H κυβέρνηση πανηγυρίζει αλλά οι περισσότεροι δείκτες είναι πολύ κακοί για την Ελλάδα

 

PI

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 16.5.2018 |Πηγή: www.lifo.gr

Η μόνη χρησιμότητα που είχε τελικά το «αντιμνημόνιο», εκ των πραγμάτων, ήταν ότι έγινε η σκάλα για να ανέβει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία και να παρατείνει το μνημόνιο για άλλα τρία χρόνια. Από το αποτέλεσμα κρίνοντας, μπορεί να πει κανείς ότι η εκμετάλλευση του αντιμνημονιακού αγώνα από τις νυν κυβερνητικές πολιτικές δυνάμεις έφερε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επιδίωκε ο ελληνικός λαός. Ο Αλέξης Τσίπρας ετοιμάζεται σήμερα να ενταφιάσει και επισήμως αυτή την περίοδο, του αντιμνημονίου, που δεν χρησιμεύει σε τίποτα πια, επιστρέφοντας στα παλιά παραδοσιακά διλήμματα των διπόλων εξουσίας.   Απομένουν μερικές απαιτήσεις ακόμα των δανειστών, από αυτές που δεν είχαν καταφέρει ή δεν είχαν δεχτεί να υλοποιήσουν οι προηγούμενοι, για να κλείσει και ο τρίτος κύκλος των μνημονίων και να βαδίσει η χώρα στο αβέβαιο μέλλον που την περιμένει, αφού τα δανεικά από τον γνωστό μηχανισμό θα σταματήσουν, αλλά η ανάπτυξη είναι πολύ αναιμική για να καταφέρει να κρατήσει τη χώρα στα πόδια της χωρίς να ξανακυλήσει.

Έτσι κι αλλιώς, η Ελλάδα θα βρίσκεται σε εποπτεία μέχρι να εξοφλήσει το 75% των δανείων που έλαβε και, σύμφωνα με τους Ευρωπαίους, αυτή θα είναι και «ενισχυμένη». Όσο για το χρέος, η αντιμετώπιση του οποίου υποτίθεται ότι ήταν η πρώτη προτεραιότητα του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό έχει φτάσει πλέον στο πρωτοφανές 180% του ΑΕΠ. Να θυμηθούμε ότι όταν μπήκαμε στα μνημόνια, το 2010, το χρέος της κεντρικής διοίκησης ήταν 140,2% του ΑΕΠ.   Σημαντική είναι και η εκτόξευση του χρέους τους τελευταίους μήνες, καθώς από 328,7 δισ. στο τέλος του 2017, έφτασε στα 343,7 δισ. ευρώ. Τα νούμερα αυτά καταδεικνύουν την αποτυχία της πολιτικής ηγεσίας της χώρας να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αλλά και το πόσο εκτεθειμένη θα είναι η χώρα όταν θα βγει στις αγορές.

Οι δανειστές, παρά τις προσδοκίες, δεν αναμένεται να διευκολύνουν την Ελλάδα στην υπόθεση του χρέους. Αντιθέτως, το χρέος είναι το σκοινί με το οποίο θα δεθεί σφιχτά η χώρα μετά την «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια, που δεν θα είναι ούτε καθαρή ούτε έξοδος φυσικά.   Ακόμα και η αδύναμη συμφωνία («λύση») για το χρέος που θα υλοποιούνταν αυτοδίκαια, θα σαλαμοποιηθεί και θα πραγματοποιείται υπό τον όρο ότι η χώρα θα εξακολουθεί να βαδίζει στον δρόμο της αρετής, όπως τον εννοεί η καγκελάριος Μέρκελ, δηλαδή των μνημονίων.   Παρά τους πανηγυρισμούς της κυβέρνησης, οι περισσότεροι δείκτες παραμένουν πολύ κακοί για την Ελλάδα. Ο Δείκτης Ανταγωνιστικότητας την κατατάσσει στην τελευταία θέση μεταξύ των 28 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως και ο Δείκτης Κοινωνικής Δικαιοσύνης, ενώ το 35% του πληθυσμού της χώρας απειλείται με φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό, με την ανεργία να διατηρείται κι αυτή στα πιο υψηλά ποσοστά της Ε.Ε.   Φυσικά, δεν πρόκειται απλώς για αριθμούς. Η πραγματικότητα, όπως τη βιώνει ο ελληνικός λαός, είναι πιο σκληρή από τα νούμερα. Και αυτό αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις, τα ποσοστά των οποίων είναι τελικά τα μόνα που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη οι κυβερνήσεις, γιατί σχετίζονται άμεσα με την πολιτική τους επιβίωση και την παραμονή στην εξουσία.   Σύμφωνα με το Πολιτικό Βαρόμετρο της Public Issue που δημοσιοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα, το 77% των πολιτών που ρωτήθηκαν θεωρεί ότι η κυβέρνηση βαδίζει σε λάθος κατεύθυνση και το 55% ότι οικονομική τους κατάσταση θα χειροτερέψει.

Είναι χαρακτηριστικό ότι όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί στην Ελλάδα έχουν περισσότερες αρνητικές παρά θετικές κρίσεις και ο δημοφιλέστερος όλων (Κυριάκος Μητσοτάκης) απλώς έχει τις λιγότερες αρνητικές. Από τους οκτώ πολιτικούς αρχηγούς, ο Αλέξης Τσίπρας είναι τρίτος από το τέλος σε δημοφιλία, και μικρότερη δημοτικότητα από αυτόν έχουν μόνο οι Καμμένος και Μιχαλολιάκος. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα της Public Issue, το 86% των πολιτών είναι δυσαρεστημένο από την κυβέρνηση, ενώ το (επίσης μεγάλο) 79% είναι δυσαρεστημένο από την αντιπολίτευση. Το πιο νέο στοιχείο είναι ότι πλέον η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών (56%) ζητάει να γίνουν εκλογές και το 74% εκτιμά ότι θα τις κερδίσει η ΝΔ.   Το αίτημα για εκλογές είναι ένα ερώτημα στο οποίο οι δημοσκόποι και οι πολιτικοί αναλυτές δίνουν πάντα ιδιαίτερη σημασία, καθώς λέει πολλά για την ανοχή του κόσμου στην κυβέρνησή του. Όση δυσαρέσκεια και να υπάρχει δηλαδή, εάν αυτή δεν ξεπεράσει κάποια επίπεδα, δύσκολα οι πολίτες ζητούν πρόωρες εκλογές. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι πρότινος, παρά τη μεγάλη μείωση της αποδοχής της κυβέρνησης Τσίπρα-Καμμένου, οι πολίτες δεν ήθελαν εκλογές.

Το «ολιστικό αναπτυξιακό» πρόγραμμα της κυβέρνησης, το οποίο ο Ευκλείδης Τσακαλώτος συνεχώς διαφημίζει, αλλά δεν έχει αποτολμήσει να παρουσιάσει στους πολίτες της χώρας ακόμα, δεν κατάφερε να αποσπάσει επαίνους στις Βρυξέλλες και στο Βερολίνο, όπως προσδοκούσε, αλλά μόνο χλεύη και ειρωνεία. Η συμπεριφορά αυτή των δανειστών, αν και δεν δικαιολογείται, όσο πρόχειρο και να είναι το «σχέδιο Τσακαλώτου», τείνει να γίνει συνήθεια και ελάχιστη ενόχληση προκαλεί πλέον και στην κυβέρνηση. Οι πληροφορίες, ωστόσο, επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται πράγματι για ένα πρόχειρο σχέδιο που θυμίζει περισσότερο πάτσγουορκ με ό,τι «υπήρχε στο συρτάρι».   Λέγεται ότι το «ολιστικό αναπτυξιακό σχέδιο», όπως το αποκαλεί η κυβέρνηση και υποτίθεται ότι πάνω σε αυτό θα στηριχτεί η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, συνέταξε ο γενικός γραμματέας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων Λόης Λαμπριανίδης (οικονομικός γεωγράφος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας).

Επειδή από το σχέδιο αυτό η κυβέρνηση δεν περιμένει και η ίδια πολλά, γνωρίζει ότι μέχρι τις επόμενες εκλογές το περισσότερο που μπορεί να επιδιώξει είναι να δώσει σε στοχευμένες πληθυσμιακές ομάδες άλλο ένα επίδομα, σαν αυτά που είχαν δώσει ο Γ. Παπανδρέου και ο Αντ. Σαμαράς αλλά και ο ίδιος ο Τσίπρας πέρσι.   Γι’ αυτό αναζητούν τρόπους ώστε μετά τον Αύγουστο στο εσωτερικό να εμφανίζονται υποσχόμενοι μερική ανατροπή των μνημονίων, αλλά ταυτόχρονα να μην προκαλούν τους δανειστές, στους οποίους υπόσχονται αιώνια λιτότητα.   Το Μαξίμου για την ώρα μιλά ψιθυριστά και στις διαρροές που δίνει στα ΜΜΕ αναφέρεται σε «λελογισμένη αμφισβήτηση» και «ελεγχόμενη ρήξη». Αναμφισβήτητα πρόκειται κυρίως για επικοινωνιακή πολιτική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα συνοδευτεί και από πολιτικές κινήσεις, τις οποίες όμως θα δούμε από το φθινόπωρο.

http://www.lifo.gr/articles/opinions/192955/h-kyvernisi-panigyrizei-alla-oi-perissoteroi-deiktes-einai-poly-kakoi-gia-tin-ellada

 

Advertisements

Η κυβέρνηση δεν είναι πια στο απυρόβλητο

ΜαριΚοντονής

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 3.5.2018 | Πηγή: www.lifo.gr

Καταιγιστική η ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών, με την κυβέρνηση να μην προλαβαίνει να αποκρούει, αν και η προσφιλής της τακτική είναι, αντί για άμυνα, να παίζει επίθεση. Τακτική που ως τώρα έπιανε, αλλά εδώ και λίγο καιρό δεν αρκεί. Η διαφορά που δεν έχει καταλάβει το Μαξίμου είναι ότι πλέον η κυβέρνηση Τσίπρα δεν είναι στο απυρόβλητο. Ο θυμός του κόσμου για τους χειρισμούς των προηγούμενων κυβερνήσεων είχε οδηγήσει πολλούς να υιοθετήσουν μια λογική τύπου «Κούγκι», όπως το εννοούσε ο Πάνος Καμμένος: ας γίνουν όλα στάχτη, αρκεί να υπάρξει εκδίκηση. Λογική που δεν οδήγησε πουθενά.   Γιατί έγιναν μεν όλα στάχτη, αλλά κανείς υπαίτιος δεν τιμωρήθηκε και τίποτα δεν διορθώθηκε. Αντιθέτως, όλα έγιναν ακόμα χειρότερα, αφού ακολούθησαν την ίδια συνταγή που κατήγγελλαν, με πιο ερασιτεχνικούς και επιζήμιους χειρισμούς. Και, φυσικά, με μεγαλύτερο ζήλο, ώστε να πείσουν τους δανειστές και το ελληνικό κεφάλαιο ότι θα είναι πιο αποτελεσματικοί, προκειμένου να τους στηρίξουν. Για να το αποδείξουν, έλαβαν ακόμα πιο εξοντωτικά μέτρα, υιοθετώντας ωστόσο μια φασαριόζικη ρητορεία, η οποία ισχυριζόταν ακριβώς τα αντίθετα απ’ όσα έπραττε. Μια εντελώς οργουελιανή κατάσταση. Τον πρώτο καιρό όλα αυτά έπιαναν. Δούλευε ακόμα ο θυμός για τους προηγούμενους και οι υποσχέσεις ηχούσαν ευχάριστα στ’ αυτιά του κόσμου, χωρίς να εξετάζουν ιδιαίτερα τη βασιμότητά τους. Μέχρι που ήρθε ο καιρός των πράξεων και τα λόγια δεν έχουν πια τόση σημασία. Η επιβίωση είναι μια δύσκολη υπόθεση για όλο και μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, ενώ κάθε τόσο σκάνε σκάνδαλα που αποκαλύπτουν ότι η κυβέρνηση Τσίπρα τελικά δεν αποδείχτηκε καλύτερη σε κανέναν τομέα.

 

Μόνο τις τελευταίες μέρες:

• Η διεθνής οργάνωση της Unicef διέκοψε τη συνεργασία της με το ελληνικό τμήμα, καθώς οι έλεγχοι που διενήργησε κατέδειξαν σοβαρά προβλήματα. Η τελευταία πρόεδρος, στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, έριξε την ευθύνη στις προηγούμενες διοικήσεις και εκτελεστικά συμβούλια επί ΠΑΣΟΚ, μόνο που παρέλειψε να πει ότι η ίδια ήταν και στις προηγούμενες διοικήσεις, μάλιστα είχε τη θέση αντιπροέδρου με αρκετές εξουσίες. Και, φυσικά, τότε ήταν και η ίδια με το ΠΑΣΟΚ. Επιπλέον, εάν οι έλεγχοι έβρισκαν στοιχεία κακοδιοίκησης μόνο στα προ του 2016 έτη, όπως ισχυρίζονται στην κυβέρνηση, για ποιον λόγο, άραγε, η διεθνής οργάνωση να έπαυε τη σημερινή διοίκηση;

• Ο διεθνώς αναγνωρισμένος αστροφυσικός, ο ακαδημαϊκός Σταμάτης Κριμιζής, από τους σημαντικότερους διαστημικούς επιστήμονες στον κόσμο, παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του νεοσύστατου Ελληνικού Διαστημικού Οργανισμού, αποκαλύπτοντας παρασκηνιακές μεθοδεύσεις και την ύπαρξη συμφερόντων άσχετων με τους σκοπούς του Οργανισμού. Ο Νίκος Παππάς και διάφοροι κυβερνητικοί παράγοντες επιχείρησαν να αμυνθούν, ισχυριζόμενοι ότι ο κ. Κριμιζής, που έχει αναλάβει τεράστια πρότζεκτ στη NASA, δεν ήξερε από διοίκηση. Οι κατηγορίες αυτές, μάλιστα, εκτοξεύτηκαν από πολιτικούς παράγοντες με μηδενική εργασιακή εμπειρία και καμία απολύτως επαγγελματική επιτυχία.

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, που όσο ήταν στην αντιπολίτευση και στην αριστερά υποστήριζε ότι η Πρωτομαγιά είναι απεργία και όχι αργία, απέφυγε, ακόμα και για τα προσχήματα αυτήν τη φορά, να τιμήσει τους αγώνες της εργατικής τάξης, όπως έκανε παλιά. Αντ’ αυτού προτίμησε να πάει εκδρομή οικογενειακώς στη Φοινικούντα. Σύμφωνα με πολλά δημοσιεύματα, μάλιστα, μετέβη εκεί με ελικόπτερο.

• Επιχειρηματίας προέβη σε δημόσιες καταγγελίες εναντίον στενού συνεργάτη υπουργού, υποστηρίζοντας ότι του ζητήθηκε πιεστικά μίζα εκατομμυρίων ευρώ, προκειμένου να μοιραστεί νόμιμη αμοιβή για υπόθεση φοροδιαφυγής. Έγγραφα του State Department που ήρθαν στη δημοσιότητα διέψευσαν τους προ ενός έτους ισχυρισμούς του Νίκου Παππά και του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων ότι οι δύο δημοσιογράφοι που τον παρακολουθούσαν στη Νέα Υόρκη (Δημάδης και Σουλτογιάννης) είχαν συλληφθεί. Οι δημοσιογράφοι είχαν παραδεχτεί ότι παρακολουθούσαν τον Ν. Παππά για να αποδείξουν ότι έκανε βόλτες και ψώνια, αλλά είχαν διαψεύσει τη σύλληψή τους, ισχυριζόμενοι ότι η «είδηση» ήταν στημένη για να τους διασύρει. Τα ντοκουμέντα φαίνεται να τους δικαιώνουν, αλλά εξηγήσεις από το ΑΠΕ και την κυβέρνηση δεν έχουν δοθεί.

• Η κόντρα του Μεγάρου Μαξίμου με τον Βαγγέλη Μαρινάκη οδήγησε στην ομολογία του δεύτερου ότι έχει συναντήσει πολλές φορές τον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Παππά και τους έχει βοηθήσει, χωρίς να διευκρινίζει το είδος της βοήθειας. Οι καλές σχέσεις και η υποστήριξή του στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν πράγματα γνωστά από το 2014, μέχρι πέρσι που επήλθε η σύγκρουση. Ο Β. Μαρινάκης, ακόμα και όταν τον συνόδευαν κατηγορίες και φήμες για σοβαρά αδικήματα, επισκεπτόταν με άνεση το Μαξίμου, κατόπιν προσκλήσεων των ενοίκων του φυσικά.   Οι δικαιολογίες του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος ήταν ότι οι συζητήσεις αφορούσαν άλλες φορές τον Πειραιά, άλλες το ποδόσφαιρο και άλλες τα ΜΜΕ. Αλλά ακριβώς αυτός είναι ο ορισμός της διαπλοκής: οι σχέσεις πολιτικών και επιχειρηματιών που σχετίζονται με ΜΜΕ και ομάδες. Ό,τι είδους ζητήματα και να είχαν ανακύψει, στις δημοκρατίες υπάρχει θεσμικός και τυπικός τρόπος αντιμετώπισής τους, ώστε να μη χρειάζεται ποτέ να έρθουν σε επαφή οι μεγαλοεπιχειρηματίες με την πολιτική εξουσία, ακριβώς για να εμποδιστεί κάθε είδους συναλλαγή. Καμία εξήγηση, λοιπόν, δεν μπορεί να δικαιολογήσει πραγματικά τέτοιου είδους συναντήσεις, οι οποίες άλλωστε ούτε αμφισβητούνται ούτε καν διαψεύδονται. Στο πλαίσιο αυτής της «νέας κανονικότητας», ο πρωθυπουργός, ακόμα και για μια απλή επίσκεψη στη Λέσβο, αισθάνεται την ανάγκη να συνοδεύεται από εκατοντάδες αστυνομικούς, φανερούς και μυστικούς, ειδικές δυνάμεις ασφαλείας κ.λπ. Επειδή γνωρίζει ότι η δυσαρέσκεια είναι μεγάλη, τόσο των ντόπιων όσο και των μεταναστών και προσφύγων, που ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Μόνο που ο πρωθυπουργός, παραβλέποντας την πραγματικότητα που τώρα δεν θέλει να αντιμετωπίσει, δήλωνε μέχρι πρότινος περήφανος για τις συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων στη χώρα μας. Οι πράξεις τους, όμως, διαψεύδουν για άλλη μια φορά την οργουελιανή τους ρητορεία.

http://www.lifo.gr/articles/opinions/191259/i-kyvernisi-den-einai-pia-sto-apyrovlito

 

Το «καταματωμένο» πλεόνασμα του ΣΥΡΙΖΑ ως νέο success story

πλεόνασμα

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 25.4.2018 | Πηγή: www.lifo.gr

Πως καταφέρνουν να πετύχουν εκεί που οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ απέτυχαν, καυχήθηκε ο Αλέξης Τσίπρας τη Δευτέρα στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, αναφερόμενος στην ολοκλήρωση του μνημονιακού προγράμματος που επέβαλαν οι δανειστές.   Και είναι αλήθεια ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν είχαν την αποφασιστικότητα που έδειξε η κυβέρνηση Τσίπρα από ένα σημείο και μετά, αποδεχόμενη τα πάντα. Κατά τ’ άλλα, στην ομιλία του ο Αλέξης Τσίπρας έμοιαζε να έχει αντιγράψει τον Αντώνη Σαμαρά του 2014. Σε πολλά σημεία θύμιζε αυτά που έλεγε ο πρώην πρωθυπουργός όταν είχε πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα μετά από αρκετά χρόνια ύφεσης, πανηγύριζε για την πρόσβαση στις αγορές και εξήγγειλε και την έξοδο από τα μνημόνια.   Τότε, όμως, ο Αλέξης Τσίπρας τον κατηγορούσε ότι το πλεόνασμα που πέτυχε ήταν «ματωμένο», γιατί βγήκε από τη λιτότητα, τις περικοπές δαπανών και τους δυσβάστακτους φόρους. Το χαρακτήριζε επιπλέον «σεσημασμένο», «πλεόνασμα απάτης» αλλά και «πλεόνασμα δυστυχίας, τραγωδίας και αίματος».

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν βρήκε κάποιους άλλους τρόπους να παράγει πλεονάσματα από εκείνους του Αντώνη Σαμαρά. Η ίδια συνταγή είναι, αλλά την εκτελεί με μεγαλύτερο ζήλο.   Γι’ αυτό και το πλεόνασμα έφτασε σχεδόν 4% το 2017. Με πολλαπλάσια δυστυχία δηλαδή, τραγωδία και αίμα, σύμφωνα με όσα έλεγε και ο ίδιος. Παρ’ όλα αυτά, σήμερα είναι χαρούμενος για το αποτέλεσμα, παραβλέποντας το πώς αυτό επετεύχθη.   Με τον ίδιο τρόπο ο Αλέξης Τσίπρας, που σήμερα παρουσιάζει ως μεγάλη επιτυχία την έξοδο στις αγορές, τον Απρίλιο του 2014, όταν η Ελλάδα δανείστηκε από τις αγορές μετά από τέσσερα χρόνια, έλεγε ότι «πυροβολούμε τα πόδια μας», γιατί έτσι «δεν προχωρούμε σε διαγραφή χρέους και αυτό είναι πολιτικό έγκλημα». Όσο για τον Γ. Σταθάκη, αυτός τότε καλούσε την κυβέρνηση «να μη βγει η χώρα στις αγορές». Τα πολιτικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα κάνουν πάρτι για τους λόγους που το 2014 κατήγγελλαν τον Αντώνη Σαμαρά. Παρομοίως και με την περίφημη «έξοδο από το μνημόνιο».   Σήμερα ο Τσίπρας επαναλαμβάνει όσα υποστήριζε ο Σαμαράς το 2014, ενώ εκείνος τότε έλεγε ότι από τα μνημόνια θα βγούμε, όταν θα καταργηθεί και ο τελευταίος μνημονιακός νόμος. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., τελικά, όχι μόνο δεν κατάργησε τους νόμους των προηγούμενων μνημονίων αλλά έφερε περίπου άλλους τόσους και συνεχίζει.

 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πάντως, είτε από άποψη είτε από αδυναμία, δεν ασκεί αντιπολίτευση επί της ουσίας. Αναλώνεται συνήθως στα δευτερεύοντα και για πολλά ουσιώδη δεν λέει κουβέντα ή περιορίζεται σε μια άσκηση αντιπολίτευσης σχεδόν διεκπεραιωτική.   Είναι γεγονός ότι η πολιτική μετακίνηση του ΣΥΡΙΖΑ και η πλήρης αποδοχή της πολιτικής των δανειστών φέρνει εκ των πραγμάτων τη ΝΔ σε δύσκολη θέση. Και κάπως έτσι η ΝΔ ακολουθεί την τακτική του «ώριμου φρούτου», αντιμετωπίζοντας την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. σαν φρούτο που θα πέσει μόνο του. Κάτι που βολεύει και το Μαξίμου, αφού εκ των πραγμάτων αφήνει όλες τις πρωτοβουλίες σε αυτούς. Η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, με το αναμφισβήτητο ταλέντο της στο (μικρο)κομματικό παιχνίδι, είναι πολύ πιο δραστήρια από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η επιδίωξή της για τις επόμενες εκλογές είναι, φυσικά, να μη βγει η ΝΔ πρώτη, αλλά και αν βγει, να μην έχει αυτοδυναμία.   Για τον λόγο αυτό ενθαρρύνουν κάθε δημιουργία κόμματος στα δεξιά του Κυριάκου Μητσοτάκη, από τον Αντώναρο και την Παπακώστα μέχρι τους Μπαλτάκο, Καρατζαφέρη και Φαήλο Κρανιδιώτη.   Την ίδια ώρα, προσπαθούν να προσεγγίσουν και να δελεάσουν στελέχη της αυτοδιοίκησης (και όχι μόνο), από τον Απόστολο Τζιτζικώστα μέχρι τον Κώστα Μπακογιάννη, προκειμένου να αποδυναμώσουν τη ΝΔ στο πλαίσιο του στρατηγικού τους στόχου. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εκτιμά ότι ακόμα και αν τα εκλογικά ποσοστά της υποχωρήσουν, θα καταφέρει να πρωταγωνιστεί και το επόμενο διάστημα, αν προσεταιριστεί το Κίνημα Αλλαγής, όπως επιδιώκει, και αποδυναμώσει τη ΝΔ, απομονώνοντάς την ταυτόχρονα, ώστε να μείνει χωρίς επιλογή στρατηγικού συμμάχου, αν χρειαστεί να συμπράξει. Το σενάριο του μεγάλου συνασπισμού, πάντως, που ζητούσαν από παλιά οι δανειστές, παραμένει, με ένθερμους υποστηρικτές μερικούς από τους ισχυρότερους επιχειρηματίες της χώρας. Ο Αλέξης Τσίπρας ως τώρα δεν ήθελε ούτε να το ακούει, αλλά για μετά τις εκλογές, αν τις χάσει, το αφήνει ανοιχτό.

Τα ελληνοτουρκικά είναι ένας μπελάς που η κυβέρνηση Τσίπρα πολύ θα ήθελε να μην τον είχε. Η στάση του Μαξίμου εξαρχής ήταν υπέρ της πολιτικής κατευνασμού, αλλά πλέον την έχουν φτάσει στα όριά της και χωρίς αποτέλεσμα.   Εάν ήταν δυνατόν ‒και στον βαθμό που μπορούν, το κάνουν‒ θα έκρυβαν όλες τις τουρκικές προκλήσεις «κάτω από το χαλί». Αλλά αυτές πληθαίνουν πλέον καθημερινά και δεν είναι εύκολο.   Η γραμμή, ωστόσο, παραμένει η «υποβάθμιση» των τουρκικών προκλήσεων και όσα περιστατικά γίνονται να μένουν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Σχετικά με το μικρότερου μεγέθους πρόβλημα του Σκοπιανού, αν οι Κοτζιάς και Ντιμιτρόφ καταλήξουν σε μια λύση και η συμφωνία έρθει στην ελληνική Βουλή προς ψήφιση, εκεί μπορεί να δημιουργηθεί πρόβλημα με τον Καμμένο, καθώς ο αρχηγός των ΑΝ.ΕΛ. θεωρεί ότι μόνη ελπίδα για να επιβιώσει πολιτικά το κόμμα του είναι να ταυτιστεί με τη μεγάλη συγκέντρωση που είχε γίνει για τη Μακεδονία, προσελκύοντας ψηφοφόρους από την «πατριωτική» δεξαμενή. Ο Αλέξης Τσίπρας, το προηγούμενο διάστημα, όταν επιχειρούσε το επιθετικό φλερτ με την κεντροαριστερά, προσπάθησε, για επικοινωνιακούς λόγους, αλλά και σκοπιμότητας, να αποστασιοποιηθεί από τον Πάνο Καμμένο, δίνοντας το σύνθημα για μια μίνι αποδόμησή του.   Μετά τα μηνύματα που του έστειλε όμως ο Καμμένος, καθώς και τη συζήτηση που έγινε μεταξύ τους διά ζώσης, ο Τσίπρας έκανε πίσω, φροντίζοντας να μαζέψει και τους υπόλοιπους. Άλλωστε, εκκρεμούν προμήθειες εξοπλιστικών πολλών εκατομμυρίων, τις οποίες θέλουν και οι δύο ηγεσίες, ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛ. Πρόκειται για τις προμήθειες για τις οποίες κατήγγελλαν τους προηγούμενους ότι είναι άχρηστες και γίνονται μόνο για τις μίζες.

Σήμερα, το κλίμα που διαμορφώνεται από πολιτικούς και ΜΜΕ, μετά την αύξηση της προκλητικότητας του Ερντογάν, είναι ιδανικό για να καλλιεργηθεί η ανάγκη αγοράς εξοπλιστικών, κι ας πρόκειται για μια χώρα στην οποία η φτωχοποίηση του λαού συνεχίζει να εξαπλώνεται ανησυχητικά.   Το σκηνικό μοιάζει με αυτό που είχε στηθεί και μετά τα Ίμια και οδήγησε σε ξέφρενες προμήθειες εξοπλιστικών και αμέτρητες μίζες, τις οποίες ακόμα ψάχνουμε στην Ελβετία και αλλού.   Στις σημαντικές ειδήσεις της εβδομάδας, παρ’ ότι δεν σχολιάστηκε ιδιαιτέρως, ήταν και η έκτακτη κυβερνητική συνεδρίαση για «μέτρα στήριξης του Τύπου».   Η απόφαση που πήρε η κυβέρνηση ήταν για 10 εκατομμύρια ευρώ που θα διατεθούν εντός του 2018 στον Τύπο και μερικά εκατομμύρια ακόμα που θα δοθούν στα διαδικτυακά μέσα, «προκειμένου να προβληθούν οι πολιτικές των υπουργείων»!   Κυβερνητική οικονομική στήριξη με αντάλλαγμα πολιτική υποστήριξη διά της κρατικής διαφήμισης; Αυτό φαίνεται ότι είναι το σχέδιο της κυβέρνησης και δεν μοιάζει να επιθυμεί κανείς τους να κρατήσει τα προσχήματα ή να είναι έστω διακριτικός.   Δύσκολοι καιροί για ανεξάρτητα ΜΜΕ και μεγάλος ο πειρασμός για την εξουσία να αφήσει τα μέσα ελεύθερα χωρίς να τα ελέγχει.

http://www.lifo.gr/print/eptaimero/190132/to-katamatomeno-pleonasma-toy-syriza-os-neo-success-story

 

Η υστερία με τα fake news: Πόσο παλιό είναι το πρόβλημα και κυρίως, ποιο είναι το πρόβλημα;

Επικρατεί μεγάλη σύγχυση γύρω από τον όρο, κυρίως επειδή χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό καταχρηστικά, ειδικά από τους πολιτικούς

 

fake news

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 19.4.2018 | Πηγή: www.lifo.gr

 

Τα fake news είναι ένας όρος που εσχάτως χρησιμοποιείται πάρα πολύ, ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια και ο οποίος δημιουργήθηκε για να περιγράψει κάτι πάρα πολύ παλιό: την προπαγάνδα, τα ψέματα, την παραπληροφόρηση, την διαστρέβλωση και τις κατασκευασμένες ειδήσεις, που υπήρχαν πάντα. Αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, είναι οι τρόποι διάδοσης τους. Υπάρχει ωστόσο, και μια μεγάλη σύγχυση γύρω από τον όρο αυτό, κυρίως επειδή χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό καταχρηστικά, ειδικά από τους πολιτικούς.

 
Συχνά, πολιτικά πρόσωπα που ψεύδονται και παραπληροφορούν συστηματικά την κοινή γνώμη, καταγγέλλουν ως “fake news” αλήθειες ή αποκαλύψεις που δεν τους βολεύουν.  Ένα σχετικά πρόσφατο παράδειγμα είναι εκείνο του πρωθυπουργού της Μάλτας, Τζοζεφ Μουσκάτ, που έχει κατηγορηθεί για πλήθος σκανδάλων διαφθοράς και ο οποίος κατήγγειλε ως fake news τα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ της δημοσιογράφου, Δάφνης Καρουάνα Γκαλιζία, που δολοφονήθηκε πριν από ένα χρόνο.

Αλλά και στα καθ’ ημάς, πολιτικοί που έχουν πιαστεί να λένε ψέματα και να παραπληροφορούν πάρα πολλές φορές, δεν διστάζουν να χαρακτηρίζουν ως fake news ό,τι τους ενοχλεί.

 

Πριν από λίγο καιρό, εξαγγέλθηκε ως κυβερνητική πρωτοβουλία  από το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, νομοσχέδιο  που θα έχει ως στόχο τον εντοπισμό των ψευδών ειδήσεων. Πόσο ειλικρινής, όμως, μπορεί να είναι μία τέτοια πρωτοβουλία, από μία κυβέρνηση που διαθέτει και η ίδια έναν μακρύ κατάλογο ψευδών, ανακριβειών και διαστρεβλωμένων πληροφοριών, δικής της παραγωγής;

Οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα βέβαια, το συνηθίζουν αυτό. Δεν είναι η πρώτη που ψεύδεται (παρότι πολλοί είναι εκείνοι που της προσάπτουν το ρεκόρ). Είναι πρώτη όμως, που ενώ παράγει προπαγανδιστικά ψεύδη αφειδώς, εξαγγέλλει μηχανισμό εντοπισμού τους.  Λογίζεται άραγε για την κυβέρνηση ως “fake news” η περσινή δήλωση του πρωθυπουργού ότι “δεν υπάρχει περίπτωση να νομοθετήσει ούτε ένα ευρώ επιπλέον μέτρα” όταν λίγες μέρες μετά,  προκειμένου να κλείσει την αξιολόγηση, συμφώνησε με τους δανειστές για νέα μέτρα δισεκατομμυρίων ευρώ;  Είναι ή όχι “fake news” η έξοδος από τα μνημόνια, όταν δεν καταργείται ούτε ένας μνημονιακός νόμος, αλλά αντιθέτως, τα υπάρχοντα μνημόνια  συμπληρώνονται με νέους νόμους, μέτρα και δεσμεύσεις; Γιατί, παρά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης περί του αντιθέτου , η έξοδος από τα μνημόνια είναι η μεγαλύτερη από τις ψευδείς και κατασκευασμένες ειδήσεις, αφού η χώρα ολοκληρώνει το μνημονιακό πρόγραμμα και δεν βγαίνει από αυτό. Αν τελειώσει κάτι τον Αύγουστο, αυτό θα είναι ο φθηνός δανεισμός που συνοδεύτηκε από το μνημονιακό πρόγραμμα.
TrumpFakeNews

Το ίδιο πάνω-κάτω συμβαίνει και εκτός συνόρων, από όπου άλλωστε ξεκίνησε και η (κατά)χρήση του όρου “fake news”.  O πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτήριζε εξαρχής ως fake news όλες τις άβολες αλήθειες των ΜΜΕ που του ασκούσαν κριτική, όπως π.χ των NYtimes και του CNN, αλλά ποτέ όσα λένε για αυτόν τα φιλικά ΜΜΕ όπως το τηλεοπτικό κανάλι FOX κ.α.  Και φυσικά, δεν μιλά ποτέ για τα δικά του ψεύδη. Για τον Ντόναλντ Τραμπ, όπως και για τους δικούς μας κυβερνητικούς, “ψευδείς ειδήσεις” είναι μόνο όσες δεν του αρέσουν.

 

Ακριβώς λοιπόν, επειδή οι πολιτικές εξουσίες χρησιμοποιούν τον όρο καταχρηστικά και επειδή είναι οι πρώτες στην κατασκευή ψευδών ειδήσεων, καθίσταται σαφές ότι όσες από αυτές εξαγγέλλουν μηχανισμούς ελέγχων των “ψευδών ειδήσεων”,  έχουν σκοπό τον έλεγχο της ενημέρωσης.

 

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι δεν υφίσταται ζήτημα γενικά με τις ψεύτικες ειδήσεις και το μίσος που συχνά αυτές τροφοδοτούν.  Το πρόβλημα είναι υπαρκτό, όπως ήταν πάντα.

 

Αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια είναι οι μέθοδοι διάδοσης με το πέρασμα της επικοινωνίας και της ενημέρωσης στην εποχή του διαδικτύου. Κατά τ’ άλλα, οι ψευδείς και οι κατασκευασμένες ειδήσεις είναι τόσο παλιές,  όσο και οι ειδήσεις.  

 

Μέχρι την εποχή του διαδικτύου, η ενημέρωση μέσω του τύπου, της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, ελεγχόταν κυρίως από το κράτος, το κεφάλαιο και τις ελίτ. Και περιορίζονταν εντός εθνικών συνόρων. Τα ανεξάρτητα ΜΜΕ ήταν πάντα λιγότερα και η επιρροή τους είχε όρια.

Το διαδίκτυο έδωσε τη δυνατότητα να δημιουργηθούν μέσα χωρίς το μεγάλο κόστος που απαιτούσε η προηγούμενη εποχή. Επίσης  διευκόλυνε την ταχύτητα διάδοσης και την εξεύρεση κοινού. Τα social media επέτρεψαν στον καθένα να αποκτήσει δημόσιο λόγο (όλα αυτά με συγκεκριμένο κόστος και συνέπειες, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα) και συνέβαλαν επίσης στη διακίνηση ειδήσεων, αληθινών και ψευδών.  

Για να περιοριστούμε στα θετικά εδώ όμως, το διαδίκτυο έδωσε τη δυνατότητα να δημοσιεύονται ειδήσεις που στα μεγάλα, καθιερωμένα ΜΜΕ, αυτά που αποκαλούνται “συστημικά”, συχνά είναι απαγορευμένες.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων “απαγορευμένων” ειδήσεων στη χώρα μας, ήταν (και είναι)  τα τεράστια σκάνδαλα των τραπεζών, τα οποία αποσιωπήθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους, καθώς οι τράπεζες χρηματοδοτούσαν, μέσω διαφήμισης,  σχεδόν το σύνολο των ΜΜΕ.

Ένα άλλο παράδειγμα άξιο αναφοράς, είναι τα ρεπορτάζ της δολοφονημένης Μαλτέζας δημοσιογράφου, Δάφνης Καρουάνα Γκαλίζία, τα οποία αναφέρονταν στην κυβερνητική διαφθορά και τις ύποπτες συναλλαγές πολιτικών με τράπεζες που δημοσιεύονταν (για ευνόητους λόγους) κυρίως στο προσωπικό ιστολόγιο της  https://daphnecaruanagalizia.com/  το οποίο  ήταν εξαιρετικά δημοφιλές.

Οι νέες δυνατότητες που έδωσε το διαδίκτυο, αρχικά φάνηκε ότι ήταν προς όφελος των πιο ανίσχυρων και ανεξάρτητων δημοσιογραφικών φωνών, που μπορούσαν πλέον να ακουστούν. Οι πάσης φύσεως εξουσίες όμως που θίγονταν,  δεν θα έμεναν με σταυρωμένα τα χέρια, ούτε θα άφηναν ένα τέτοιο “όπλο” στα χέρια όσων τις αμφισβητούν, χωρίς να το αξιοποιήσουν οι ίδιες υπέρ των δικών τους συμφερόντων.

 

Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ που έλεγχαν τα παραδοσιακά μέσα, μετά την αρχική αμηχανία και τον αιφνιδιασμό (καθώς οι αλματώδεις εξελίξεις τις βρήκαν σχετικά απροετοίμαστες), φρόντισαν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που παρείχαν τα νέα μέσα και τη δύναμη του διαδικτύου προς όφελος τους. Οι βασικότεροι παραγωγοί ψευδών ειδήσεων και δημιουργοί μηχανισμών παραπληροφόρησης ήταν πάντα οι διαπλεκόμενες πολιτικές εξουσίες. Έτσι και τώρα,  αξιοποίησαν τα νέα μέσα για τον ίδιο σκοπό.

Ιστοσελίδες και  μπλογκς, που αναπαράγουν πολιτική προπαγάνδα, διαστρεβλώνουν την αλήθεια (όταν αυτή είναι ενοχλητική για την εξουσία που υπηρετούν) και συκοφαντούν τον αντίπαλο, άρχισαν να δημιουργούνται με πολιτική καθοδήγηση και πόρους που προέρχονταν είτε από κρατική διαφήμιση, είτε από επιχειρηματικά συμφέροντα για λογαριασμό πολιτικών, είτε και από μαύρα κομματικά ταμεία.

Το ίδιο συνέβη και με τους κομματικούς στρατούς των έμμισθων χειριστών ακάουντ και τα κομματικά τρολ, που λειτουργούν ως βασικοί διακινητές της πολιτικής προπαγάνδας. Όλα τα κόμματα και οι μηχανισμοί εξουσίας διαθέτουν πλέον τέτοιους στρατούς,  οι οποίοι τροφοδοτούνται καθημερινά από τα πολιτικά επιτελεία με τη “γραμμή” της ημέρας και το απαραίτητο προπαγανδιστικό υλικό για την υποστήριξή της.

 

Ο μεγάλος ντόρος γύρω από τα “fake news” έγινε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των τελευταίων εκλογών των ΗΠΑ και συνεχίστηκε και μετά, μέχρι σήμερα. Ο Ντόναλντ Τραμπ κατήγγειλε ως “fake news” όσα δημοσιεύματα  περιείχαν αποκαλύψεις εναντίον του και το ίδιο έκανε και το επιτελείο της Χίλαρι Κλίντον με τα αντίστοιχα δημοσιεύματα που αφορούσαν εκείνη. Την ίδια περίοδο φούντωσαν και οι θεωρίες συνωμοσίας -με λιγότερη ή περισσότερη αλήθεια, ή άλλες φορές και καθόλου- σύμφωνα με τις οποίες, πίσω από τη νίκη του Τραμπ κρύβονταν η Ρωσία και οι πανίσχυροι μηχανισμοί προπαγάνδας του Πούτιν.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, άσχετα από το μέγεθος της αλήθειας τους, ανέδειξαν ένα νέο υπαρκτό ζήτημα: την ευκολία που έχουν πλέον ξένες δυνάμεις, ακόμα και όχι τόσο ισχυρές, να αποκτούν μηχανισμούς επιρροής της κοινής γνώμης σε μια άλλη χώρα, μέσω του διαδικτύου. Η επιρροή της διεθνούς κοινής γνώμης, μέχρι πριν από μερικά χρόνια,  ήταν κάτι που ελάχιστες χώρες μπορούσαν να κάνουν.

Ποιος (από όσους ήταν ενήλικες) δεν θυμάται το 1991 τη φωτογραφία που παρουσίασε το CNN το με τον βουτηγμένο στο πετρέλαιο κορμοράνο  (υποτίθεται στα μολυσμένα νερά του Περσικού Κόλπου) για το οποίο παρουσιάστηκε ως υπαίτιος ο Σαντάμ Χουσεϊν, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα αρνητικό κλίμα και να διευκολυνθεί η επέμβαση στο Ιράκ;  

Αργότερα, και αφού ο στόχος της προπαγάνδας είχε επιτευχθεί,  αποκαλύφθηκε ότι ο κορμοράνος ανήκε σε ζωολογικό κήπο και είχε  περιλουστεί με πετρέλαιο για να στηθεί η συγκεκριμένη φωτογραφία. Την ίδια περίοδο, άλλη μια χαρακτηριστική περίπτωση κατασκευασμένης είδησης ήταν όταν στην Επιτροπή του Κογκρέσου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, παρουσιάστηκε ένα κορίτσι που ισχυρίστηκε κλαίγοντας ότι ιρακινοί στρατιώτες είχαν εισβάλλει  σε ένα μαιευτήριο στο Κουβέιτ και πετούσαν τα νεογέννητα μωρά από τις θερμοκοιτίδες. Δυο χρόνια μετά, αποκαλύφθηκε ότι το κορίτσι αυτό ήταν κόρη του πρεσβευτή του Κουβέιτ στην Ουάσιγκτον και η κατάθεσή της ήταν κι αυτή στημένη, όπως η φωτογραφία με τον κορμοράνο. Οι δύο αυτές κατασκευασμένες ειδήσεις είχαν κάνει το γύρο του (δυτικού τουλάχιστον) κόσμου, μέσω των παραδοσιακών ΜΜΕ, επηρεάζοντας την κοινή γνώμη, προκειμένου να εξουδετερωθούν  οι αντιδράσεις για την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ.

Τώρα η Δύση ανησυχεί ότι το διαδίκτυο προσφέρει τη δυνατότητα διακίνησης προπαγάνδας,  πέρα από το πεδίο επιρροής τους, σε χώρες όπως η Ρωσία, που πριν δεν είχαν. Για αυτό και τα αγγλόφωνα ρωσικά ΜΜΕ κατηγορούνται συχνά ως κατασκευαστές fake news.

Σε γενικές γραμμές,  τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν οι εξουσίες μιλούν για αντιμετώπιση των fake news, εννοούν κυρίως είτε την επιρροή της Ρωσίας, είτε των ευρωσκεπτικιστών, αλλά και την αποκαλυπτική ειδησεογραφία εναντίον τους.

 

Για τις πολιτικές εξουσίες “fake news” είναι κάθε είδηση -κατασκευασμένη ή πραγματική- που τις ενοχλεί, ενώ οι ίδιες χρησιμοποιούν μεθόδους προπαγάνδας με καθημερινή παραγωγή ψευδών ειδήσεων, εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων, των εχθρών τους, αλλά και των πολιτών, προκειμένου να διαιωνίζουν την εξουσία τους.

Δεν ευαισθητοποιήθηκαν λοιπόν ξαφνικά οι πολιτικές ελίτ για την αντιμετώπιση των ψευδών ειδήσεων. Αυτό που θέλουν είναι να ελέγξουν την ενημέρωση.  Το κατεστημένο των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ ταράχθηκε ευλόγως το τελευταίο διάστημα, με το έδαφος που είδε να χάνει το σύστημα της Χίλαρι που νόμιζε ότι είναι ανίκητο και έριξε το ανάθεμα στις δυνάμεις του “λαϊκισμού” και στη “Ρωσία”.  Το ίδιο περίπου συνέβη και στην Ε.Ε όταν άρχισαν να διαπιστώνουν ότι η κεντρική πολιτική τους καθίσταται όλο και λιγότερο δημοφιλής, με αποτέλεσμα την άνοδο των ευρωσκεπτικιστών. Κι εκεί το ανάθεμα έπεσε πάλι στην προπαγάνδα των “λαϊκιστών” και της Ρωσίας.  

 

Ο πρόεδρος Juncker, μάλιστα,  πριν από καιρό ζήτησε από την Επίτροπο Ψηφιακής Οικονομίας, Μαρίγια Γκάμπριελ,  “να ερευνήσει τις προκλήσεις που δημιουργούν οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες για τις δημοκρατίες, σχετικά  με τη διασπορά ψευδών ειδήσεων” και να αναλάβει πρωτοβουλίες “για να προστατευθούν οι πολίτες” της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό συστήθηκε και μία ομάδα 39 εμπειρογνώμων για να συμβουλεύει σχετικώς την Επιτροπή. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι τρία χρόνια πριν,  από το 2015, είχε ήδη συσταθεί η East Stratcom Task Force,  https://eeas.europa.eu/headquarters/headquarters-Homepage/2116/questions-and-answers-about-east-stratcom-task-force_en

από την εκπρόσωπο της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, Φεντερίκα Μογκερίνι, για “την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης στις Ανατολικές γειτονικές χώρες”. Ο λόγος που δημιουργήθηκε αυτή η Task Force είναι η ανησυχία τους ότι Ρωσία, εθνικιστές και  λαϊκιστές επηρεάζουν την κοινή γνώμη των χωρών αυτών- σημαντικό τμήμα της οποίας δεν φαίνεται ιδιαίτερα ικανοποιημένο από τις ευρωπαϊκές πολιτικές.

 

Πάνω στην ευρωπαϊκή ανησυχία, η οποία κι αυτή δεν είναι τόσο αθώα, ωστόσο κινείται εντός συγκεκριμένων θεσμικών ορίων,  σκοπεύει να πατήσει και η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να νομιμοποιήσει τις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσει για τις “ψευδείς ειδήσεις”. Πέρα από γενικότητες και αοριστίες όμως, τα κυβερνητικά στελέχη δεν έχουν πει τίποτα συγκεκριμένο για το πως σκοπεύουν να υλοποιήσουν τα σχέδια που έχουν εξαγγείλει. Κάποιες σκόρπιες κουβέντες για αλγόριθμους και τεχνητή νοημοσύνη, δεν οδηγούν σε σαφή συμπεράσματα για το τι θα κάνουν, αλλά είναι επίσης γνωστό ότι οι αλγόριθμοι στην πραγματικότητα δεν έχουν τη δυνατότητα να εντοπίζουν τις ψευδείς ειδήσεις. Αν μπορούσαν να το κάνουν, θα ήμασταν όλοι ευτυχέστεροι και θα τους αναθέταμε να ελέγχουν και τις προεκλογικές ομιλίες των πολιτικών στις προεκλογικές -και όχι μόνο- περιόδους.  

http://www.lifo.gr/articles/media_articles/189193/i-ysteria-me-ta-fake-news-poso-palio-einai-to-provlima-kai-kyrios-poio-einai-to-provlima#comment

 

Στη σκιά μιας οικονομίας που λιμνάζει

ΠΟΛΙΤΙΚΟ 7ΗΜΕΡΟ

φωτο

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 18.4.2018 | 11:25 Πηγή: www.lifo.gr

***Λιμνάζει η ελληνική οικονομία και θα λιμνάζει για καιρό, απ’ ό,τι φαίνεται. Αυτό λέει στην ουσία το ΔΝΤ με την αναθεώρηση προς τα κάτω στην οποία προέβη για τους ρυθμούς ανάπτυξης της χώρας, αφού χαμηλώνει την ανάπτυξη στο 2% για το 2018 από το 2,6% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη.   Εξίσου απαισιόδοξες είναι οι προβλέψεις του και για το 2019, που προβλέπει ανάπτυξη στο 1,8%, και στο 1,9% για το 2023. Σύμφωνα με τους περισσότερους οικονομολόγους, με μια τόσο αναιμική ανάπτυξη, η ελληνική οικονομία δεν πρόκειται να ξεκολλήσει και κανένα αισιόδοξο σενάριο για το μέλλον της χώρας δεν είναι δυνατό. Τα νούμερα αυτά, αν δεν ανατραπούν, στην ουσία περιγράφουν μια οικονομία που δεν πάει πουθενά.

 

***Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση, που δεν δείχνει να προβληματίζεται ιδιαιτέρως, είναι από φιέστα σε φιέστα. Είναι χαρακτηριστικός ο πανηγυρικός τόνος που έδωσαν στο περιφερειακό αναπτυξιακό συνέδριο στη Ρόδο, όπου μεταφέρθηκαν δεκάδες υπουργοί και γενικοί γραμματείς, συνοδεία εκατοντάδων κομματικών στελεχών, μετακλητών και συμβούλων, θυμίζοντας εποχές Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, προ μνημονίων.

 

***Την ίδια ώρα που η κομματική νομενκλατούρα του ΣΥΡΙΖΑ κατέλυε στο Rodos Palace Hotel, τα ΜΑΤ που θα καταργούσαν χτυπούσαν ανηλεώς τους διαδηλωτές που κατέβηκαν στους δρόμους για να δηλώσουν την αντίθεσή τους στον πόλεμο της Συρίας.

***Τα στελέχη της κυβέρνησης δεν έκρυβαν την ικανοποίησή τους και για έναν ακόμη λόγο αυτή την εβδομάδα, κι αυτός ήταν οι φιλοφρονήσεις του Αμερικανού πρέσβη Τζέφρι Πάιατ, ο οποίος δήλωσε ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις είναι στο καλύτερο σημείο από ποτέ.

***Την εβδομάδα αυτή υπήρξαν πολλές καταγγελίες δημοσιογράφων για κυβερνητικές παρεμβάσεις και λογοκρισία. Πρώτα ήταν οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ, οι οποίοι, σε ανακοίνωση που εξέδωσαν μετά από συνέλευση που πραγματοποίησαν, ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι ανησυχούν «για τα φαινόμενα παρακμής, απαξίωσης, πολιτικών παρεμβάσεων και συνδιοίκησης», τα οποία τους γυρίζουν πολλά χρόνια πίσω και «είναι ξένα με έναν σύγχρονο ραδιοτηλεοπτικό φορέα».

***Το δεύτερο κρούσμα αφορούσε –σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν αρχικά στο mediatvnews και φαίνεται ότι επιβεβαιώνονται– δημοσιογράφο του ραδιοφώνου της ΕΡΤ που υπέβαλε παραίτηση από το ρεπορτάζ της, καταγγέλλντας ότι η διοίκηση το ανέθεσε σε άλλον δημοσιογράφο, επειδή αυτό ήταν απαίτηση κορυφαίου υπουργού της κυβέρνησης.   Υπήρξε και τρίτο κρούσμα όμως, το οποίο προκάλεσε την αντίδραση της ΕΣΗΕΑ, και αυτό ήταν ο αποκλεισμός δημοσιογράφου του Σκάι από την ενημέρωση του υπουργείου Υποδομών με εντολή του υπουργού Χρ. Σπίρτζη.   Σύμφωνα με την καταγγελία του δημοσιογράφου, η εντολή για αποκλεισμό του δόθηκε εξαιτίας της δυσαρέσκειας του υπουργού για άρθρα του που αφορούν τη δραστηριότητά του σχετικά με τα διόδια στην Περιφέρεια Αττικής, όπου σκοπεύει να πολιτευτεί στις επόμενες εκλογές.

 

***Τέλος, ο πρώην Πρόεδρος της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος θεωρείται από τους πλέον αποτυχημένους Προέδρους της χώρας του και έληξε τη θητεία του αγγίζοντας το ναδίρ της δημοτικότητάς του, εξέδωσε βιβλίο στο οποίο αναφέρει και την Ελλάδα.   Με την αναφορά αυτή επιχειρεί για άλλη μια φορά να παρουσιάσει τον εαυτό του ως «σωτήρα» της Ευρωζώνης, μέσω της «σωτηρίας» της Ελλάδας που προσπαθεί να πει ότι εκείνος πέτυχε, βάζοντας τον Αλέξη Τσίπρα στον ίσιο δρόμο της δημοσιονομικής αρετής των μνημονίων.

 

Φαινόμενα παρακμής, απαξίωσης και πολιτικών παρεμβάσεων καταγγέλλουν οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ

 

ΕΡΤ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ  ΤΗΣ  ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ

Οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ εκδηλώνουμε την έντονη ανησυχία μας για την  κατάσταση που διαμορφώνεται στην εταιρεία, η οποία εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ίδια και τους εργαζόμενούς της ενώ απογοητεύει την κοινωνία, την οποία η ΕΡΤ οφείλει να υπηρετεί με ποιοτική ενημέρωση και ψυχαγωγία. 

Ανησυχούμε για τα φαινόμενα παρακμής, απαξίωσης, πολιτικών παρεμβάσεων και συνδιοίκησης, τα οποία μας γυρίζουν πολλά χρόνια πίσω και είναι ξένα με ένα σύγχρονο ραδιοτηλεοπτικό φορέα.

1. Γιατί η αξιοπιστία της ΕΡΤ1 τραυματίζεται καθημερινά από χοντροκομμένες και απαρχαιωμένες λογικές, από τις πολιτικές παρεμβάσεις αλλά και τις πολιτικές επιθέσειςΗ σημερινή κυβέρνηση υπέκυψε στον πειρασμό του ελέγχου της ενημέρωσης της ΕΡΤ ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση την έχει επιλέξει σαν “σάκο του μποξ” και προβολής του “οράματος” της συρρίκνωσής της.

2. Γιατί η ΕΡΤ2, η ΕΡΤ3 και το δίκτυο της στην περιφέρεια εγκαταλείπονται σε αργό και σταθερό θάνατο. Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς ταυτότητα και χωρίς στίγμα, με αποτέλεσμα και κάποιες, πραγματικά εξαιρετικές παραγωγές που έχουν απομείνει να «χάνονται» μέσα στο «ξεκούρδιστο» σύνολο. Ειδικά, δε, το περιφερειακό δίκτυο έχει παραδοθεί σε μια ανέμπνευστη και μίζερη γραφειοκρατική διακυβέρνηση.

3. Γιατί η διοίκηση της ΕΡΤ αντί να ασχολείται με τα προηγούμενα και όλα τα σημαντικά διοικεί αλά παλαιά, μέσω αμφιλεγόμενων επιτροπών, μεθοδεύει αποφάσεις ή ακόμα εκβιάζει πλειοψηφίες στο Δ.Σ. της εταιρείας προκειμένου να εγκριθούν «φιλικές» παραγωγές..

Επιστέγασμα όλων των προαναφερθέντων αποτελεί το οργανόγραμμα που κυοφορείται τους τελευταίους 6 μήνες χωρίς διαφάνεια ή διαβούλευση. Χωρίς οργανικές θέσεις! Ένα οργανόγραμμα που κινείται στον αντίποδα της οριζόντιας οργανωτικής δομής που διέπει όλα τα μεγάλα δίκτυα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας διεθνώς. Κομμένο και ραμμένο στις επιδιώξεις κάποιων για τον απόλυτο έλεγχο της ενημέρωσης και κάποιων παλαιάς κοπής συνδικαλιστών για έλεγχο των θέσεων ευθύνης.

Όλα τα παραπάνω καθιστούν επιτακτικό το αίτημα τόσο η κυβέρνηση όσο και τα κόμματα να αποδείξουν στους πολίτες ότι όταν ευαγγελίζονται, χρόνια τώρα, την ανεξαρτησία της ΕΡΤ  το εννοούν. Είναι καιρός να δρομολογηθούν εκείνες οι νομοθετικές, θεσμικές και διοικητικές πρωτοβουλίες που θα εκσυγχρονίσουν πραγματικά το δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα και θα τον απαλλάξουν από τις πολιτικές εξαρτήσεις (όλων των αποχρώσεων) που τον καθηλώνουν και τον συνθλίβουν.

                                                                                                       Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ

Νόμος περί (μη) ευθύνης υπουργών

Την τελευταία δεκαετία όλοι υποστηρίζουν την ανάγκη να μπει τέλος στο ακαταδίωκτο των υπουργών. Όμως καμία κυβέρνηση δεν έχει κάνει κάτι γι΄ αυτό.

Δημοσιεύθηκε στο inside story

 

Αγανακτισμένοι

Tο αίτημα για τιμωρία των πολιτικών που παρέβησαν το καθήκον τους ήταν από την αρχή της κρίσης σχεδόν καθολικό. Η ατιμωρησία και η έλλειψη λογοδοσίαςΔιαβάστε ένα σχετικό άρθρο του Χρήστου Ιωάννου στο inside storyαποτελούν βασικούς λόγους για την τεράστια απαξίωση των πολιτικών στη χώρα μας, η οποία οδηγεί σε γενικότερη απαξίωση της ίδιας της πολιτικής. Η κύρια αιτία της ατιμωρησίας βρίσκεται στην ελληνική νομοθεσία, η οποία καθιερώνει διαφορετικούς όρους για την ποινική ευθύνη των υπουργών, σε σχέση με την ποινική ευθύνη των υπόλοιπων Ελλήνων.

Είναι γνωστό ότι τυχόν ποινικά αδικήματα για τα μέλη των κυβερνήσεων διερευνώνται όχι από την τακτική δικαιοσύνη, αλλά από τους συναδέλφους τους στη Βουλή. Όταν η τακτική δικαιοσύνη εντοπίσει τυχόν ποινικές ευθύνες υπουργών, τότε στέλνει τη δικογραφία στη Βουλή για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Όμως λόγω της σύντομης παραγραφής των αδικημάτων των υπουργών –άλλη μια άνιση αντιμετώπιση σε σχέση με τους απλούς πολίτες– οι υποθέσεις τους συχνά δεν διερευνώνται καν, απλά ανακοινώνεται ότι παραγράφηκαν, χωρίς να καταλογιστούν ευθύνες. Έτσι ούτε τιμωρία υπάρχει, ούτε ο λαός μαθαίνει ποτέ την αλήθεια.

Στην περίπτωση βέβαια που κρίνεται ότι υπάρχουν αδικήματα, η Βουλή ασκεί ποινική δίωξη.

Το Άρθρο 86 του Συντάγματος

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι ο πολιτικός που έχει συνδέσει το όνομά του με την αναθεώρηση του Συντάγματος και του περιβόητου άρθρου 86Το άρθρο 86 του Συντάγματος (του νόμου περί ευθύνης υπουργώνΟ νόμος 3126/2003), καθώς υπήρξε εισηγητής της πλειοψηφίας το 2001. Εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας ήταν ο σημερινός πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος και είναι γνωστό ότι οι αλλαγές προέκυψαν μέσα από την πολιτική συναίνεση των δύο κομμάτων, αλλά και του Συνασπισμού, που ψήφισε τότε τον νόμο, παρότι αργότερα τον κατήγγειλε.

H αναθεώρηση όμως του 2001, αντί τελικά να περιορίσει την ατιμωρησία, όπως υποτίθεται ότι σκόπευε, πέτυχε να ενισχύσει το ακαταδίωκτο των υπουργών, παρά την επιταγή του Συντάγματος που αναφέρει ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Ο νόμος αυτός συνολικά έρχεται σε αντίθεση με δύο από τις βασικότερες αρχές του συντάγματος: την αρχή της ισότητας και την αρχή της αναλογικότητας.

Ακαταδίωκτο λόγω παραγραφής

Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, μόνο η Βουλή –και όχι η δικαιοσύνη– έχει την αρμοδιότητα να ασκήσει δίωξη κατά υπουργών για αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Ο εν λόγω νόμος έχει κατηγορηθεί πολλές φορές ως βασικό εργαλείο διασφάλισης του ακαταδιώκτου των υπουργών, αλλά και τυχόν συνεργατών τους που συμμετέχουν στα αδικήματα. Ο βασικός όρος που το εξασφαλίζει αυτό εντοπίζεται στην πολύ σύντομη παραγραφή που επιφυλάσσει υπέρ των αδικημάτων υπουργών.

Το νομοθετικό σώμα, με το άρθρο 3 του νόμου περί ευθύνης υπουργών, θέσπισε μία διάταξη με την οποία τα αδικήματα που τυχόν τέλεσε κάποιος υπουργός και συνεργάτες του παραγράφονται «με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου, που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης». Αυτό στην πράξη σημαίνει, ότι αν ένας υπουργός τελέσει κάποιο αδίκημα, αυτό παραγράφεται ένα χρόνο μετά τις επόμενες εκλογές. Αν σε αυτές τις εκλογές σχηματίσει κυβέρνηση το ίδιο κόμμα, ελέγχει δηλαδή την απόλυτη πλειοψηφία, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ασκηθεί ποτέ καμία ποινική δίωξη.

Το αποτέλεσμα είναι, αδικήματα που έχουν βλάψει τη χώρα και έχουν τελεστεί από υπουργούς και συμμέτοχους συνεργάτες τους, να μένουν εντελώς ατιμώρητα.

Οι αντιδράσεις και η κριτική για τον νόμο αυτό ήταν αρκετά έντονες σχεδόν από την επόμενη μέρα, ακόμα και μέσα στα ίδια τα κόμματα που τον θεσμοθέτησαν. Ο τέως υπουργός Δικαιοσύνης της Ν.Δ, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, είχε υποστηρίξει ότι το –αναθεωρημένο το 2001– άρθρο 86 του Συντάγματος δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες μίας σύγχρονης δικαιοκρατικής κοινωνίας «διότι θεσμοθετήθηκε μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία για την ποινική δίωξη των υπουργών, η οποία πολύ δύσκολα μπορεί να καταλήξει στην παραπομπή τους στο ακροατήριο», όπως έγραφε σε σχετικό άρθρο τουH ποινική ευθύνη των υπουργών | Το Βήμα.

«Συγκεκριμένα, χρειάζεται να αποφασίσει το Κοινοβούλιο δύο φορές, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ώστε να ασκηθεί ποινική δίωξη. Την πρώτη φορά για να συσταθεί η Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και τη δεύτερη, όταν το πόρισμα της Επιτροπής αυτής εισαχθεί στην Ολομέλεια, η οποία τελικά αποφασίζει για την άσκηση ή μη διώξεως», συμπλήρωνε ο κ. Βαρβιτσιώτης.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος ωστόσο, παρά την κριτική που έχει δεχθεί από τους περισσότερους συνταγματολόγους, υπερασπίζεταιΣχετικό άρθρο του Ευάγγελου Βενιζέλου με τίτλο «Η αλήθεια για τον νόμο περί ευθύνης υπουργών» τη θέση ότι με την αναθεώρηση, ο νόμος έγινε αυστηρότερος.

Ιστορικό

Νομοθεσία για την ποινική ευθύνη των υπουργών και τη διακριτική μεταχείρισή τους υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές από το 1844. Σκοπός του νομοθέτη ήταν η αποφυγή δίωξης λόγω πολιτικής αντιπαλότητας. Όπως αναφέρει σε κείμενά του ο καθηγητής της Νομικής Σπ. Βλαχόπουλος, «Η δίωξη του πολιτικού αντιπάλου κορυφώνεται με τον εθνικό διχασμό. Μόλις οι βενιζελικοί ανακτούν την εξουσία το 1917, οι τέως πρωθυπουργοί Στέφανος Σκουλούδης, Σπυρίδων Λάμπρου και Δημήτριος Γούναρης κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για αντισυνταγματική ανάληψη εξουσίας, για εφαρμογή της πολιτικής του βασιλιά Κωνσταντίνου και για υποστήριξη φιλογερμανικής προπαγάνδας. Το αντίπαλο “στρατόπεδο” δεν ξεχνά, περιμένει την ευκαιρία να ανταποδώσει και έτσι την άνοιξη του 1933 υποβάλλεται πρόταση ποινικής δίωξης του Ελευθερίου Βενιζέλου για υποβοήθηση του αποτυχημένου κινήματος του Νικολάου Πλαστήρα τον Μάρτιο του ίδιου έτους».

Στα νεότερα χρόνια υπήρχαν περιπτώσεις όπου η Βουλή ξεκινούσε τη διαδικασία ποινικής δίωξης του πολιτικού αντιπάλου, αλλά στη συνέχεια την ανέστειλε, με την αιτιολογία της ανάγκης εθνικής ομοψυχίας. Όπως αναφέρει ο κ. Βλαχόπουλος, «τη δεκαετία του 1990 η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας αναστέλλει την ποινική δίωξη«Βρώμικο ’89» ή «Κάθαρση» | Σαν Σήμερα κατά του Α. Παπανδρέου για τις τηλεφωνικές υποκλοπές και το ίδιο συμβαίνει λίγο αργότερα, όταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αναστέλλει την ποινική δίωξη κατά του Κ. Μητσοτάκη, πάλι για σκάνδαλο τηλεφωνικών υποκλοπών».

H απαίτηση για λογοδοσία

Το λαϊκό αίσθημα περί λογοδοσίας συμμερίζονται πολλοί νομικοί, που συμφωνούν ότι η αρμοδιότητα της άσκησης της ποινικής δίωξης πρέπει να ανατεθεί στην τακτική δικαιοσύνη, ώστε να αποκατασταθεί η αρχή της ισότητας και να εμπεδωθεί το αίσθημα ισονομίας στους πολίτες. Παρομοίως προτείνεται να καταργηθεί το ακαταδίωκτο των βουλευτών και να διώκονται κανονικά, εκτός εάν αποφασίσει κατ’ εξαίρεση για κάποιον λόγο διαφορετικά η Βουλή.

Ο συνταγματολόγος και ευρωβουλευτής Κώστας Χρυσόγονος, μιλώντας στο inside story, υπενθυμίζει ότι έχει προτείνει από καιρό την κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος στο σύνολό του, καθώς «οι διατάξεις του άρθρου αυτού αναθέτουν αποκλειστικά στη Βουλή την πρωτοβουλία για τον καταλογισμό ποινικής ευθύνης στα μέλη της κυβέρνησης για αδικήματα που τέλεσαν, κατά παρέκκλιση από τις ποινικές διατάξεις που ισχύουν για όλους τους υπόλοιπους Έλληνες».

Χρυσόγονος2

Προτείνει και αυτός την περιστολή του ακαταδίωκτου του βουλευτή, καθώς η εφαρμογή του «έχει οδηγήσει σε πλήρη ποινική ασυδοσία», αφού η Βουλή δεν παρέχει σχεδόν ποτέ άδεια δίωξης, «ακόμη και για αξιόποινες πράξεις εντελώς άσχετες με την πολιτική δραστηριότητα των βουλευτών». Αυτό μάλιστα, όπως υπενθυμίζει, είχε ως συνέπεια την καταδίκη της Ελλάδας«Ευρωχαστούκι» για τη βουλευτική ασυλία | Το Βήμα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο των αντιδίκων των βουλευτών.

Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες πάντως, που υπάρχει επίσης το ακαταδίωκτο του βουλευτή, δίνεται η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να ασκηθεί δίωξη όταν πρόκειται για αξιόποινη πράξη που δεν σχετίζεται με την πολιτική δραστηριότητά των βουλευτών.

Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος, μιλώντας στο inside story, χαρακτηρίζει το άρθρο 86 «πηγή όλων των δεινών» και τονίζει την επιτακτική ανάγκη αναθεώρησής του. Ο κ. Αλιβιζάτος υποστηρίζει ότι πρέπει να αφαιρεθεί από τη Βουλή η αρμοδιότητα για τη δίωξη των υπουργών και να ανατεθεί σε συλλογικό όργανο αποτελούμενο από ανώτατους δικαστές , όπως γίνεται στη Γαλλία, ή από μέλη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Ταυτόχρονα προτείνει να καταργηθεί η σύντομη παραγραφή που προβλέπεται για τα αδικήματα των υπουργών. Επίσης προτείνει η χορήγηση της βουλευτικής ασυλίας να δίνεται μόνο με απόφαση της Βουλής, ύστερα από αίτημα του εγκαλούμενου βουλευτή, σύμφωνα με το μοντέλο του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Αλιβιζάτος

Ο κ. Αλιβιζάτος μάλιστα, μαζί με τον επίσης καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Αντώνη Μανιτάκη, έχουν προτείνει με κοινό άρθροΠέντε προτάσεις για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής | Η Καθημερινή τη δέσμευση όλων των κομμάτων –έως ότου αναθεωρηθεί το Σύνταγμα– να παραπέμπονται οι υπουργοί κατά των οποίων διατυπώνονται σοβαρές κατηγορίες χωρίς έρευνα στο δικαστικό συμβούλιο, στο οποίο θα εναπόκειται η παραπομπή τους ή όχι στο υπουργοδικείο (ειδικό δικαστήριο*)

Υπουργοδικείο είναι το Ειδικό Δικαστήριο που είναι αρμόδιο για τις υποθέσεις ποινικής ευθύνης των υπουργών. Έχει ως αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάζει ποινικά αδικήματα που τελέστηκαν από μέλη της κυβέρνησης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 το Ειδικό Δικαστήριο συγκροτείται από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου, που κληρώνονται από τον Πρόεδρο της Βουλής. Πρόεδρος ορίζεται ο ανώτερος σε βαθμό –και μεταξύ ισοβάθμων ο αρχαιότερος– από τα μέλη του Αρείου Πάγου. Πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση η Βουλή όριζε και τρεις βουλευτές ως κατηγόρους. Μετά την αναθεώρηση, τα καθήκοντα του εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Η αλλαγή αυτή έγινε για να απεμπλακεί η Βουλή και να υπάρχει αμεροληψία από την κατηγορούσα αρχή.

Αρμόδια για την άσκηση ποινικής δίωξης στους υπουργούς είναι αποκλειστικά η Βουλή, με απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (με τουλάχιστον 151 ψήφους). Η Βουλή μπορεί να ανακαλέσει την απόφασή της σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

Μετά την άσκηση της δίωξης αναλαμβάνει το Δικαστικό Συμβούλιο, που συγκροτείται από δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου. Αυτό εποπτεύει την ποινική προδικασία της υπόθεσης. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα μέλη του ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με την έκδοση βουλεύματος και στη συνέχεια η υπόθεση πηγαίνει στο ακροατήριο για να εκδικαστεί.

Για την παραπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας απαιτείται πλειοψηφία 2/3 του όλου αριθμού των Βουλευτών.

Μετά την μεταπολίτευση, στο Ειδικό Δικαστήριο έχουν παραπεμφθεί μόλις δύο υποθέσεις: το σκάνδαλο με το γιουγκοσλαβικό καλαμπόκιΤο σκάνδαλο του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού | Σαν Σήμερα το 1990 και το σκάνδαλο ΚοσκωτάΣκάνδαλο Κοσκωτά το 1992.

Ο τέως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Δημήτρης Παξινός, έχει υποστηρίξει ότι δεν χρειάζεται καν ιδιαίτερη συνταγματική αναθεώρηση για την κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος. Σύμφωνα με την άποψή του, καθώς τα πάντα στη νομική επιστήμη είναι θέμα ερμηνείας, η ανεξάρτητη δικαστική εξουσία «ερμηνεύοντας αυθεντικά το Σύνταγμα» μπορεί κάλλιστα να υιοθετήσει την ερμηνεία περί αντίθεσης του άρθρου 86 στην υπέρτερη συνταγματική διάταξη του άρθρου 4Το άρθρο 4 (Ισότητα των Ελλήνων), περί ισότητας των Ελλήνων. Με την άποψη αυτή ωστόσο, διαφωνούν πολλοί συνταγματολόγοι, οι οποίοι επιμένουν ότι μόνο με την αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να αλλάξει το άρθρο 86 και να μπει τέλος στο ακαταδίωκτο των υπουργών.

Η δέσμευση του Αλέξη Τσίπρα

Τι γίνεται όμως με την αναθεώρηση του Συντάγματος, την οποίαν έχει εξαγγείλει τόσες φορές και πανηγυρικά η σημερινή κυβέρνηση, που δεσμεύτηκε ότι θα βάλει τέλος στην ατιμωρησία των υπουργών;

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, το Μέγαρο Μαξίμου τελευταία διστάζει, καθώς εκτιμά ότι πιθανόν να μην έχουν οι ίδιοι την πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή. Παρόλα αυτά, δύσκολα θα κάνουν πίσω, καθώς το έχουν αναγγείλει πολλές φορές και δεν είναι εύκολο να βρουν μία καλή δικαιολογία για να μην προχωρήσουν.

Το inside story επικοινώνησε με τον καθηγητή Πολιτικής Κοινωνιολογίας Μιχάλη Σπουρδαλάκη, επικεφαλής της Επιτροπής Διαλόγου για την Συνταγματική ΑναθεώρησηΕπιτροπή Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, που συστάθηκε το 2016 με απόφαση του πρωθυπουργού. Η απόφαση είχε ανακοινωθεί τότε εν χορδαίς και οργάνοις.

 

Η Επιτροπή αυτή δεν έχει σχέση με τις αναθεωρητικές διαδικασίες, που είναι αρμοδιότητα της Βουλής. Σκοπός της είναι η αποτύπωση της λαϊκής βούλησης μέσα από δημόσια διαβούλευση, ώστε να καταγραφεί ο προβληματισμός κοινωνικών φορέων και πολιτών. (Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι, ενώ συμμετέχουν όλοι οι εργοδοτικοί φορείς, έχουν αρνηθεί να συμμετάσχουν οι φορείς των εργαζομένων. Επίσης ο κ. Σπουρδαλάκης έχει εκφράσει τον προβληματισμό του για τη μικρή συμμετοχή των νέων).

Όσον αφορά στο διαρκώς επίκαιρο ζήτημα της ευθύνης υπουργών, ο κ. Σπουρδαλάκης αναφέρει πως υπάρχει υπάρχει γενική συναίνεση και όλοι ζητούν την κατάργηση του σχετικού νόμου, απαιτώντας να ισχύει για τους υπουργούς ό,τι και για τους άλλους πολίτες.

Παρόλα αυτά εδώ και τρία χρόνια δεν έχει ληφθεί κάποια πρωτοβουλία για το θέμα. Η όποια αναθεώρηση γίνει φυσικά θα είναι από την επόμενη Βουλή, αλλά την απόφαση θα πρέπει να την πάρει η τωρινή, και είναι μία διαδικασία η οποία θα χρειαστεί τουλάχιστον δύο μήνες.

Είναι αξιοπρόσεκτο πάντως, ότι ενώ ο Αλέξης Τσίπρας μέχρι και το 2015 μιλούσε για την κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών με κάθε ευκαιρία, μετά το 2016 οι αναφορές αραίωσαν και τελευταία μοιάζει να το έχει ξεχάσει. Στο θέμα αυτό ωστόσο, δεν μπορεί να επικαλεστεί καμία πίεση των δανειστών ή της ΕΕ, καθώς κανείς τους δεν αντιτίθεται σε αυτό. Αν εξετάζει σοβαρά την προσφυγή στις κάλπες το φθινόπωρο, όπως αναφέρουν κάποιες πληροφορίες, τα περιθώρια στενεύουν και αν υπάρχει πραγματικά βούληση για να μπει τέλος στο ακαταδίωκτο των υπουργών, θα πρέπει να κινήσει τη διαδικασία άμεσα.

 

https://insidestory.gr/article/nomos-peri-mi-eythynis-ypoyrgon?token=F174NO697P&utm_source=facebook&utm_medium=post&utm_campaign=op&utm_content=%2Farticle%2Fnomos-peri-mi-eythynis-ypoyrgon