα  (αν κάποιος π.χ είναι “λαμόγιο”, σύμφωνα με την έκφραση που χρησιμοποίησε ο υπουργός) δεν είχαν σημασία. Αρκεί να γινόταν η δουλειά.

     Οι δεξιοί λαϊκιστές των ΑΝΕΛ ήταν πάντα η πρώτη τους επιλογή και το ΠΑΣΟΚ ήταν η δεύτερη. Με το ΠΑΣΟΚ υπήρχαν πολλά κανάλια ανοιχτά και υπάρχουν κάποια και σήμερα, παρότι η ηγεσία του είναι εντόνως ενοχλημένη, καθώς  δύο φορές προτίμησαν τον Καμμένο αντί για αυτούς, παρότι τους είχαν αφήσει να πιστεύουν ότι εκείνοι θα ήταν οι εκλεκτοί.

      Να θυμηθούμε ότι σύμφωνα με τις  δημοσκοπήσεις  πριν από τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι οι ΑΝΕΛ θα κατάφερναν να ξαναμπούν στη Βουλή. Τόσο το Ποτάμι, όσο και το ΠΑΣΟΚ, ήταν έτοιμοι να δεχθούν να γίνουν αυτοί οι νέοι κυβερνητικοί εταίροι. Τα δύο κόμματα είχαν βοηθήσει τον Αλέξη Τσίπρα να περάσει το δικό του μνημόνιο στη Βουλή και αμφότεροι πίστευαν ότι ακόμα κι αν οι ΑΝΕΛ κατάφερναν να εκλεγούν, ο ΣΥΡΙΖΑ θα διάλεγε εκείνους, αφού αυτή τη φορά δεν υπήρχε το άλλοθι του “αντιμνημονίου” για να δικαιολογήσει τη συνεργασία με ένα δεξιό κόμμα με εθνικιστική και ρατσιστική ρητορική. Ήταν και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ όμως, που τους κρατούσε σκοπίμως ζεστούς για καιρό, αφήνοντας τους να πιστεύουν ότι το κόμμα τους θα ήταν ο νέος κυβερνητικός εταίρος.  Η αλήθεια όμως είναι, ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν απολύτως αποφασισμένη εκ των προτέρων για το τι θα έπραττε.

       Ο Αλέξης Τσίπρας με τον Πάνο Καμμένο έδεσαν από την αρχή και πέρα από την πολιτική σχέση, δημιουργήθηκε και προσωπική φιλία. Δεν υπήρχε καμία πρόθεση λοιπόν να αλλάξει ο κυβερνητικός εταίρος,  ακόμα κι αν τη δεύτερη φορά εξέλειπε η δικαιολογία του “αντιμνημονίου”, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ είχαν γίνει κι αυτοί μνημονιακοί. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είχε κάνει εξαρχής “job description” και ο καταλληλότερος για αυτό που ζητούσαν ήταν ο Πάνος Καμμένος.  

Όταν η εξουσία ρίχνει τις μάσκες





Όταν, πριν από χρόνια, άρχιζαν να ψηφίζονται τα πρώτα μνημονιακά μέτρα στη Βουλή, οι πολίτες παρακολουθούσαν θυμωμένοι τους βουλευτές των τότε κυβερνήσεων να ψηφίζουν «ναι σε όλα». Ένας σημαντικός αριθμός βουλευτών ωστόσο, τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της Ν.Δ, φοβούμενος τη λαϊκή οργή, διαχώριζε τη θέση του, αρνούμενος να τα υπερψηφίσει. Οι διαφωνούντες, μάλιστα, στη συνέχεια έπαιζαν σημαντικό ρόλο, επηρεάζοντας τις εξελίξεις.

Κάποιοι περίμεναν ότι η παράδοση αυτή των μνημονιακών χρόνων θα συνεχίζονταν και επί ΣΥΡΙΖΑ. Όσο αφορά στην πρώτη κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, δεν έπεσαν εντελώς έξω. Όσοι όμως δείχνουν να εκπλήσσονται με το «μπετόν αρμέ» της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, φαίνεται πως αγνοούν ότι αυτή ειδικά η κοινοβουλευτική ομάδα φτιάχθηκε για να ψηφίζει ό,τι της ζητηθεί.

Την τελευταία φορά που είχε νόημα το ερώτημα: «Θα περάσουν τα μέτρα από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ;» ήταν το καλοκαίρι του 2015. Τότε που 32 βουλευτές του καταψήφισαν το τρίτο μνημόνιο και άλλοι 11 αρνήθηκαν να το υπερψηφίσουν, δηλώνοντας παρών.

Ο Αλέξης Τσίπρας τότε, αφού συμμάχησε με την αντιπολίτευση για να περάσει το τρίτο μνημόνιο, με μια κίνηση αμφισβητούμενης πολιτικής ηθικής, αλλά αναμφισβήτητης τακτικίστικης αξίας, προσέφυγε σε εκλογές, προκειμένου να πετάξει από το κόμμα όσους επέμεναν να διαφωνούν με τα μνημόνια, αρνούμενοι να ακολουθήσουν το δρόμο της μετάλλαξης. Έκτοτε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα άλλο κόμμα με μία κοινοβουλευτική ομάδα που συνετέθη ακριβώς για να ψηφίζει ό,τι χρειαστεί και ότι της υποδείξει ο αρχηγός της.

Οι εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 έγιναν με λίστα και οι έδρες των διαφωνούντων προσφέρθηκαν σε πρόθυμους που εκ των προτέρων συμφώνησαν ότι θα ψήφιζαν “ναι σε όλα”. Για να μην αφήσει τίποτα στην τύχη η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, φρόντισε να τους θέσει ως όρο για να μπουν στη λίστα, την αποδοχή ενός κειμένου που ονόμασαν «Κώδικα δεοντολογίας για τους υποψήφιους βουλευτές», βάσει του οποίου όποιος διαφωνεί, θα παραδίδει την έδρα, κάτι πέρα για πέρα αντισυνταγματικό και πρωτοφανές για τα κοινοβουλευτικά δεδομένα της μεταπολίτευσης.

Ο Αλέξης Τσίπρας είχε φροντίσει επίσης, να στείλει μήνυμα ο ίδιος προσωπικά σε όλους τους βουλευτές του μέσα από τη δημόσια τηλεόραση λίγο μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου και πριν αρχίσουν να φτάνουν στη Βουλή τα νομοσχέδια με τα νέα σκληρά μέτρα. Σε συνέντευξη κατά την οποία είχε ερωτηθεί αν υπάρχει περίπτωση να πάψει να υφίσταται η κυβερνητική πλειοψηφία, υπενθύμισε, τονίζοντας το, ότι οι βουλευτές του εξελέγησαν «με λίστα και όχι με σταυρό προτίμησης». «Εάν υπάρξουν διαφοροποιήσεις, θα είναι εξαιρετικά ύποπτες” είχε πει προειδοποιώντας τους και προσθέτοντας με νόημα: “Δεν μπορεί να κρύβεσαι στις λίστες για να εκλεγείς, όταν γνωρίζεις ποια είναι η συμφωνία και μετά να διαφοροποιείσαι εκ των υστέρων… Διότι εάν διαφωνούσες, δεν έπρεπε να δεχτείς να είσαι υποψήφιος».

Τα παραπάνω μοιάζει να αγνοούν ορισμένοι αναλυτές, οι οποίοι κάθε τόσο επιμένουν να αναρωτιούνται αν θα εξεγερθούν κάποιοι από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ. Στο Μέγαρο Μαξίμου γελάνε κάθε φορά που ακούνε κάτι τέτοιο, καθώς θεωρούν απολύτως δεδομένους τους βουλευτές τους, παρά τις όποιες ρητορικές εξάρσεις μερικών από καιρού εις καιρόν- οι οποίες όχι μόνο δεν ενοχλούν, αλλά θεωρούνται και χρήσιμες.

Η σημερινή κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ είναι εκ των πραγμάτων η πιο «μνημονιακή» κοινοβουλευτική ομάδα που είχε η χώρα στα εφτά αυτά χρόνια των μνημονίων. Πιο μνημονιακή από αυτές του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, στις οποίες, υπήρξαν και κάποιες αντιστάσεις, όταν είχαν την εξουσία. Ακόμα και η περίφημη τάση των «53», που εμφανίστηκε ως η αριστερή ψυχή του ΣΥΡΙΖΑ, στην πράξη έχει πάψει να υφίσταται μετά την ψήφιση του τρίτου μνημονίου που έφερε η κυβέρνηση, αφού σχεδόν οι μισοί έχουν αποχωρήσει και οι εναπομείναντες έχουν καταλάβει σημαντικά πόστα, ξεχνώντας στην πράξη κάθε διαφωνία τους. Όσοι παρέμειναν, ανταμείφθηκαν με πολλά προνόμια (τόσα που οι προεδρικοί γκρίνιαζαν ότι πήραν περισσότερα κι από αυτούς) αφήνοντας ήσυχη την ηγεσία και μόνο για τα προσχήματα διατυπώνουν πού και πού κάποια διαφοροποίηση χωρίς ουσία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι πια ένα κόμμα με πολύ διαφορετική λειτουργία από αυτήν που είχε στο παρελθόν. Έπαψε να είναι ένα συλλογικό κόμμα με πολλές και διαφορετικές απόψεις και έγινε ένα καθαρά αρχηγικό κόμμα με μοναδική πολιτική γραμμή αυτήν που κατεβάζει κάθε φορά η ηγεσία του. Οι «κόκκινες γραμμές» του έχουν ξεθωριάσει, οι πολιτικές αρχές του έχουν ξεχαστεί και η πολιτική ιδεολογία του έχει αντικατασταθεί από τον κυβερνητισμό.

Τους άλλαξε τόσο πολύ η εξουσία;

Παραφράζοντας ελαφρώς τον Ταλευράνδο, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η εξουσία, δεν αλλάζει τους ανθρώπους, απλώς ρίχνει τις μάσκες τους.

Δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 8/6/2017


Η διαπλοκή ζει και βασιλεύει


Δημοσιεύθηκε στον “Δρόμο της Αριστεράς”

Το Μέγαρο Μαξίμου κατάφερε με μεγάλη επιτυχία να δημιουργήσει ένα σημαντικά ισχυρό δίκτυο επιρροής στα ΜΜΕ μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Τα πράγματα στράβωσαν όμως εν μέρει, όταν αποφάσισαν να ασχοληθούν με τον έλεγχο των τηλεοπτικών σταθμών, καθώς μια σειρά ατυχών χειρισμών αποτέλεσαν την αιτία να τους απομακρύνει από το επιθυμητό, για αυτούς αποτέλεσμα.

Το βασικό κλειδί για την ερμηνεία όσων συνέβησαν ήταν η αλλαγή της αρχικής θέσης του ΣΥΡΙΖΑ (και) στο ζήτημα αυτό. Έτσι η «πάταξη της διαπλοκής» έγινε «τάξη στο τηλεοπτικό τοπίο» που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Αντί να τους «ταράξουν στη νομιμότητα», όπως έλεγε κάποτε ο Αλέξης Τσίπρας, αποφάσισαν ότι το σημαντικότερο ήταν «να τους πάρουν λεφτά».

Συγκεκριμένα ο Αλέξης Τσίπρας είχε δηλώσει πριν από τον διαγωνισμό ότι «τις άδειες θα τις πάρουν αυτοί οι οποίοι θα πληρώσουν περισσότερο και οι οποίοι όμως θα είναι εντάξει, τα χαρτιά τους θα είναι εντάξει, θα έχουν ασφαλιστικές ενημερότητες, θα έχουν φορολογικές ενημερότητες». Μια δήλωση ωστόσο, η οποία δεν καλύπτει το θέμα της προέλευση των χρημάτων. Τότε είχε υπενθυμίσει τα αυτονόητα ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Κώστας Χρυσόγονος, επισημαίνοντας ότι «οι τηλεοπτικές άδειες δεν μπορεί να έχουν μόνο οικονομικά κριτήρια, αλλά και κριτήρια, τα οποία να θωρακίζουν το δημόσιο βίο της χώρας απέναντι στο κίνδυνο να βρεθούν Μέσα Ενημέρωσης υπό τον έλεγχο προσώπων τα οποία, για παράδειγμα να σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα». Ο Αλέξης Τσίπρας ωστόσο ως προς αυτό είχε δηλώσει, ότι δεν είχε καμία εντύπωση «ότι θα έρθουν ευαγή ιδρύματα να καταθέσουν ευγενικές προσφορές», προσθέτοντας: «Ούτε μας ενδιαφέρει στο τέλος-τέλος ποιοι θα είναι αυτοί οι οποίοι θα πάρουν τις άδειες».

Ο ορισμός της διαπλοκής

Διαπλοκή όμως, όπως την είχε -σωστά- περιγράψει και ο ίδιος ο Τσίπρας, είναι «το αμαρτωλό τρίγωνο που στη μια κορυφή έχει το πολιτικό σύστημα, στην άλλη εκδότες ή ιδιοκτήτες ΜΜΕ και τις τράπεζες με τα θαλασσοδάνεια». Για την πάταξη της διαπλοκής και το σπάσιμο του αμαρτωλού τριγώνου, αρκεί η απόσυρση της μίας πλευράς, του πολιτικού συστήματος δηλαδή.

Για την πάταξη της διαπλοκής και το σπάσιμο του αμαρτωλού τριγώνου, αρκεί η απόσυρση της μίας πλευράς, του πολιτικού συστήματος δηλαδή.

Τόσο απλό είναι, αρκεί να υπάρχει πολιτική βούληση. Εδώ ωστόσο δεν φαίνεται να υπάρχει αυτή η βούληση. Είδαμε επιχειρηματίες-ιδιοκτήτες ΜΜΕ να επισκέπτονται το Μέγαρο Μαξίμου και όχι μόνο οι συζητήσεις αυτές να μην γίνονται δημόσια, ως όφειλαν, αλλά να μην ανακοινώνεται ούτε καν το πλαίσιο των συναντήσεων αυτών.

Είδαμε εργολάβους-υποψήφιους καναλάρχες, να παρακολουθούν στην πρώτη σειρά δίπλα σε κυβερνητικούς βουλευτές, κομματικές ομιλίες του αρμόδιου υπουργού για τις άδειες. Πληροφορηθήκαμε ότι υποψήφιοι καναλάρχες έχουν προσωπικές σχέσεις (όπως κουμπαριές τις οποίες θα αφήναμε πίσω) με υπουργούς, οι οποίοι τους δίνουν και δημόσια έργα. Αποκαλύφθηκε ότι υποψήφιοι καναλάρχες που παίρνουν δημόσια έργα, λαμβάνουν ταυτόχρονα τεράστια δάνεια δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, σε μία περίοδο που είναι δύσκολη-αν όχι αδύνατη, η αντίστοιχη δανειοδότηση ακόμα και για κερδοφόρες επιχειρήσεις. Και αυτά από μία τράπεζα που ελέγχεται από την κυβέρνηση. Αν αυτό δεν είναι ο ορισμός της διαπλοκής στην πράξη, τότε ποιος είναι;

Η κυβέρνηση βρήκε ως δικαιολογία, μετά το τσουνάμι των αποκαλύψεων σχετικά με τον Ι. Καλογρίτσα που θα έφτιαχνε το φιλικό κανάλι, ότι αφού τελικά δεν πήρε την άδεια, αυτή είναι η απόδειξη ότι είναι αμερόληπτοι. Την άδεια όμως τελικά δεν την πήρε επειδή δεν κατάφερε να πληρώσει μετά τις αποκαλύψεις για την Τράπεζα Αττικής και τα εμπόδια που προέκυψαν -όχι βεβαίως από την κυβέρνηση- σχετικά με τον δανεισμό του.

Εδώ να επισημάνουμε ότι η κυβέρνηση ισχυριζόταν πως οι καναλάρχες στο νέο τηλεοπτικό τοπίο δεν θα έπρεπε να βασίζονται σε θαλασσοδάνεια χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις, γιατί τότε τα κανάλια δεν θα είναι βιώσιμα και έτσι θα πέφτουν στον πειρασμό της διαπλοκής… Αντίθετα με όσα ισχυριζόταν, όμως, καμία πρόνοια δεν υπήρξε εκ μέρους της, ώστε να αποτραπούν τα «θαλασσοδάνεια χωρίς αξιόπιστες εγγυήσεις». Όσο για τη βιωσιμότητα των καναλιών, το τίμημα που προέκυψε, δεν επιτρέπει την απόσβεσή του τα επόμενα χρόνια. Άρα όταν κάποιος επενδύει χρήματα που γνωρίζει ότι δεν θα καταφέρει να αποσβέσει, τότε πιθανόν προσβλέπει σε άλλα οφέλη και αυτό δεν μπορεί παρά να είναι μία πολύ ισχυρή ένδειξη διαπλοκής.

Τέλος πολύ σοβαρό είναι το ζήτημα με το Πόθεν Έσχες των λεγόμενων υπερθεματιστών, καθώς όλες οι υπάρχουσες ενδείξεις και μαρτυρίες καταδεικνύουν ότι δεν έγινε ουσιαστικός έλεγχος σε βάθος, άρα δεν υπάρχουν εγγυήσεις για την προέλευση των χρημάτων.

Όσο για το τίμημα που καταβλήθηκε ήδη ή θα καταβληθεί με τις επόμενες δόσεις, εκφράζονται σοβαρές ενστάσεις ότι η απώλεια εσόδων από το κλείσιμο των υπόλοιπων σταθμών (συν τα της άδειας) και το κόστος της ανεργίας που θα προκληθεί, δημιουργούν μεγαλύτερη ζημιά από το κέρδος.

Το χρήμα στο τιμόνι

Υπήρχε άλλος τρόπος; Η απάντηση είναι ναι, υπήρχε ο θεσμικός τρόπος, που θα συνδύαζε την πάταξη της διαπλοκής με τη νομιμότητα και την υποχρέωση όσων θα έπαιρναν άδεια να πληρώσουν. Η πρώτη προτεραιότητα μιας δημοκρατικής κυβέρνησης όμως, σε κάθε περίπτωση έπρεπε να είναι η θωράκιση του δημόσιου βίου απέναντι στον κίνδυνο να βρεθούν Μέσα Ενημέρωσης υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν τελέσει αδικήματα ή έχουν βλάψει το δημόσιο συμφέρον.

Η πρώτη προτεραιότητα μιας δημοκρατικής κυβέρνησης σε κάθε περίπτωση έπρεπε να είναι η θωράκιση του δημόσιου βίου απέναντι στον κίνδυνο να βρεθούν Μέσα Ενημέρωσης υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν τελέσει αδικήματα ή έχουν βλάψει το δημόσιο συμφέρον.

Στη συνέχεια η κυβέρνηση έπρεπε να θέσει σειρά ποιοτικών κριτηρίων που θα εξασφάλιζαν μία στοιχειώδη ποιότητα του προγράμματος και πλουραλισμό και να έδινε τη δυνατότητα στα κανάλια που είχαν τις προσωρινές άδειες –προκειμένου να μην μείνουν μεσούσης της συνεχιζόμενης κρίσης αρκετές εκατοντάδες εργαζομένων ακόμα χωρίς δουλειά- να πληρώσουν το τίμημα που θα έκριναν ότι αναλογεί για μία άδεια, σύμφωνα και με την περιβόητη μελέτη που οι ίδιοι έκαναν και μιλάει για μία διαφημιστική πίτα περιορισμένων ορίων.

Σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση έπρεπε να προχωρήσει σε ουσιαστικό έλεγχο του Πόθεν Έσχες των καναλαρχών και να αποκλειστούν όσων η προέλευση των χρημάτων είναι αμφίβολη.

Κι ακόμα, μια κυβέρνηση που θέλει να αποκαλείται αριστερή, δεν μπορεί να θέτει ως αποκλειστικό κριτήριο το χρήμα και να αποκλείει π.χ. έναν φορέα σύμπραξης πανεπιστημίων, σωματείων και τοπικής αυτοδιοίκησης. Με ποια λογική απέκλεισε εκ των προτέρων μια τέτοια δυνατότητα όπως και π.χ. και ένα συνεταιρισμό άνεργων δημοσιογράφων, σε μια χώρα που μαστίζεται από την ανεργία;

Και φυσικά μία κυβέρνηση που θέλει να πατάξει τη διαπλοκή δεν επιτρέπει να λάβει άδεια επιχειρηματίας που σχετίζεται με το δημόσιο. Οι δικαιολογίες που ψέλλιζαν κυβερνητικά στελέχη ότι δεν επιτρέπει ο νόμος την απαγόρευσή αυτή, δεν είναι αληθείς και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Όμως η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα από όλα αυτά και προτίμησε να συνεχίσει στην ίδια λογική με του προηγούμενου καθεστώτος, δίνοντας απλώς τη δυνατότητα στη διαπλοκή να είναι νόμιμη. Όσο για το υψηλό τίμημα, που επαίρονται στο Μαξίμου, είναι εντελώς σχετικό το κέρδος της πολιτείας όσο συνεχίζει να υπάρχει η διαπλοκή, καθώς με μία μόνο υπόθεση π.χ. εύνοιας ή φοροαπαλλαγής, τα χρήματα που ένας επιχειρηματίας δίνει από τη μία τσέπη, μπορεί να τα πάρει διπλά από την άλλη. Όσο η διαπλοκή ζει και βασιλεύει, καμία εγγύηση δεν υπάρχει για τίποτα.



Μεγάλη αναταραχή, όχι και τόσο θαυμάσια κατάσταση




Δημοσιεύθηκε στις 21.09.2016 21:23 στο Marketfair

Ένα χρόνο μετά τις εκλογές, μέσω των οποίων σταθεροποιήθηκε κι εξόντωσε κάθε εσωκομματικό αντίπαλο, αλλά και κάθε διαφορετική φωνή στο εσωτερικό της, η κυβέρνηση Τσίπρα βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.Ο λόγος είναι οι διαστάσεις χιονοστιβάδας που παίρνουν οι αποκαλύψεις γύρω από την υπόθεση Καλογρίτσα, την Τράπεζα Αττικής, αλλά και τις σοβαρές παραλείψεις του διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές άδειες.

Για τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ ωστόσο, το θέμα της Τράπεζας Αττικής ήταν γνωστό εδώ και πολύ καιρό, όπως ήταν γνωστά και τα σχέδια της κυβέρνησης και οι περίπλοκες σχέσεις κυβερνητικών στελεχών μαζί της εδώ και χρόνια.

Ανησυχία υπάρχει και στο κόμμα και στην κυβέρνηση. Περισσότερο θορυβημένοι όμως αυτή την περίοδο είναι τα μέλη της Επιτροπής και ο Γενικός Γραμματέας Ενημέρωσης και Επικοινωνίας Λ. Κρέτσος που ενέκριναν τα “Πόθεν Έσχες” των πλειοδοτών χωρίς να έχει γίνει ουσιαστικός έλεγχος, όπως προκύπτει από τις δημοσιογραφικές αποκαλύψεις που βγαίνουν στο φως. Φαίνεται πως έχουν λόγο να αγωνιούν, καθώς εγείρονται ακόμα και θέματα ποινικών ευθυνών, όχι μόνο από νομικούς, αλλά και από στελέχη της κυβέρνησης. Γνωστός νομικός που φέρεται να εκπροσωπεί τηλεοπτικό σταθμό, ιδιαίτερα φιλικό προς την κυβέρνηση μέχρι πρότινος, προανήγγειλε ότι θα καταθέσει μήνυση εναντίον της πενταμελούς Επιτροπής του διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές άδειες και του γενικού γραμματέα ενημέρωσης «για κακουργηματική ψευδή βεβαίωση με τις επιβαρυντικές περιστάσεις των καταχραστών του δημοσίου» , γεγονός που τρομοκράτησε όσους υπέγραψαν.

Κυβερνητικές πηγές αναφέρουν ότι μέλη της επιτροπής μετέφεραν πρόσφατα την αγωνία τους στον Ν. Παππά, εκφράζοντας την ανησυχία τους για όλα αυτά που δεν περίμεναν ότι θα ακολουθούσαν. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, εκείνος τους καθησύχασε και προέβη στη δήλωση της 19ης Σεπτεμβρίου υποστηρίζοντας ότι ο οικονομικός έλεγχος «έγινε με το γράμμα του νόμου» και ότι απλώς οι υποψήφιοι ασκούν τα δικαιώματα τους δια των ενστάσεων. Με τη δήλωσή εκείνη υπενθύμιζε ότι ο διαγωνισμός τελείωσε και προσέθετε ότι «δεν περνάνε οι θρασύδειλες απειλές εναντίον των μελών της Επιτροπής» .

Παρόλα αυτά, οι κυβερνητικές πηγές επιμένουν ότι στο Μέγαρο Μαξίμου υπάρχει έντονος προβληματισμός σχετικά με τη στάση που θα κρατήσουν μετά τον καταιγισμό των αποκαλύψεων, τις οποίες διαπιστώνουν τώρα ότι αδυνατούν να συγκρατήσουν, παρά τα σχέδια επικοινωνιακής αντεπίθεσης.

Υπάρχουν κυβερνητικά στελέχη που εύχονται πλέον να δώσει τη λύση το ΣτΕ, ακυρώνοντας τον διαγωνισμό. Εκτιμούν ότι ίσως μόνο έτσι μπει ένα τέλος στην υπόθεση Καλογρίτσα κι εκείνοι στη συνέχεια θα μπορούν να υποστηρίζουν τη γραμμή ότι έδωσαν τη μάχη για να μπει τάξη στα κανάλια, αλλά δεν τους άφησαν τα συμφέροντα. Υπάρχουν όμως και άλλοι, ισχυρότεροι παίκτες εντός της κυβέρνησης, που δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να κάνουν ούτε βήμα πίσω.

Εκτιμούν ότι «μπόρα είναι και θα περάσει» και όλα θα ξεχαστούν, για αυτό δεν πρέπει να υποχωρήσουν αλλά να υποστηρίξουν το σχέδιό τους μέχρι τέλους. Το τι θα πράξει τελικά ο πρωθυπουργός, αν θα επιμείνει ή αν θα υποχωρήσει, θα φανεί σύντομα. Ο προβληματισμός του διαφάνηκε πάντως (ή σκόπιμα άφησε την εντύπωση αυτή) και στην ομιλία του στην Κεντρική Επιτροπή, όταν είπε πως όποιος πλειοδότης έχει πρόβλημα θα εκπέσει, παρότι στενοί συνεργάτες του δεν θέλουν να θυσιάσουν τον Καλογρίτσα.

Ενόχληση έχει εκφραστεί -από ελάχιστα είναι αλήθεια κυβερνητικά και κομματικά στελέχη και μόνο σε βαθμό απλού παραπόνου- και για την εμπλοκή στην όλη υπόθεση δύο πρώην στελεχών του ΠΑΣΟΚ που ήταν κατηγορούμενοι και στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Ο ένας είναι ο Γ. Μαντζουράνης ο οποίος είχε φυλακιστεί για την υπόθεση Κοσκωτά και το Μαξίμου τώρα του ανάθεσε την υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος σχετικά με τον διαγωνισμό των αδειών. Ο άλλος είναι ο Π. Ρουμελιώτης που του είχαν αποδοθεί μεν κατηγορίες, αλλά λόγω της ασυλίας που απέκτησε ως ευρωβουλευτής, κατάφερε να μην δικαστεί. Στον ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν, κάποιοι εκτιμούν ότι η εμπλοκή των Μαντζουράνη και Ρουμελιώτη προκαλεί ευθέως συνειρμούς που θυμίζουν το σκάνδαλο Κοσκωτά, δυσχεραίνοντας τη θέση της κυβέρνησης αλλά και το επικοινωνιακά έργο τους.

Στο Μαξίμου η γραμμή προς τα ΜΜΕ είναι ότι ο πόλεμος που δέχονται υποκινείται από τη ΝΔ και τον Β. Βενιζέλο, τον οποίο αναφέρουν ονομαστικά και φαίνεται να τον διαχωρίζουν από το υπόλοιπο ΠΑΣΟΚ , ενώ δεν κρύβουν τον εκνευρισμό που τους προκαλεί η τακτική του στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας καθώς και το πρέσινγκ που ασκεί στην Τασία Χριστοδουλοπούλου.

Κυβερνητικοί παράγοντες πάντως, προειδοποιούν και στέλνουν μηνύματα στους πολιτικούς τους αντιπάλους ότι «πάνε για μαλλί και θα βγουν κουρεμένοι», όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν. Εκτιμούν ότι ο υπουργός Μεταφορών Χρ. Σπίρτζης, που κάποιοι στο κόμμα χαρακτηρίζουν ως αχίλλειο πτέρνα της κυβέρνησης λόγω της σχέσης με τον Καλογρίτσα και τη θητεία στο ΤΕΕ, μπορεί παρόλα αυτά να μετατραπεί σε «υπερόπλο», υπονοώντας ότι γνωρίζει πολλά και για τα πεπραγμένα του ΠΑΣΟΚ στην τράπεζα Αττικής και αν χρειαστεί θα προβούν και αυτοί σε αποκαλύψεις.

Πονοκέφαλο όμως στο Μαξίμου προκαλεί και άλλη μία άγνωστη μέχρι πρότινος σχέση κυβερνητικού στελέχους με την τράπεζα Αττικής που ήρθε δειλά δειλά στο φως τις τελευταίες μέρες. Πρόκειται για τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης που έχει και την ευθύνη της τραπεζικής πολιτικής, Γ.Δραγασάκη, ο οποίος όπως αποκαλύφθηκε, υπήρξε σύμβουλος της διοίκησης της τράπεζας. Περισσότερα για τη σχέση αυτή δεν έχουν γίνει γνωστά καθώς και ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης δεν έχει δώσει ιδιαίτερες εξηγήσεις. Υπουργοί που ρωτήθηκαν όμως από δημοσιογράφους, καθώς και σύντροφοι του στο κόμμα, δηλώνουν ότι δεν γνώριζαν τίποτα.

Τηλεοπτικές άδειες: Τι πέτυχαν

Σίγουρα δεν είναι καθόλου αναμενόμενο μία κυβέρνηση που αυτοαποκαλείται αριστερή να αντιμετωπίζει την ενημέρωση και τις δημόσιες συχνότητες ως εμπόρευμα. Κι αυτό γιατί, όπως συνήθιζαν να λένε πριν γίνουν εξουσία στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, πρόκειται για δημόσιο αγαθό που ανήκει στον ελληνικό λαό και το λιγότερο που θα περίμενε κανείς από μία δημοκρατική κυβέρνηση που σέβεται τους πολίτες της, είναι να θέσει σε δημόσια και ουσιαστική διαβούλευση τους όρους διάθεσης των συχνοτήτων.


Η τηλεόραση εξακολουθεί να παίζει και σήμερα τον πιο σημαντικό ρόλο στην ενημέρωση, καθώς είναι το πιο μαζικό μέσο, ενώ ταυτόχρονα έχει εκ των πραγμάτων κι έναν διαπαιδαγωγικό ρόλο . Σε τίνος χέρια θα βρεθεί έχει μεγάλη σημασία. Για αυτό και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να δώσει ρόλο στην κοινωνία, αλλά -αντιθέτως- την απέκλεισε, παρά τις φραστικές προεκλογικές διακηρύξεις ότι ο λαός θα βρισκόταν στην εξουσία αν κέρδιζαν τις εκλογές, κάτι που μετά και τη διαχείριση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος βέβαια, η ηγεσία έχει αποδείξει ότι δεν εννοούσε.

Θα μπορούσε, αν είχε την πολιτική βούληση, να ζητήσει μεταξύ άλλων και τη συμβουλευτική γνωμοδότηση κοινωνικών φορέων, σωματείων, εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και πανεπιστημίων κ.α. Αντ΄ αυτού βρέθηκε να αποφασίζει ένας υπουργός μόνος του, λες και οι δημόσιες συχνότητες είναι προσωπική του ιδιοκτησία- πράγμα εξαιρετικά επικίνδυνο για τη δημοκρατία.

Πολύ ουσιαστικό επίσης είναι τι τηλεόραση και τι ενημέρωση θέλουμε, αλλά για τα ποιοτικά κριτήρια δεν έγινε η παραμικρή κουβέντα από την κυβέρνηση.

Μοναδικό κριτήριο για να δώσει τις άδειες ήταν τα χρήματα (αν κι εδώ υπάρχει μεγάλη αμφισβήτηση για το τι θα πάρει τελικά και από πού). Όποιος δώσει τα πιο πολλά, θα τις πάρει, είχε πει ο πρωθυπουργός (που κι εδώ υπάρχουν παρατράγουδα, αφού έμεινε χωρίς άδεια καναλάρχης που πρόσφερε περισσότερα από άλλους που πήραν, αλλά υπάρχουν και κάποιοι που εμφανίζονται με μεγάλες ζημιές, δάνεια και απλήρωτους εργαζόμενους στις επιχειρήσεις τους. Θα δώσουν λεφτά -τους- για το κανάλι; ).

Η κυβέρνηση με ιδιαίτερο κυνισμό δεν έθεσε άλλο κριτήριο πέρα από το οικονομικό. Και φυσικά το κριτήριο αυτό – όταν δεν αποκλείονται ούτε καν οι υπόδικοι και οι κατηγορούμενοι ακόμα και για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, φοροδιαφυγής, υπεξαίρεσης κτλ – δεν αποκλείει καθόλου να πέσουν οι άδειες ακόμα και στα χέρια της μαφίας, όπως εύστοχα επισήμανε ο Κώστας Χρυσόγονος.

Η κυβέρνηση πήρε το «ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» του κ. Βουλγαράκη και το πήγε ακόμα πιο πέρα. Έβαλε το χρήμα πάνω από όλα, όχι μόνο πάνω από την ηθική, αλλά και από το δίκαιο.

Αλλά με ποιο δικαίωμα μια κυβέρνηση, που θέλει να λέγεται αριστερή, απαγορεύει τη δυνατότητα να πάρει μία από τις τέσσερις άδειες ένας μη κερδοσκοπικός συνεταιρισμός (π.χ μια κοινωνική επιχείρηση) άνεργων δημοσιογράφων και λοιπών ειδικοτήτων με τη συμμετοχή της ΕΣΗΕΑ, της Τ.Α, των σωματείων, των πανεπιστημίων κ.α . Γιατί απέκλεισε μία τέτοια δυνατότητα;

Όσο για το αντίτιμο, υπάρχουν πολλές ενστάσεις για τους πανηγυρισμούς ορισμένων. Πρώτα από όλα, ήταν τα μισά χρήματα από αυτά που έλεγαν προεκλογικά πως θα πάρουν από τις άδειες. Για 500 εκατομμύρια μιλούσαν. Αυτά που πήραν είναι πολύ λιγότερα, αλλά για επικοινωνιακούς λόγους το παρουσιάζουν ως άθλο. Οι καναλάρχες φυσικά λένε ότι είναι πολλά τα λεφτά -και για τα δεδομένα της ελληνικής αγοράς είναι- αλλά οι καναλάρχες έτσι κι αλλιώς θέλουν πάντα να δίνουν όσο λιγότερα γίνεται.

Για το αν τα χρήματα θα πάνε στις ευπαθείς ομάδες όπως είπε ο Αλέξης Τσίπρας, υπάρχουν τρία ακόμα μεγάλα «αν» :

-Πρώτα από όλα, τα χρήματα αυτά να δούμε αν θα τα πάρει η κυβέρνηση, καθώς όλοι οι καναλάρχες περιμένουν την απάντηση της Δικαιοσύνης.

-Ακόμα κι αν τα πάρουν όμως, να δούμε αν θα τα δώσουν στις ευπαθείς ομάδες, καθώς θα πρέπει να τους το επιτρέψουν οι δανειστές.

-Αλλά ακόμα και αν τους το επιτρέψουν οι δανειστές και τα δώσουν, πρόκειται πραγματικά για ψίχουλα την ώρα που η χώρα βουλιάζει στην ύφεση και η φτώχεια μεγαλώνει . Όταν ο Αντώνης Σαμαράς έδινε τα 500 εκατομμύρια του πλεονάσματος, ο ΣΥΡΙΖΑ τον κατηγορούσε -και σωστά- ότι ήταν ψίχουλα. Αν ήταν ψίχουλα όμως τα 500, τι είναι τα 240 που λέει ότι θα δώσει ο Τσίπρας;

Σε κάθε περίπτωση η δέσμευση του Αλέξη Τσίπρα ότι θα δώσει αυτά τα χρήματα σε ευπαθείς ομάδες είναι πλέον περιορισμένης αξιοπιστίας, αφού έχουν προηγηθεί κι άλλες παρόμοιες δεσμεύσεις που ουδέποτε υλοποιήθηκαν.

Ο στόχος υποτίθεται ήταν να δοθούν νόμιμες άδειες, να υπάρξει ένα νέο και υγειές τηλεοπτικό τοπίο και να πάρουν λεφτά. Παλιά μιλούσαν και για πάταξη της διαπλοκής, τελευταία όμως ούτε που το ανάφεραν. Και πώς να το αναφέρουν, όταν ο ένας από τους δύο νέους καναλάρχες είναι κουμπάρος δύο υπουργών στον οποίο έχουν δώσει ένα σωρό δημόσια έργα. Εάν δεν είναι αυτό ο ορισμός της διαπλοκής, τότε ποιος είναι; ‘Άρα λοιπόν, την διαπλοκή όχι μόνο δεν την πάταξαν, αλλά την ενίσχυσαν κιόλας. Δεν έβαλαν καν ως όρο το ασυμβίβαστο του καναλάρχη με τον εργολάβο και τον προμηθευτή του δημοσίου. Το αν δημιούργησαν ένα νέο και υγιές τηλεοπτικό τοπίο με την είσοδο των Μαρινάκη και Καλογρίτσα, αυτό ας το κρίνει ο κόσμος.

Όσο για τον κυνισμό με τον οποίο αντιμετωπίζει η κυβέρνηση τους άνεργους που θα προκύψουν, προκαλεί κατάπληξη. Οι επιχειρηματίες-καναλάρχες και 5-6 προβεβλημένοι συνεργάτες τους, ούτε θα φτωχύνουν , ούτε θα βρεθούν στην κατάσταση να μην μπορούν να ταΐσουν τα παιδιά τους. Είναι βέβαιο όμως, ότι εκατοντάδες άλλοι εργαζόμενοι, δημοσιογράφοι, τεχνικοί, διοικητικοί κ.α θα βρεθούν σε αυτή τη θέση. Για αυτούς δεν μπορεί να λέει, σαν άλλη Μαρία Αντουανέτα, να απορροφηθούν από τα νέα κανάλια, γιατί αρκετοί πρώην εργαζόμενοι της Ελευθεροτυπίας , του Άλτερ, του Επενδυτή , του Κέρδους κ.α, ακόμα περιμένουν να «απορροφηθούν». Θυμίζουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη που έλεγε στις απολυμένες καθαρίστριες να φτιάξουν δική τους επιχείρηση.

Δεν μπορεί λοιπόν η κυβέρνηση να επιδεικνύει τέτοια αδιαφορία για τους άνεργους του ιδιωτικού τομέα. Πρόκειται για εργαζόμενους , για εργατική τάξη και αυτή η στάση από κόμμα που θέλει να λέγεται αριστερό είναι ακατανόητη. Όπως και τα επιχειρήματα στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που περίπου λένε «καλά να πάθουν αφού την προηγούμενη περίοδο δεν είχαν αντιδράσει στα μνημόνια των προηγούμενων». Φυσικά πρόκειται για μια απολίτικη θέση, και εντελώς αντίθετη και με την ιδεολογία της αριστεράς και τον μαρξισμό. Περισσότερο μοιάζει με τη θεωρία του κοινωνικού αυτοματισμού. Εκτός των άλλων, κουβαλά και μια μεγάλη αντίθεση το επιχείρημα αυτό, αφού ο Αλέξης Τσίπρας έχει κάνει υπουργούς στην κυβέρνηση του βουλευτές που χειροκροτούσαν τα προηγούμενα μνημόνια, όπως και το σημερινό.

Τι πέτυχαν; Κλείνουν τέσσερα κανάλια χωρίς καμία πρόνοια για τους εργαζόμενους που θα μείνουν άνεργοι. Δίνουν άδειες στους Μαρινάκη και Καλογρίτσα, ισχυροποιούν την διαπλοκή αντί να την πατάξουν και τη νομιμοποιούν. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν κατάλληλη για κάποιον που στόχος του είναι ο έλεγχος, η δημιουργία νέων τζακιών, αλλά όχι για εξυγίανση, η οποία προφανώς δεν ενδιαφέρει.

Η νομιμότητα ήταν απαραίτητη, αλλά η νομιμότητα έχει νόημα αφού πρώτα παταχθεί η διαπλοκή, δοθούν άδειες σε καθαρούς επιχειρηματίες (που δεν κατηγορούνται για τον μισό ποινικό κώδικα τουλάχιστον και δεν περιμένουν να βγάλουν λεφτά από το κράτος) και αφού αποκατασταθεί ένα υγιές τοπίο και μπουν όροι ποιοτικής τηλεόρασης και πλουραλιστικής ενημέρωσης. Τότε ναι, έχει αξία η νομιμότητα. Αλλιώς νομιμότητα για ποιους;

Αν ήθελαν πραγματικά να πατάξουν την διαπλοκή, ήταν το πιο απλό πράγμα. Το τρίγωνο της διαπλοκής περιλαμβάνει πολιτικούς, επιχειρηματίες και ΜΜΕ. Αν οι πολιτικοί δεν επιθυμούν να διαπλεκούν, σπάει το τρίγωνο. Τόσο απλό είναι. Αλλά αν δίνεις έργα σε κουμπάρους και μηντιάρχες, δεν θα σπάσει ποτέ φυσικά. Οπότε ας μην κοροϊδευόμαστε.

Τα ερωτήματα που υπάρχουν παραμένουν αναπάντητα γιατί οι αρμόδιοι από την κυβέρνηση δεν επιθυμούν να λογοδοτήσουν.

-Γιατί δεν έγινε ουσιαστική διαβούλευση;

-Γιατί δεν έβαλαν προϋποθέσεις οι καναλάρχες να μην έχουν καταχραστεί δημόσια χρήματα, να μην διώκονται για φοροδιαφυγή , να μην κατηγορούνται για απάτες; Δεν θα έπρεπε να είναι αυτονόητα αυτά;

-Γιατί δεν έβαλαν όρους που να υποχρεώνουν σε ποιοτικά προγράμματα και πλουραλιστική ενημέρωση, καθώς και σε μη παραπλανητικές διαφημίσεις και τόσα άλλα;

-Γιατί δεν απαίτησαν να μπουν κανόνες στο τοπίο της τηλεοπτικής ενημέρωσης;
– Και τέλος, πώς θα απαιτήσει το δημόσιο τα χρέη σε τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, πως θα υποχρεώσει τους χαμένους καναλάρχες να πληρώσουν όσα χρωστάνε;

Πολύ αρνητικό είναι επίσης ότι τα εταιρικά σχήματα που θα κατέχουν τις άδειες θα μπορούν να λειτουργούν με πλήρη αδιαφάνεια και να έχουν αφανείς μετόχους. Στον νόμο του υπουργείου Επικράτειας στην πρώτη παράγραφο αναφέρει ότι «οι μετοχές των ανωνύμων εταιριών που υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας είναι ονομαστικές στο σύνολό τους» αλλά αυτό δεν ισχύει, αφού έχουν νομοθετηθεί και μια σειρά εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα περί ονομαστικοποίησης των μετοχών.


Η (μηδενική) αξία των πολιτικών δηλώσεων



Ωραία η κοσμική εκδήλωση στο Μουσείο της Ακρόπολης το βράδυ της Πέμπτης μόνο που τίποτα συγκεκριμένο περί ανάπτυξης δεν ειπώθηκε, πέρα από γενικότητες όπως «ο στρατηγικός στόχος της Κυβέρνησης είναι η προώθηση της δίκαιης ανάπτυξης» ή ότι “η μόνη ασφαλής οδός για την έξοδο από την επιτροπεία και την εξάρτηση είναι η ανάπτυξη και ο προοδευτικός μετασχηματισμός της κοινωνίας» κτλ. Μόνο που ενάμιση χρόνο τώρα, ανάπτυξη ακούμε και ανάπτυξη δεν βλέπουμε.

Υπάρχει μία ελβετική εφημερίδα που αρνείται να κάνει ειδήσεις τις δηλώσεις των πολιτικών. Αναφέρεται περιορισμένα σε αυτές μέσα στα ρεπορτάζ, σε πλάγιο λόγο. Στην Ελλάδα θα έπρεπε να κάνουμε όλοι το ίδιο, καθώς συχνά οι δηλώσεις και οι ομιλίες των πολιτικών δεν έχουν καμία ουσία και καμία αξία. Σημασία άλλωστε στην πολιτική έχουν αυτά που συμβαίνουν και όχι αυτά που λέγονται. Και στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει τίποτα από όσα εξαγγέλλονται από την κυβέρνηση.

Στα λόγια βγαίνουμε από το μνημόνιο, έρχεται η ανάπτυξη, μειώνεται η ανεργία και έχουμε κοινωνικό κράτος για όλους. Στην πράξη δεν γίνεται τίποτα από όλα αυτά. Αντιθέτως, έχουμε συμπληρωματικά μνημόνια, αναθεωρημένα μέτρα (παρά τις δηλώσεις του πρωθυπουργού και υπουργών «ούτε βήμα πέρα από αυτά που συμφωνήσαμε τον Ιούλιο») και πλεόνασμα 3,5% από το 2018 μέχρι το 2028.

Αντί για ανάπτυξη δηλαδή, έχουμε διαρκή εξοντωτικά μέτρα, συνέχιση της ακραίας για τον λαό λιτότητας, ανεργία, φτώχεια, απόγνωση και εγκατάλειψη της χώρας από το μορφωμένο δυναμικό της που αναζητά την τύχη του εκτός συνόρων.

Κι επειδή εξακολουθούν προφανώς να θεωρούν τον λαό ευκολόπιστο, στη φιέστα της Πέμπτης, δεν φρόντισαν να αλλάξουν ούτε καν το επικοινωνιακό περιτύλιγμα, παρά αντέγραψαν κανονικά τον Αντώνη Σαμαρά, όταν πριν από δύο χρόνια, τον Μάιο του 2014, είχε παρουσιάσει στο Μουσείο Μπενάκη το δικό του «σχέδιο για την ανάπτυξη» με τον τίτλο «Σχέδιο Ελλάδα 2021». Τον ίδιο δηλαδή που χρησιμοποίησε εχθές ο Αλέξης Τσίπρας.

Όσο κι αν υποτιμούν όμως τον ελληνικό λαό, οι ανούσιες εύκολες ρητορείες πλέον δεν πείθουν. Πριν από λίγο καιρό λέγαμε ότι η εμπιστοσύνη σε μια κυβέρνηση φαίνεται από τη συμπεριφορά των καταθετών- αν αφήνουν δηλαδή τις καταθέσεις τους στο τραπεζικό σύστημα της χώρας.

Δεν ξέρω πόσοι καταθέτες υπάρχουν πλέον στην χώρα, αλλά υπάρχει ένα πιο ασφαλές κριτήριο για την αξιοπιστία της κυβέρνησης και δεν είναι άλλο από την εμπιστοσύνη που (δεν) της δείχνουν οι μορφωμένοι νέοι.

Όχι μόνο δεν μειώνονται, αλλά αντιθέτως αυξάνονται ραγδαίως οι ρυθμοί εγκατάλειψης της χώρας από όλους τους νέους ανθρώπους που θεωρούν ότι έχουν προσόντα, αλλά κανένα μέλλον αν μείνουν στην Ελλάδα. Σε αντίθεση με την έξοδο από τα μνημόνια που εξαγγέλλεται διαρκώς αλλά δεν πραγματοποιείται, η έξοδος των νέων είναι πραγματική. Αν ούτε αυτό είναι ικανό να τους ταρακουνήσει -και κάτι τέτοιο δεν φαίνεται- τότε είναι βέβαιο ότι τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά.