Η υστερία με τα fake news: Πόσο παλιό είναι το πρόβλημα και κυρίως, ποιο είναι το πρόβλημα;

Επικρατεί μεγάλη σύγχυση γύρω από τον όρο, κυρίως επειδή χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό καταχρηστικά, ειδικά από τους πολιτικούς

 

fake news

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 19.4.2018 | Πηγή: www.lifo.gr

 

Τα fake news είναι ένας όρος που εσχάτως χρησιμοποιείται πάρα πολύ, ειδικά τα τελευταία δύο χρόνια και ο οποίος δημιουργήθηκε για να περιγράψει κάτι πάρα πολύ παλιό: την προπαγάνδα, τα ψέματα, την παραπληροφόρηση, την διαστρέβλωση και τις κατασκευασμένες ειδήσεις, που υπήρχαν πάντα. Αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, είναι οι τρόποι διάδοσης τους. Υπάρχει ωστόσο, και μια μεγάλη σύγχυση γύρω από τον όρο αυτό, κυρίως επειδή χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό καταχρηστικά, ειδικά από τους πολιτικούς.

 
Συχνά, πολιτικά πρόσωπα που ψεύδονται και παραπληροφορούν συστηματικά την κοινή γνώμη, καταγγέλλουν ως “fake news” αλήθειες ή αποκαλύψεις που δεν τους βολεύουν.  Ένα σχετικά πρόσφατο παράδειγμα είναι εκείνο του πρωθυπουργού της Μάλτας, Τζοζεφ Μουσκάτ, που έχει κατηγορηθεί για πλήθος σκανδάλων διαφθοράς και ο οποίος κατήγγειλε ως fake news τα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ της δημοσιογράφου, Δάφνης Καρουάνα Γκαλιζία, που δολοφονήθηκε πριν από ένα χρόνο.

Αλλά και στα καθ’ ημάς, πολιτικοί που έχουν πιαστεί να λένε ψέματα και να παραπληροφορούν πάρα πολλές φορές, δεν διστάζουν να χαρακτηρίζουν ως fake news ό,τι τους ενοχλεί.

 

Πριν από λίγο καιρό, εξαγγέλθηκε ως κυβερνητική πρωτοβουλία  από το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, νομοσχέδιο  που θα έχει ως στόχο τον εντοπισμό των ψευδών ειδήσεων. Πόσο ειλικρινής, όμως, μπορεί να είναι μία τέτοια πρωτοβουλία, από μία κυβέρνηση που διαθέτει και η ίδια έναν μακρύ κατάλογο ψευδών, ανακριβειών και διαστρεβλωμένων πληροφοριών, δικής της παραγωγής;

Οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα βέβαια, το συνηθίζουν αυτό. Δεν είναι η πρώτη που ψεύδεται (παρότι πολλοί είναι εκείνοι που της προσάπτουν το ρεκόρ). Είναι πρώτη όμως, που ενώ παράγει προπαγανδιστικά ψεύδη αφειδώς, εξαγγέλλει μηχανισμό εντοπισμού τους.  Λογίζεται άραγε για την κυβέρνηση ως “fake news” η περσινή δήλωση του πρωθυπουργού ότι “δεν υπάρχει περίπτωση να νομοθετήσει ούτε ένα ευρώ επιπλέον μέτρα” όταν λίγες μέρες μετά,  προκειμένου να κλείσει την αξιολόγηση, συμφώνησε με τους δανειστές για νέα μέτρα δισεκατομμυρίων ευρώ;  Είναι ή όχι “fake news” η έξοδος από τα μνημόνια, όταν δεν καταργείται ούτε ένας μνημονιακός νόμος, αλλά αντιθέτως, τα υπάρχοντα μνημόνια  συμπληρώνονται με νέους νόμους, μέτρα και δεσμεύσεις; Γιατί, παρά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης περί του αντιθέτου , η έξοδος από τα μνημόνια είναι η μεγαλύτερη από τις ψευδείς και κατασκευασμένες ειδήσεις, αφού η χώρα ολοκληρώνει το μνημονιακό πρόγραμμα και δεν βγαίνει από αυτό. Αν τελειώσει κάτι τον Αύγουστο, αυτό θα είναι ο φθηνός δανεισμός που συνοδεύτηκε από το μνημονιακό πρόγραμμα.
TrumpFakeNews

Το ίδιο πάνω-κάτω συμβαίνει και εκτός συνόρων, από όπου άλλωστε ξεκίνησε και η (κατά)χρήση του όρου “fake news”.  O πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, χαρακτήριζε εξαρχής ως fake news όλες τις άβολες αλήθειες των ΜΜΕ που του ασκούσαν κριτική, όπως π.χ των NYtimes και του CNN, αλλά ποτέ όσα λένε για αυτόν τα φιλικά ΜΜΕ όπως το τηλεοπτικό κανάλι FOX κ.α.  Και φυσικά, δεν μιλά ποτέ για τα δικά του ψεύδη. Για τον Ντόναλντ Τραμπ, όπως και για τους δικούς μας κυβερνητικούς, “ψευδείς ειδήσεις” είναι μόνο όσες δεν του αρέσουν.

 

Ακριβώς λοιπόν, επειδή οι πολιτικές εξουσίες χρησιμοποιούν τον όρο καταχρηστικά και επειδή είναι οι πρώτες στην κατασκευή ψευδών ειδήσεων, καθίσταται σαφές ότι όσες από αυτές εξαγγέλλουν μηχανισμούς ελέγχων των “ψευδών ειδήσεων”,  έχουν σκοπό τον έλεγχο της ενημέρωσης.

 

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι δεν υφίσταται ζήτημα γενικά με τις ψεύτικες ειδήσεις και το μίσος που συχνά αυτές τροφοδοτούν.  Το πρόβλημα είναι υπαρκτό, όπως ήταν πάντα.

 

Αυτό που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια είναι οι μέθοδοι διάδοσης με το πέρασμα της επικοινωνίας και της ενημέρωσης στην εποχή του διαδικτύου. Κατά τ’ άλλα, οι ψευδείς και οι κατασκευασμένες ειδήσεις είναι τόσο παλιές,  όσο και οι ειδήσεις.  

 

Μέχρι την εποχή του διαδικτύου, η ενημέρωση μέσω του τύπου, της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, ελεγχόταν κυρίως από το κράτος, το κεφάλαιο και τις ελίτ. Και περιορίζονταν εντός εθνικών συνόρων. Τα ανεξάρτητα ΜΜΕ ήταν πάντα λιγότερα και η επιρροή τους είχε όρια.

Το διαδίκτυο έδωσε τη δυνατότητα να δημιουργηθούν μέσα χωρίς το μεγάλο κόστος που απαιτούσε η προηγούμενη εποχή. Επίσης  διευκόλυνε την ταχύτητα διάδοσης και την εξεύρεση κοινού. Τα social media επέτρεψαν στον καθένα να αποκτήσει δημόσιο λόγο (όλα αυτά με συγκεκριμένο κόστος και συνέπειες, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα) και συνέβαλαν επίσης στη διακίνηση ειδήσεων, αληθινών και ψευδών.  

Για να περιοριστούμε στα θετικά εδώ όμως, το διαδίκτυο έδωσε τη δυνατότητα να δημοσιεύονται ειδήσεις που στα μεγάλα, καθιερωμένα ΜΜΕ, αυτά που αποκαλούνται “συστημικά”, συχνά είναι απαγορευμένες.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων “απαγορευμένων” ειδήσεων στη χώρα μας, ήταν (και είναι)  τα τεράστια σκάνδαλα των τραπεζών, τα οποία αποσιωπήθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους, καθώς οι τράπεζες χρηματοδοτούσαν, μέσω διαφήμισης,  σχεδόν το σύνολο των ΜΜΕ.

Ένα άλλο παράδειγμα άξιο αναφοράς, είναι τα ρεπορτάζ της δολοφονημένης Μαλτέζας δημοσιογράφου, Δάφνης Καρουάνα Γκαλίζία, τα οποία αναφέρονταν στην κυβερνητική διαφθορά και τις ύποπτες συναλλαγές πολιτικών με τράπεζες που δημοσιεύονταν (για ευνόητους λόγους) κυρίως στο προσωπικό ιστολόγιο της  https://daphnecaruanagalizia.com/  το οποίο  ήταν εξαιρετικά δημοφιλές.

Οι νέες δυνατότητες που έδωσε το διαδίκτυο, αρχικά φάνηκε ότι ήταν προς όφελος των πιο ανίσχυρων και ανεξάρτητων δημοσιογραφικών φωνών, που μπορούσαν πλέον να ακουστούν. Οι πάσης φύσεως εξουσίες όμως που θίγονταν,  δεν θα έμεναν με σταυρωμένα τα χέρια, ούτε θα άφηναν ένα τέτοιο “όπλο” στα χέρια όσων τις αμφισβητούν, χωρίς να το αξιοποιήσουν οι ίδιες υπέρ των δικών τους συμφερόντων.

 

Οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ που έλεγχαν τα παραδοσιακά μέσα, μετά την αρχική αμηχανία και τον αιφνιδιασμό (καθώς οι αλματώδεις εξελίξεις τις βρήκαν σχετικά απροετοίμαστες), φρόντισαν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που παρείχαν τα νέα μέσα και τη δύναμη του διαδικτύου προς όφελος τους. Οι βασικότεροι παραγωγοί ψευδών ειδήσεων και δημιουργοί μηχανισμών παραπληροφόρησης ήταν πάντα οι διαπλεκόμενες πολιτικές εξουσίες. Έτσι και τώρα,  αξιοποίησαν τα νέα μέσα για τον ίδιο σκοπό.

Ιστοσελίδες και  μπλογκς, που αναπαράγουν πολιτική προπαγάνδα, διαστρεβλώνουν την αλήθεια (όταν αυτή είναι ενοχλητική για την εξουσία που υπηρετούν) και συκοφαντούν τον αντίπαλο, άρχισαν να δημιουργούνται με πολιτική καθοδήγηση και πόρους που προέρχονταν είτε από κρατική διαφήμιση, είτε από επιχειρηματικά συμφέροντα για λογαριασμό πολιτικών, είτε και από μαύρα κομματικά ταμεία.

Το ίδιο συνέβη και με τους κομματικούς στρατούς των έμμισθων χειριστών ακάουντ και τα κομματικά τρολ, που λειτουργούν ως βασικοί διακινητές της πολιτικής προπαγάνδας. Όλα τα κόμματα και οι μηχανισμοί εξουσίας διαθέτουν πλέον τέτοιους στρατούς,  οι οποίοι τροφοδοτούνται καθημερινά από τα πολιτικά επιτελεία με τη “γραμμή” της ημέρας και το απαραίτητο προπαγανδιστικό υλικό για την υποστήριξή της.

 

Ο μεγάλος ντόρος γύρω από τα “fake news” έγινε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των τελευταίων εκλογών των ΗΠΑ και συνεχίστηκε και μετά, μέχρι σήμερα. Ο Ντόναλντ Τραμπ κατήγγειλε ως “fake news” όσα δημοσιεύματα  περιείχαν αποκαλύψεις εναντίον του και το ίδιο έκανε και το επιτελείο της Χίλαρι Κλίντον με τα αντίστοιχα δημοσιεύματα που αφορούσαν εκείνη. Την ίδια περίοδο φούντωσαν και οι θεωρίες συνωμοσίας -με λιγότερη ή περισσότερη αλήθεια, ή άλλες φορές και καθόλου- σύμφωνα με τις οποίες, πίσω από τη νίκη του Τραμπ κρύβονταν η Ρωσία και οι πανίσχυροι μηχανισμοί προπαγάνδας του Πούτιν.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, άσχετα από το μέγεθος της αλήθειας τους, ανέδειξαν ένα νέο υπαρκτό ζήτημα: την ευκολία που έχουν πλέον ξένες δυνάμεις, ακόμα και όχι τόσο ισχυρές, να αποκτούν μηχανισμούς επιρροής της κοινής γνώμης σε μια άλλη χώρα, μέσω του διαδικτύου. Η επιρροή της διεθνούς κοινής γνώμης, μέχρι πριν από μερικά χρόνια,  ήταν κάτι που ελάχιστες χώρες μπορούσαν να κάνουν.

Ποιος (από όσους ήταν ενήλικες) δεν θυμάται το 1991 τη φωτογραφία που παρουσίασε το CNN το με τον βουτηγμένο στο πετρέλαιο κορμοράνο  (υποτίθεται στα μολυσμένα νερά του Περσικού Κόλπου) για το οποίο παρουσιάστηκε ως υπαίτιος ο Σαντάμ Χουσεϊν, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα αρνητικό κλίμα και να διευκολυνθεί η επέμβαση στο Ιράκ;  

Αργότερα, και αφού ο στόχος της προπαγάνδας είχε επιτευχθεί,  αποκαλύφθηκε ότι ο κορμοράνος ανήκε σε ζωολογικό κήπο και είχε  περιλουστεί με πετρέλαιο για να στηθεί η συγκεκριμένη φωτογραφία. Την ίδια περίοδο, άλλη μια χαρακτηριστική περίπτωση κατασκευασμένης είδησης ήταν όταν στην Επιτροπή του Κογκρέσου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, παρουσιάστηκε ένα κορίτσι που ισχυρίστηκε κλαίγοντας ότι ιρακινοί στρατιώτες είχαν εισβάλλει  σε ένα μαιευτήριο στο Κουβέιτ και πετούσαν τα νεογέννητα μωρά από τις θερμοκοιτίδες. Δυο χρόνια μετά, αποκαλύφθηκε ότι το κορίτσι αυτό ήταν κόρη του πρεσβευτή του Κουβέιτ στην Ουάσιγκτον και η κατάθεσή της ήταν κι αυτή στημένη, όπως η φωτογραφία με τον κορμοράνο. Οι δύο αυτές κατασκευασμένες ειδήσεις είχαν κάνει το γύρο του (δυτικού τουλάχιστον) κόσμου, μέσω των παραδοσιακών ΜΜΕ, επηρεάζοντας την κοινή γνώμη, προκειμένου να εξουδετερωθούν  οι αντιδράσεις για την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ.

Τώρα η Δύση ανησυχεί ότι το διαδίκτυο προσφέρει τη δυνατότητα διακίνησης προπαγάνδας,  πέρα από το πεδίο επιρροής τους, σε χώρες όπως η Ρωσία, που πριν δεν είχαν. Για αυτό και τα αγγλόφωνα ρωσικά ΜΜΕ κατηγορούνται συχνά ως κατασκευαστές fake news.

Σε γενικές γραμμές,  τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όταν οι εξουσίες μιλούν για αντιμετώπιση των fake news, εννοούν κυρίως είτε την επιρροή της Ρωσίας, είτε των ευρωσκεπτικιστών, αλλά και την αποκαλυπτική ειδησεογραφία εναντίον τους.

 

Για τις πολιτικές εξουσίες “fake news” είναι κάθε είδηση -κατασκευασμένη ή πραγματική- που τις ενοχλεί, ενώ οι ίδιες χρησιμοποιούν μεθόδους προπαγάνδας με καθημερινή παραγωγή ψευδών ειδήσεων, εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων, των εχθρών τους, αλλά και των πολιτών, προκειμένου να διαιωνίζουν την εξουσία τους.

Δεν ευαισθητοποιήθηκαν λοιπόν ξαφνικά οι πολιτικές ελίτ για την αντιμετώπιση των ψευδών ειδήσεων. Αυτό που θέλουν είναι να ελέγξουν την ενημέρωση.  Το κατεστημένο των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ ταράχθηκε ευλόγως το τελευταίο διάστημα, με το έδαφος που είδε να χάνει το σύστημα της Χίλαρι που νόμιζε ότι είναι ανίκητο και έριξε το ανάθεμα στις δυνάμεις του “λαϊκισμού” και στη “Ρωσία”.  Το ίδιο περίπου συνέβη και στην Ε.Ε όταν άρχισαν να διαπιστώνουν ότι η κεντρική πολιτική τους καθίσταται όλο και λιγότερο δημοφιλής, με αποτέλεσμα την άνοδο των ευρωσκεπτικιστών. Κι εκεί το ανάθεμα έπεσε πάλι στην προπαγάνδα των “λαϊκιστών” και της Ρωσίας.  

 

Ο πρόεδρος Juncker, μάλιστα,  πριν από καιρό ζήτησε από την Επίτροπο Ψηφιακής Οικονομίας, Μαρίγια Γκάμπριελ,  “να ερευνήσει τις προκλήσεις που δημιουργούν οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες για τις δημοκρατίες, σχετικά  με τη διασπορά ψευδών ειδήσεων” και να αναλάβει πρωτοβουλίες “για να προστατευθούν οι πολίτες” της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό συστήθηκε και μία ομάδα 39 εμπειρογνώμων για να συμβουλεύει σχετικώς την Επιτροπή. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι τρία χρόνια πριν,  από το 2015, είχε ήδη συσταθεί η East Stratcom Task Force,  https://eeas.europa.eu/headquarters/headquarters-Homepage/2116/questions-and-answers-about-east-stratcom-task-force_en

από την εκπρόσωπο της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, Φεντερίκα Μογκερίνι, για “την αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης στις Ανατολικές γειτονικές χώρες”. Ο λόγος που δημιουργήθηκε αυτή η Task Force είναι η ανησυχία τους ότι Ρωσία, εθνικιστές και  λαϊκιστές επηρεάζουν την κοινή γνώμη των χωρών αυτών- σημαντικό τμήμα της οποίας δεν φαίνεται ιδιαίτερα ικανοποιημένο από τις ευρωπαϊκές πολιτικές.

 

Πάνω στην ευρωπαϊκή ανησυχία, η οποία κι αυτή δεν είναι τόσο αθώα, ωστόσο κινείται εντός συγκεκριμένων θεσμικών ορίων,  σκοπεύει να πατήσει και η ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να νομιμοποιήσει τις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσει για τις “ψευδείς ειδήσεις”. Πέρα από γενικότητες και αοριστίες όμως, τα κυβερνητικά στελέχη δεν έχουν πει τίποτα συγκεκριμένο για το πως σκοπεύουν να υλοποιήσουν τα σχέδια που έχουν εξαγγείλει. Κάποιες σκόρπιες κουβέντες για αλγόριθμους και τεχνητή νοημοσύνη, δεν οδηγούν σε σαφή συμπεράσματα για το τι θα κάνουν, αλλά είναι επίσης γνωστό ότι οι αλγόριθμοι στην πραγματικότητα δεν έχουν τη δυνατότητα να εντοπίζουν τις ψευδείς ειδήσεις. Αν μπορούσαν να το κάνουν, θα ήμασταν όλοι ευτυχέστεροι και θα τους αναθέταμε να ελέγχουν και τις προεκλογικές ομιλίες των πολιτικών στις προεκλογικές -και όχι μόνο- περιόδους.  

http://www.lifo.gr/articles/media_articles/189193/i-ysteria-me-ta-fake-news-poso-palio-einai-to-provlima-kai-kyrios-poio-einai-to-provlima#comment

 

Advertisements

Στη σκιά μιας οικονομίας που λιμνάζει

ΠΟΛΙΤΙΚΟ 7ΗΜΕΡΟ

φωτο

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 18.4.2018 | 11:25 Πηγή: www.lifo.gr

***Λιμνάζει η ελληνική οικονομία και θα λιμνάζει για καιρό, απ’ ό,τι φαίνεται. Αυτό λέει στην ουσία το ΔΝΤ με την αναθεώρηση προς τα κάτω στην οποία προέβη για τους ρυθμούς ανάπτυξης της χώρας, αφού χαμηλώνει την ανάπτυξη στο 2% για το 2018 από το 2,6% που ήταν η προηγούμενη πρόβλεψη.   Εξίσου απαισιόδοξες είναι οι προβλέψεις του και για το 2019, που προβλέπει ανάπτυξη στο 1,8%, και στο 1,9% για το 2023. Σύμφωνα με τους περισσότερους οικονομολόγους, με μια τόσο αναιμική ανάπτυξη, η ελληνική οικονομία δεν πρόκειται να ξεκολλήσει και κανένα αισιόδοξο σενάριο για το μέλλον της χώρας δεν είναι δυνατό. Τα νούμερα αυτά, αν δεν ανατραπούν, στην ουσία περιγράφουν μια οικονομία που δεν πάει πουθενά.

 

***Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση, που δεν δείχνει να προβληματίζεται ιδιαιτέρως, είναι από φιέστα σε φιέστα. Είναι χαρακτηριστικός ο πανηγυρικός τόνος που έδωσαν στο περιφερειακό αναπτυξιακό συνέδριο στη Ρόδο, όπου μεταφέρθηκαν δεκάδες υπουργοί και γενικοί γραμματείς, συνοδεία εκατοντάδων κομματικών στελεχών, μετακλητών και συμβούλων, θυμίζοντας εποχές Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, προ μνημονίων.

 

***Την ίδια ώρα που η κομματική νομενκλατούρα του ΣΥΡΙΖΑ κατέλυε στο Rodos Palace Hotel, τα ΜΑΤ που θα καταργούσαν χτυπούσαν ανηλεώς τους διαδηλωτές που κατέβηκαν στους δρόμους για να δηλώσουν την αντίθεσή τους στον πόλεμο της Συρίας.

***Τα στελέχη της κυβέρνησης δεν έκρυβαν την ικανοποίησή τους και για έναν ακόμη λόγο αυτή την εβδομάδα, κι αυτός ήταν οι φιλοφρονήσεις του Αμερικανού πρέσβη Τζέφρι Πάιατ, ο οποίος δήλωσε ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις είναι στο καλύτερο σημείο από ποτέ.

***Την εβδομάδα αυτή υπήρξαν πολλές καταγγελίες δημοσιογράφων για κυβερνητικές παρεμβάσεις και λογοκρισία. Πρώτα ήταν οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ, οι οποίοι, σε ανακοίνωση που εξέδωσαν μετά από συνέλευση που πραγματοποίησαν, ανέφεραν, μεταξύ άλλων, ότι ανησυχούν «για τα φαινόμενα παρακμής, απαξίωσης, πολιτικών παρεμβάσεων και συνδιοίκησης», τα οποία τους γυρίζουν πολλά χρόνια πίσω και «είναι ξένα με έναν σύγχρονο ραδιοτηλεοπτικό φορέα».

***Το δεύτερο κρούσμα αφορούσε –σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν αρχικά στο mediatvnews και φαίνεται ότι επιβεβαιώνονται– δημοσιογράφο του ραδιοφώνου της ΕΡΤ που υπέβαλε παραίτηση από το ρεπορτάζ της, καταγγέλλντας ότι η διοίκηση το ανέθεσε σε άλλον δημοσιογράφο, επειδή αυτό ήταν απαίτηση κορυφαίου υπουργού της κυβέρνησης.   Υπήρξε και τρίτο κρούσμα όμως, το οποίο προκάλεσε την αντίδραση της ΕΣΗΕΑ, και αυτό ήταν ο αποκλεισμός δημοσιογράφου του Σκάι από την ενημέρωση του υπουργείου Υποδομών με εντολή του υπουργού Χρ. Σπίρτζη.   Σύμφωνα με την καταγγελία του δημοσιογράφου, η εντολή για αποκλεισμό του δόθηκε εξαιτίας της δυσαρέσκειας του υπουργού για άρθρα του που αφορούν τη δραστηριότητά του σχετικά με τα διόδια στην Περιφέρεια Αττικής, όπου σκοπεύει να πολιτευτεί στις επόμενες εκλογές.

 

***Τέλος, ο πρώην Πρόεδρος της Γαλλίας, Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος θεωρείται από τους πλέον αποτυχημένους Προέδρους της χώρας του και έληξε τη θητεία του αγγίζοντας το ναδίρ της δημοτικότητάς του, εξέδωσε βιβλίο στο οποίο αναφέρει και την Ελλάδα.   Με την αναφορά αυτή επιχειρεί για άλλη μια φορά να παρουσιάσει τον εαυτό του ως «σωτήρα» της Ευρωζώνης, μέσω της «σωτηρίας» της Ελλάδας που προσπαθεί να πει ότι εκείνος πέτυχε, βάζοντας τον Αλέξη Τσίπρα στον ίσιο δρόμο της δημοσιονομικής αρετής των μνημονίων.

 

Φαινόμενα παρακμής, απαξίωσης και πολιτικών παρεμβάσεων καταγγέλλουν οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ

 

ΕΡΤ

Η ΑΠΟΦΑΣΗ  ΤΗΣ  ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ

Οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ εκδηλώνουμε την έντονη ανησυχία μας για την  κατάσταση που διαμορφώνεται στην εταιρεία, η οποία εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ίδια και τους εργαζόμενούς της ενώ απογοητεύει την κοινωνία, την οποία η ΕΡΤ οφείλει να υπηρετεί με ποιοτική ενημέρωση και ψυχαγωγία. 

Ανησυχούμε για τα φαινόμενα παρακμής, απαξίωσης, πολιτικών παρεμβάσεων και συνδιοίκησης, τα οποία μας γυρίζουν πολλά χρόνια πίσω και είναι ξένα με ένα σύγχρονο ραδιοτηλεοπτικό φορέα.

1. Γιατί η αξιοπιστία της ΕΡΤ1 τραυματίζεται καθημερινά από χοντροκομμένες και απαρχαιωμένες λογικές, από τις πολιτικές παρεμβάσεις αλλά και τις πολιτικές επιθέσειςΗ σημερινή κυβέρνηση υπέκυψε στον πειρασμό του ελέγχου της ενημέρωσης της ΕΡΤ ενώ η αξιωματική αντιπολίτευση την έχει επιλέξει σαν “σάκο του μποξ” και προβολής του “οράματος” της συρρίκνωσής της.

2. Γιατί η ΕΡΤ2, η ΕΡΤ3 και το δίκτυο της στην περιφέρεια εγκαταλείπονται σε αργό και σταθερό θάνατο. Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς ταυτότητα και χωρίς στίγμα, με αποτέλεσμα και κάποιες, πραγματικά εξαιρετικές παραγωγές που έχουν απομείνει να «χάνονται» μέσα στο «ξεκούρδιστο» σύνολο. Ειδικά, δε, το περιφερειακό δίκτυο έχει παραδοθεί σε μια ανέμπνευστη και μίζερη γραφειοκρατική διακυβέρνηση.

3. Γιατί η διοίκηση της ΕΡΤ αντί να ασχολείται με τα προηγούμενα και όλα τα σημαντικά διοικεί αλά παλαιά, μέσω αμφιλεγόμενων επιτροπών, μεθοδεύει αποφάσεις ή ακόμα εκβιάζει πλειοψηφίες στο Δ.Σ. της εταιρείας προκειμένου να εγκριθούν «φιλικές» παραγωγές..

Επιστέγασμα όλων των προαναφερθέντων αποτελεί το οργανόγραμμα που κυοφορείται τους τελευταίους 6 μήνες χωρίς διαφάνεια ή διαβούλευση. Χωρίς οργανικές θέσεις! Ένα οργανόγραμμα που κινείται στον αντίποδα της οριζόντιας οργανωτικής δομής που διέπει όλα τα μεγάλα δίκτυα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας διεθνώς. Κομμένο και ραμμένο στις επιδιώξεις κάποιων για τον απόλυτο έλεγχο της ενημέρωσης και κάποιων παλαιάς κοπής συνδικαλιστών για έλεγχο των θέσεων ευθύνης.

Όλα τα παραπάνω καθιστούν επιτακτικό το αίτημα τόσο η κυβέρνηση όσο και τα κόμματα να αποδείξουν στους πολίτες ότι όταν ευαγγελίζονται, χρόνια τώρα, την ανεξαρτησία της ΕΡΤ  το εννοούν. Είναι καιρός να δρομολογηθούν εκείνες οι νομοθετικές, θεσμικές και διοικητικές πρωτοβουλίες που θα εκσυγχρονίσουν πραγματικά το δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα και θα τον απαλλάξουν από τις πολιτικές εξαρτήσεις (όλων των αποχρώσεων) που τον καθηλώνουν και τον συνθλίβουν.

                                                                                                       Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΤΗΣ ΕΡΤ

Νόμος περί (μη) ευθύνης υπουργών

Την τελευταία δεκαετία όλοι υποστηρίζουν την ανάγκη να μπει τέλος στο ακαταδίωκτο των υπουργών. Όμως καμία κυβέρνηση δεν έχει κάνει κάτι γι΄ αυτό.

Δημοσιεύθηκε στο inside story

 

Αγανακτισμένοι

Tο αίτημα για τιμωρία των πολιτικών που παρέβησαν το καθήκον τους ήταν από την αρχή της κρίσης σχεδόν καθολικό. Η ατιμωρησία και η έλλειψη λογοδοσίαςΔιαβάστε ένα σχετικό άρθρο του Χρήστου Ιωάννου στο inside storyαποτελούν βασικούς λόγους για την τεράστια απαξίωση των πολιτικών στη χώρα μας, η οποία οδηγεί σε γενικότερη απαξίωση της ίδιας της πολιτικής. Η κύρια αιτία της ατιμωρησίας βρίσκεται στην ελληνική νομοθεσία, η οποία καθιερώνει διαφορετικούς όρους για την ποινική ευθύνη των υπουργών, σε σχέση με την ποινική ευθύνη των υπόλοιπων Ελλήνων.

Είναι γνωστό ότι τυχόν ποινικά αδικήματα για τα μέλη των κυβερνήσεων διερευνώνται όχι από την τακτική δικαιοσύνη, αλλά από τους συναδέλφους τους στη Βουλή. Όταν η τακτική δικαιοσύνη εντοπίσει τυχόν ποινικές ευθύνες υπουργών, τότε στέλνει τη δικογραφία στη Βουλή για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Όμως λόγω της σύντομης παραγραφής των αδικημάτων των υπουργών –άλλη μια άνιση αντιμετώπιση σε σχέση με τους απλούς πολίτες– οι υποθέσεις τους συχνά δεν διερευνώνται καν, απλά ανακοινώνεται ότι παραγράφηκαν, χωρίς να καταλογιστούν ευθύνες. Έτσι ούτε τιμωρία υπάρχει, ούτε ο λαός μαθαίνει ποτέ την αλήθεια.

Στην περίπτωση βέβαια που κρίνεται ότι υπάρχουν αδικήματα, η Βουλή ασκεί ποινική δίωξη.

Το Άρθρο 86 του Συντάγματος

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι ο πολιτικός που έχει συνδέσει το όνομά του με την αναθεώρηση του Συντάγματος και του περιβόητου άρθρου 86Το άρθρο 86 του Συντάγματος (του νόμου περί ευθύνης υπουργώνΟ νόμος 3126/2003), καθώς υπήρξε εισηγητής της πλειοψηφίας το 2001. Εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας ήταν ο σημερινός πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος και είναι γνωστό ότι οι αλλαγές προέκυψαν μέσα από την πολιτική συναίνεση των δύο κομμάτων, αλλά και του Συνασπισμού, που ψήφισε τότε τον νόμο, παρότι αργότερα τον κατήγγειλε.

H αναθεώρηση όμως του 2001, αντί τελικά να περιορίσει την ατιμωρησία, όπως υποτίθεται ότι σκόπευε, πέτυχε να ενισχύσει το ακαταδίωκτο των υπουργών, παρά την επιταγή του Συντάγματος που αναφέρει ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Ο νόμος αυτός συνολικά έρχεται σε αντίθεση με δύο από τις βασικότερες αρχές του συντάγματος: την αρχή της ισότητας και την αρχή της αναλογικότητας.

Ακαταδίωκτο λόγω παραγραφής

Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, μόνο η Βουλή –και όχι η δικαιοσύνη– έχει την αρμοδιότητα να ασκήσει δίωξη κατά υπουργών για αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Ο εν λόγω νόμος έχει κατηγορηθεί πολλές φορές ως βασικό εργαλείο διασφάλισης του ακαταδιώκτου των υπουργών, αλλά και τυχόν συνεργατών τους που συμμετέχουν στα αδικήματα. Ο βασικός όρος που το εξασφαλίζει αυτό εντοπίζεται στην πολύ σύντομη παραγραφή που επιφυλάσσει υπέρ των αδικημάτων υπουργών.

Το νομοθετικό σώμα, με το άρθρο 3 του νόμου περί ευθύνης υπουργών, θέσπισε μία διάταξη με την οποία τα αδικήματα που τυχόν τέλεσε κάποιος υπουργός και συνεργάτες του παραγράφονται «με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου, που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης». Αυτό στην πράξη σημαίνει, ότι αν ένας υπουργός τελέσει κάποιο αδίκημα, αυτό παραγράφεται ένα χρόνο μετά τις επόμενες εκλογές. Αν σε αυτές τις εκλογές σχηματίσει κυβέρνηση το ίδιο κόμμα, ελέγχει δηλαδή την απόλυτη πλειοψηφία, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ασκηθεί ποτέ καμία ποινική δίωξη.

Το αποτέλεσμα είναι, αδικήματα που έχουν βλάψει τη χώρα και έχουν τελεστεί από υπουργούς και συμμέτοχους συνεργάτες τους, να μένουν εντελώς ατιμώρητα.

Οι αντιδράσεις και η κριτική για τον νόμο αυτό ήταν αρκετά έντονες σχεδόν από την επόμενη μέρα, ακόμα και μέσα στα ίδια τα κόμματα που τον θεσμοθέτησαν. Ο τέως υπουργός Δικαιοσύνης της Ν.Δ, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, είχε υποστηρίξει ότι το –αναθεωρημένο το 2001– άρθρο 86 του Συντάγματος δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες μίας σύγχρονης δικαιοκρατικής κοινωνίας «διότι θεσμοθετήθηκε μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία για την ποινική δίωξη των υπουργών, η οποία πολύ δύσκολα μπορεί να καταλήξει στην παραπομπή τους στο ακροατήριο», όπως έγραφε σε σχετικό άρθρο τουH ποινική ευθύνη των υπουργών | Το Βήμα.

«Συγκεκριμένα, χρειάζεται να αποφασίσει το Κοινοβούλιο δύο φορές, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ώστε να ασκηθεί ποινική δίωξη. Την πρώτη φορά για να συσταθεί η Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και τη δεύτερη, όταν το πόρισμα της Επιτροπής αυτής εισαχθεί στην Ολομέλεια, η οποία τελικά αποφασίζει για την άσκηση ή μη διώξεως», συμπλήρωνε ο κ. Βαρβιτσιώτης.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος ωστόσο, παρά την κριτική που έχει δεχθεί από τους περισσότερους συνταγματολόγους, υπερασπίζεταιΣχετικό άρθρο του Ευάγγελου Βενιζέλου με τίτλο «Η αλήθεια για τον νόμο περί ευθύνης υπουργών» τη θέση ότι με την αναθεώρηση, ο νόμος έγινε αυστηρότερος.

Ιστορικό

Νομοθεσία για την ποινική ευθύνη των υπουργών και τη διακριτική μεταχείρισή τους υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές από το 1844. Σκοπός του νομοθέτη ήταν η αποφυγή δίωξης λόγω πολιτικής αντιπαλότητας. Όπως αναφέρει σε κείμενά του ο καθηγητής της Νομικής Σπ. Βλαχόπουλος, «Η δίωξη του πολιτικού αντιπάλου κορυφώνεται με τον εθνικό διχασμό. Μόλις οι βενιζελικοί ανακτούν την εξουσία το 1917, οι τέως πρωθυπουργοί Στέφανος Σκουλούδης, Σπυρίδων Λάμπρου και Δημήτριος Γούναρης κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για αντισυνταγματική ανάληψη εξουσίας, για εφαρμογή της πολιτικής του βασιλιά Κωνσταντίνου και για υποστήριξη φιλογερμανικής προπαγάνδας. Το αντίπαλο “στρατόπεδο” δεν ξεχνά, περιμένει την ευκαιρία να ανταποδώσει και έτσι την άνοιξη του 1933 υποβάλλεται πρόταση ποινικής δίωξης του Ελευθερίου Βενιζέλου για υποβοήθηση του αποτυχημένου κινήματος του Νικολάου Πλαστήρα τον Μάρτιο του ίδιου έτους».

Στα νεότερα χρόνια υπήρχαν περιπτώσεις όπου η Βουλή ξεκινούσε τη διαδικασία ποινικής δίωξης του πολιτικού αντιπάλου, αλλά στη συνέχεια την ανέστειλε, με την αιτιολογία της ανάγκης εθνικής ομοψυχίας. Όπως αναφέρει ο κ. Βλαχόπουλος, «τη δεκαετία του 1990 η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας αναστέλλει την ποινική δίωξη«Βρώμικο ’89» ή «Κάθαρση» | Σαν Σήμερα κατά του Α. Παπανδρέου για τις τηλεφωνικές υποκλοπές και το ίδιο συμβαίνει λίγο αργότερα, όταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αναστέλλει την ποινική δίωξη κατά του Κ. Μητσοτάκη, πάλι για σκάνδαλο τηλεφωνικών υποκλοπών».

H απαίτηση για λογοδοσία

Το λαϊκό αίσθημα περί λογοδοσίας συμμερίζονται πολλοί νομικοί, που συμφωνούν ότι η αρμοδιότητα της άσκησης της ποινικής δίωξης πρέπει να ανατεθεί στην τακτική δικαιοσύνη, ώστε να αποκατασταθεί η αρχή της ισότητας και να εμπεδωθεί το αίσθημα ισονομίας στους πολίτες. Παρομοίως προτείνεται να καταργηθεί το ακαταδίωκτο των βουλευτών και να διώκονται κανονικά, εκτός εάν αποφασίσει κατ’ εξαίρεση για κάποιον λόγο διαφορετικά η Βουλή.

Ο συνταγματολόγος και ευρωβουλευτής Κώστας Χρυσόγονος, μιλώντας στο inside story, υπενθυμίζει ότι έχει προτείνει από καιρό την κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος στο σύνολό του, καθώς «οι διατάξεις του άρθρου αυτού αναθέτουν αποκλειστικά στη Βουλή την πρωτοβουλία για τον καταλογισμό ποινικής ευθύνης στα μέλη της κυβέρνησης για αδικήματα που τέλεσαν, κατά παρέκκλιση από τις ποινικές διατάξεις που ισχύουν για όλους τους υπόλοιπους Έλληνες».

Χρυσόγονος2

Προτείνει και αυτός την περιστολή του ακαταδίωκτου του βουλευτή, καθώς η εφαρμογή του «έχει οδηγήσει σε πλήρη ποινική ασυδοσία», αφού η Βουλή δεν παρέχει σχεδόν ποτέ άδεια δίωξης, «ακόμη και για αξιόποινες πράξεις εντελώς άσχετες με την πολιτική δραστηριότητα των βουλευτών». Αυτό μάλιστα, όπως υπενθυμίζει, είχε ως συνέπεια την καταδίκη της Ελλάδας«Ευρωχαστούκι» για τη βουλευτική ασυλία | Το Βήμα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο των αντιδίκων των βουλευτών.

Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες πάντως, που υπάρχει επίσης το ακαταδίωκτο του βουλευτή, δίνεται η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να ασκηθεί δίωξη όταν πρόκειται για αξιόποινη πράξη που δεν σχετίζεται με την πολιτική δραστηριότητά των βουλευτών.

Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος, μιλώντας στο inside story, χαρακτηρίζει το άρθρο 86 «πηγή όλων των δεινών» και τονίζει την επιτακτική ανάγκη αναθεώρησής του. Ο κ. Αλιβιζάτος υποστηρίζει ότι πρέπει να αφαιρεθεί από τη Βουλή η αρμοδιότητα για τη δίωξη των υπουργών και να ανατεθεί σε συλλογικό όργανο αποτελούμενο από ανώτατους δικαστές , όπως γίνεται στη Γαλλία, ή από μέλη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Ταυτόχρονα προτείνει να καταργηθεί η σύντομη παραγραφή που προβλέπεται για τα αδικήματα των υπουργών. Επίσης προτείνει η χορήγηση της βουλευτικής ασυλίας να δίνεται μόνο με απόφαση της Βουλής, ύστερα από αίτημα του εγκαλούμενου βουλευτή, σύμφωνα με το μοντέλο του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Αλιβιζάτος

Ο κ. Αλιβιζάτος μάλιστα, μαζί με τον επίσης καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Αντώνη Μανιτάκη, έχουν προτείνει με κοινό άρθροΠέντε προτάσεις για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής | Η Καθημερινή τη δέσμευση όλων των κομμάτων –έως ότου αναθεωρηθεί το Σύνταγμα– να παραπέμπονται οι υπουργοί κατά των οποίων διατυπώνονται σοβαρές κατηγορίες χωρίς έρευνα στο δικαστικό συμβούλιο, στο οποίο θα εναπόκειται η παραπομπή τους ή όχι στο υπουργοδικείο (ειδικό δικαστήριο*)

Υπουργοδικείο είναι το Ειδικό Δικαστήριο που είναι αρμόδιο για τις υποθέσεις ποινικής ευθύνης των υπουργών. Έχει ως αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάζει ποινικά αδικήματα που τελέστηκαν από μέλη της κυβέρνησης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 το Ειδικό Δικαστήριο συγκροτείται από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου, που κληρώνονται από τον Πρόεδρο της Βουλής. Πρόεδρος ορίζεται ο ανώτερος σε βαθμό –και μεταξύ ισοβάθμων ο αρχαιότερος– από τα μέλη του Αρείου Πάγου. Πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση η Βουλή όριζε και τρεις βουλευτές ως κατηγόρους. Μετά την αναθεώρηση, τα καθήκοντα του εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Η αλλαγή αυτή έγινε για να απεμπλακεί η Βουλή και να υπάρχει αμεροληψία από την κατηγορούσα αρχή.

Αρμόδια για την άσκηση ποινικής δίωξης στους υπουργούς είναι αποκλειστικά η Βουλή, με απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (με τουλάχιστον 151 ψήφους). Η Βουλή μπορεί να ανακαλέσει την απόφασή της σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

Μετά την άσκηση της δίωξης αναλαμβάνει το Δικαστικό Συμβούλιο, που συγκροτείται από δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου. Αυτό εποπτεύει την ποινική προδικασία της υπόθεσης. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα μέλη του ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με την έκδοση βουλεύματος και στη συνέχεια η υπόθεση πηγαίνει στο ακροατήριο για να εκδικαστεί.

Για την παραπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας απαιτείται πλειοψηφία 2/3 του όλου αριθμού των Βουλευτών.

Μετά την μεταπολίτευση, στο Ειδικό Δικαστήριο έχουν παραπεμφθεί μόλις δύο υποθέσεις: το σκάνδαλο με το γιουγκοσλαβικό καλαμπόκιΤο σκάνδαλο του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού | Σαν Σήμερα το 1990 και το σκάνδαλο ΚοσκωτάΣκάνδαλο Κοσκωτά το 1992.

Ο τέως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Δημήτρης Παξινός, έχει υποστηρίξει ότι δεν χρειάζεται καν ιδιαίτερη συνταγματική αναθεώρηση για την κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος. Σύμφωνα με την άποψή του, καθώς τα πάντα στη νομική επιστήμη είναι θέμα ερμηνείας, η ανεξάρτητη δικαστική εξουσία «ερμηνεύοντας αυθεντικά το Σύνταγμα» μπορεί κάλλιστα να υιοθετήσει την ερμηνεία περί αντίθεσης του άρθρου 86 στην υπέρτερη συνταγματική διάταξη του άρθρου 4Το άρθρο 4 (Ισότητα των Ελλήνων), περί ισότητας των Ελλήνων. Με την άποψη αυτή ωστόσο, διαφωνούν πολλοί συνταγματολόγοι, οι οποίοι επιμένουν ότι μόνο με την αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να αλλάξει το άρθρο 86 και να μπει τέλος στο ακαταδίωκτο των υπουργών.

Η δέσμευση του Αλέξη Τσίπρα

Τι γίνεται όμως με την αναθεώρηση του Συντάγματος, την οποίαν έχει εξαγγείλει τόσες φορές και πανηγυρικά η σημερινή κυβέρνηση, που δεσμεύτηκε ότι θα βάλει τέλος στην ατιμωρησία των υπουργών;

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, το Μέγαρο Μαξίμου τελευταία διστάζει, καθώς εκτιμά ότι πιθανόν να μην έχουν οι ίδιοι την πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή. Παρόλα αυτά, δύσκολα θα κάνουν πίσω, καθώς το έχουν αναγγείλει πολλές φορές και δεν είναι εύκολο να βρουν μία καλή δικαιολογία για να μην προχωρήσουν.

Το inside story επικοινώνησε με τον καθηγητή Πολιτικής Κοινωνιολογίας Μιχάλη Σπουρδαλάκη, επικεφαλής της Επιτροπής Διαλόγου για την Συνταγματική ΑναθεώρησηΕπιτροπή Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, που συστάθηκε το 2016 με απόφαση του πρωθυπουργού. Η απόφαση είχε ανακοινωθεί τότε εν χορδαίς και οργάνοις.

 

Η Επιτροπή αυτή δεν έχει σχέση με τις αναθεωρητικές διαδικασίες, που είναι αρμοδιότητα της Βουλής. Σκοπός της είναι η αποτύπωση της λαϊκής βούλησης μέσα από δημόσια διαβούλευση, ώστε να καταγραφεί ο προβληματισμός κοινωνικών φορέων και πολιτών. (Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι, ενώ συμμετέχουν όλοι οι εργοδοτικοί φορείς, έχουν αρνηθεί να συμμετάσχουν οι φορείς των εργαζομένων. Επίσης ο κ. Σπουρδαλάκης έχει εκφράσει τον προβληματισμό του για τη μικρή συμμετοχή των νέων).

Όσον αφορά στο διαρκώς επίκαιρο ζήτημα της ευθύνης υπουργών, ο κ. Σπουρδαλάκης αναφέρει πως υπάρχει υπάρχει γενική συναίνεση και όλοι ζητούν την κατάργηση του σχετικού νόμου, απαιτώντας να ισχύει για τους υπουργούς ό,τι και για τους άλλους πολίτες.

Παρόλα αυτά εδώ και τρία χρόνια δεν έχει ληφθεί κάποια πρωτοβουλία για το θέμα. Η όποια αναθεώρηση γίνει φυσικά θα είναι από την επόμενη Βουλή, αλλά την απόφαση θα πρέπει να την πάρει η τωρινή, και είναι μία διαδικασία η οποία θα χρειαστεί τουλάχιστον δύο μήνες.

Είναι αξιοπρόσεκτο πάντως, ότι ενώ ο Αλέξης Τσίπρας μέχρι και το 2015 μιλούσε για την κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών με κάθε ευκαιρία, μετά το 2016 οι αναφορές αραίωσαν και τελευταία μοιάζει να το έχει ξεχάσει. Στο θέμα αυτό ωστόσο, δεν μπορεί να επικαλεστεί καμία πίεση των δανειστών ή της ΕΕ, καθώς κανείς τους δεν αντιτίθεται σε αυτό. Αν εξετάζει σοβαρά την προσφυγή στις κάλπες το φθινόπωρο, όπως αναφέρουν κάποιες πληροφορίες, τα περιθώρια στενεύουν και αν υπάρχει πραγματικά βούληση για να μπει τέλος στο ακαταδίωκτο των υπουργών, θα πρέπει να κινήσει τη διαδικασία άμεσα.

 

https://insidestory.gr/article/nomos-peri-mi-eythynis-ypoyrgon?token=F174NO697P&utm_source=facebook&utm_medium=post&utm_campaign=op&utm_content=%2Farticle%2Fnomos-peri-mi-eythynis-ypoyrgon

 

Ελληνικές αυταπάτες και ο ρόλος Μέρκελ στο Προσφυγικό

Ημερομηνία δημοσίευσης: 03/03/2016, 13:1

«Άνθρακες αναμένεται να αποδειχθεί για άλλη μια φορά η περίφημη “αλληλεγγύη” προς την Ελλάδα, που επικαλείται η Γερμανίδα καγκελάριος, αυτή τη φορά για το προσφυγικό ζήτημα»
http://www.neakriti.gr/?page=newsdetail&DocID=1303246&srv=266

Το στοίχημα του προσφυγικού

Βασιλική Σιούτη

24 Φεβρουαρίου 2016

Έντονη είναι πλέον μετά και τις τελευταίες εξελίξεις, η ανησυχία της κυβέρνησης για τη διαχείριση του προσφυγικού, την κρισιμότητα του οποίου πολλά μέλη της κυβέρνησης σε κρίσιμα πόστα άργησαν να αντιληφθούν. Σήμερα αρκετοί θεωρούν ότι το προσφυγικό ζήτημα θα αποδειχθεί μεγαλύτερο πρόβλημα για τη χώρα από το οικονομικό, αλλά οπωσδήποτε ο συνδυασμός των δύο προβλημάτων δημιουργεί μία εκρηκτική κατάσταση, η οποία δεν φαίνεται ότι θα εξομαλυνθεί ούτε γρήγορα, ούτε εύκολα. Αντιθέτως, υπάρχει φόβος να χαθεί ο έλεγχος και προκληθούν συνθήκες αποσταθεροποίησης. Η κίνηση των τούρκων διακινητών πριν από λίγες μέρες να στείλουν εκατοντάδες πρόσφυγες στο ακριτικό κι ευαίσθητο Καστελόριζο, σήμανε συναγερμό σε μεγάλο τμήμα της πολιτικής ηγεσίας.

Οι εικόνες χάους που παρατηρούνται σε πολλές περιοχές της χώρας, όπου συνωστίζονται ταλαιπωρημένοι πρόσφυγες και μετανάστες, προκαλούν σε πολλά αυτοδιοικητικά και κυβερνητικά στελέχη πανικό, καθώς η χώρα δεν είναι ακόμα έτοιμη να ανταπεξέλθει σε τόσο μεγάλες ροές , σε συνδυασμό με τον εγκλωβισμό χιλιάδων ανθρώπων εντός των συνόρων, σαν αυτόν που παρατηρείται τελευταία.

Ο μεγάλος και υπαρκτός κίνδυνος για την Ελλάδα, πέρα από τον κίνδυνο να βγει η κατάσταση συνολικά στην Ευρώπη εκτός ελέγχου, είναι να θεωρηθεί από τα υπόλοιπα κράτη της ΕΕ, μέρος του προβλήματος, αντί για μέρος της λύσης. Ήδη χώρες όπως η Αυστρία – πιο πριν η Ουγγαρία και άλλες χώρες της κεντρικής Ευρώπης- αυτό καταδεικνύουν με τη στάση τους, γεγονός που έχει εκνευρίσει την ελληνική κυβέρνηση.

Σχεδόν όλοι οι ξένοι αναλυτές, αλλά και αρκετά κυβερνητικά στελέχη, παρατηρούν ότι η κυβέρνηση άργησε πάρα πολύ να αντιληφθεί τη σοβαρότητα του προβλήματος και ακόμα περισσότερο να αντιδράσει. Επίσης, όλο το προηγούμενο διάστημα δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία για την αντιμετώπισή του, αφήνοντας το περιθώριο σε χώρες με αντιδραστική στάση να αναλάβουν αυτές πρωτοβουλία αιφνιδιάζοντας την. Αλλά ακόμα και πιο αδύναμες χώρες που μέχρι πρόσφατα κρατούσαν θετική στάση η οποία επαινέθηκε, όπως η Σερβία, άρχισαν να δυσφορούν κι αυτές. Η Σερβία μάλιστα, ανέλαβε κι εκείνη πρωτοβουλία συνάντησης κρατών της προσφυγικής διαδρομής για την αντιμετώπιση του ζητήματος, από την οποία μάλιστα δεν θέλησε να… αποκλείσει την Ελλάδα, όπως έκανε η Αυστρία- υποστηρίζοντας ότι η χώρα μας δεν φάνηκε πρόθυμη να κάνει αυτά που δεσμεύτηκε ούτε να μειώσει τις ροές και ότι έτσι ίσως πιεστεί.

Αξιωματούχοι της ΠΓΔΜ και της Σερβίας υποστηρίζουν ότι εδώ κι ένα χρόνο που ξεκίνησε η δραματική αύξηση των προσφυγικών ροών και άνοιξε η βαλκανική διαδρομή, στην οποία προωθούνταν οι πρόσφυγες που έμπαιναν από τα θαλάσσια σύνορα της Ελλάδας, οι χώρες τους δεν αντέδρασαν δημόσια, δεν διαμαρτυρήθηκαν, αλλά αποφάσισαν να διευκολύνουν την Ελλάδα και τους πρόσφυγες που ήθελαν να πάνε στη βόρεια Ευρώπη. Όλα αυτά, λένε, μέχρι η Ελλάδα να έπαιρνε τον χρόνο της για να προετοιμαστεί , αλλά ισχυρίζονται ότι οι μήνες που πέρασαν δεν έφεραν κάποιο αποτέλεσμα.
Οι πολιτικοί πολλών χωρών της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης κατηγορούν την Ελλάδα ότι δεν κατάφερε να ελέγξει τα σύνορά της , παρότι «την είχαν προειδοποιήσει» ότι αν εκείνη δεν μπορούσε να το κάνει, τότε θα την βοηθούσαν τα υπόλοιπα κράτη μέλη. Η άλλη κατηγορία είναι ότι ενώ ο έλληνας πρωθυπουργός είχε δεσμευθεί στις 25 Οκτωβρίου πως μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου θα είχε φτιάξει τα πέντε hotspot και χώρους φιλοξενίας για 50.000 πρόσφυγες, έφτασε το τέλος του Φεβρουαρίου για να αρχίσουν να γίνονται όλα αυτά και με πολύ μεγάλη πίεση.
Οι καθυστερήσεις έχουν ενοχλήσει πολλούς Ευρωπαίους, που θεωρούν ότι οι χειρισμοί του προσφυγικού έπληξαν κι άλλο την ήδη τραυματισμένη αξιοπιστία της χώρας.

Επιθέσεις για το προσφυγικό η κυβέρνηση δέχεται και στο εσωτερικό από τα κόμματα της αντιπολίτευσης που θυμίζουν τις δηλώσεις του υπουργού Άμυνας, Πάνου Καμμένου, ο οποίος λίγο μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έλεγε ότι θα δώσουν χαρτιά σε όλους τους πρόσφυγες και μετανάστες για να πάνε στο Βερολίνο και ότι αν ανάμεσά τους είναι και κάποιοι που δεν έχουν ελεγχθεί και μπορεί να είναι με τον ISIS, η ευθύνη θα είναι της Ευρώπης. «Αυτή είναι η πολιτική που ασκεί η σημερινή κυβέρνηση» είχε πει τότε.

Στο ίδιο πλαίσιο, της αυστηρής κριτικής σε κάθε ευκαιρία, θυμίζουν και τις δηλώσεις της πρώην αρμόδιας υπουργού Μετανάστευσης, Τασίας Χριστοδουλοπούλου, η οποία αρχικά αρνούνταν ότι είναι δική της αρμοδιότητα το προσφυγικό-μεταναστευτικό και στη συνέχεια καθησύχαζε τους πάντες ότι ο μεγαλύτερος αριθμός που θα μπορούσε να έρθει στην Ελλάδα όλο το 2015 θα ήταν «το πολύ 100.000 πρόσφυγες», ενώ διαβεβαίωνε ότι η Ιταλία και η Ισπανία θα είχαν μεγαλύτερο πρόβλημα από την Ελλάδα, γιατί οι πρόσφυγες προτιμούν να φτάνουν μέσα από αυτές τις χώρες στην Ευρώπη.
Από τα βέλη της κριτικής δεν ξεφεύγει ούτε ο Αλέκος Φλαμπουράρης, στον οποίο ο πρωθυπουργός είχε αναθέσει τον γενικό συντονισμό όλων των αρμόδιων υπουργείων για το προσφυγικό, αλλά κατά γενική ομολογία δεν τα κατάφερε.
Έπρεπε να χαθεί πολύτιμος χρόνος και μόνο κατόπιν της αγωνιώδους πίεσης του επόμενου υπουργού Μεταναστευτικής πολιτικής, Γ.Μουζάλα, να αρχίσει να παράγεται έργο. Και είναι γεγονός ότι την προσπάθεια του κ.Μουζάλα αναγνωρίζει σχεδόν όλη η αντιπολίτευση.

Όλους τους προηγούμενους μήνες στην κυβέρνηση υπήρχαν πολλές διαφωνίες μεταξύ των υπουργών για τους χειρισμούς που θα έπρεπε να γίνουν από την κυβέρνηση. Ακόμα και σήμερα που έχουν υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό οι διαμάχες , δεν έχουν εξαφανιστεί εντελώς.

Η εντονότερη κριτική που ασκείται πάντως στον πρωθυπουργό, είναι ότι δεν ανέλαβε καμία πρωτοβουλία ο ίδιος και αφέθηκε στο να περιμένει τη λύση από τη Μέρκελ και τον Ερντογάν.
Στην κυβέρνηση ωστόσο, αποκρούουν όλες τις κατηγορίες και βγαίνουν στην επίθεση. «Το προσφυγικό δεν το προκάλεσε η κυβέρνηση. Είναι ένα τεράστιο διεθνές πρόβλημα. Δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε μόνοι μας. Εμείς κάναμε ότι μπορούσαμε» υποστηρίζουν στην κυβέρνηση. «Σήμερα είμαστε έτοιμοι σε μεγάλο βαθμό».

Ένας από τους συναρμόδιους υπουργούς ισχυρίζεται πως στην Ευρώπη «έχει επικρατήσει η γραμμή Όρμπαν» και ότι για αυτό έχει δημιουργηθεί ένα αρνητικό κλίμα για την Ελλάδα. «Οι περισσότεροι αντιδρούν για μικροκομματικούς λόγους, γιατί σε λίγο θα έχουν εκλογές, για να μην δυσαρεστήσουν ψηφοφόρους». Παραδέχεται ωστόσο, ότι το πρόβλημα έχει λάβει σχεδόν ανεξέλεγκτες για τη χώρα διαστάσεις: «Ποιος δεν θα ανησυχούσε; Δεν μπορούμε να τους πνίγουμε στο Αιγαίο όμως. Για διαχείριση ανθρώπων πρόκειται».

Άλλος κυβερνητικός αξιωματούχος εκτιμά ότι το σήμα για να περιοριστούν οι ροές έχει ήδη δοθεί και σε λίγο θα φανούν τα αποτελέσματα. «Βέβαια κάποιοι έχουν ήδη πληρώσει τους διακινητές και θα μπουν στη βάρκα» λέει, «αλλά ας δούμε πρώτα τι θα γίνει και με τις περιπολίες του ΝΑΤΟ».
Ο ίδιος ο γραμματέας του ΝΑΤΟ δήλωσε πρόσφατα ότι αυτό δεν θα παρεμβαίνει επιχειρησιακά και θα έχει μόνο υποστηρικτικό ρόλο. Στο κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο, αντιδρούν για την παρουσία του στο Αιγαίο, την ίδια ώρα που η κυβέρνηση το καλεί να έχει πιο ενεργό ρόλο.

Ο Αλέξης Τσίπρας απείλησε δημόσια ότι θα θέτει βέτο στις αποφάσεις της ΕΕ αν δεν γίνει αναλογική κατανομή βαρών, ενώ στην κυβέρνηση τις προηγούμενες μέρες αποφάσισαν να ενισχύσουν την επικοινωνιακή τους αντεπίθεση, προωθώντας τη θέση ότι οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να ανοίξουν τα σύνορα, όχι μόνο στους πρόσφυγες, αλλά και στους μετανάστες, χωρίς να αποκλείουν κανέναν. Στην ίδια γραμμή η κυβέρνηση επιδιώκει να αναδειχθεί και το ζήτημα των Αφγανών που στερούνται άδειας εισόδου εδώ και μερικές μέρες με αποτέλεσμα αυτοί να μένουν στην Ελλάδα. «Πρέπει να ευαισθητοποιήσουμε την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη για τους Αφγανούς και τους υπόλοιπους που δεν είναι από τη Συρία και το Ιράκ, καθώς πρέπει να επιτραπεί και σε εκείνους να περάσουν στην Ευρώπη.

«Γενικότερα στην ελληνική κοινωνία πρέπει να καλλιεργηθεί η ευαισθησία για το προσφυγικό και τους πρόσφυγες, ώστε να μην υπάρχουν αρνητικές αντιδράσεις για όσους μείνουν εδώ για όσο διάστημα χρειαστεί» λένε στην κυβέρνηση. «Η αρμονική συνύπαρξη θα είναι ένα από τα επόμενα στοιχήματα».

Ένα ναρκοθετημένο δημοψήφισμα.

Της Βασιλικής Σιούτη

Το δημοψήφισμα της Κυριακής είναι μία διαδικασία ναρκοθετημένη εκ των προτέρων, στην οποία ο ελληνικός λαός καλείται να απαντήσει εάν εγκρίνει κάτι με το οποίο δεν συμφωνεί ή εάν το απορρίπτει για να πάει σε κάτι που δεν γνωρίζει. Είναι ένα δημοψήφισμα στο οποίο οι επιλογές είναι στην πραγματικότητα μη επιλογές και είναι πραγματικά πολύ θλιβερό το πώς φτάσαμε εδώ μετά από μία σειρά οδυνηρών υποχωρήσεων και λαθών χωρίς κανείς να πατήσει εγκαίρως φρένο.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ
Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε ξεκάθαρη εντολή στις 25 Ιανουαρίου να τερματίσει τα μνημόνια και την πολιτική λιτότητας που τσάκισε τα φτωχότερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Η ηγεσία του κόμματος δεσμεύτηκε προεκλογικά ότι αυτό μπορεί να το καταφέρει εντός της Ευρωζώνης. Τόσο από αριστερά όσο και από δεξιά, παρότι από εντελώς διαφορετική σκοπιά, του έλεγαν ότι δεν μπορεί να τερματίσει τα μνημόνια εντός της Ευρωζώνης γιατί πολύ απλά αυτά αποτελούσαν τον όρο για την παραμονή της.

Τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα από αρκετά νωρίς. Ή θα επιλέγαμε την παραμονή μας στην Ευρωζώνη, αποδεχόμενοι την σκληρή πολιτική λιτότητας με την οποία πάει πακέτο, προσπαθώντας τουλάχιστον να υπάρξει μία κάπως διαφορετική αναδιανομή των βαρών, ή θα δοκιμάζαμε τις δυνάμεις μας βγαίνοντας από αυτή και αποκτώντας ξανά εθνικό νόμισμα. Αυτό το τελευταίο θεωρητικά μπορούσε να γίνει είτε με ρήξη είτε και με συναίνεση-αφού και ο γερμανός υπουργός Οικονομικών, Β.Σόιμπλε, που για τους δικούς του λόγους ήθελε την Ελλάδα εκτός, είχε προτείνει τόσο στον Ευ.Βενιζέλο όσο και στον Γ.Βαρουφάκη την έξοδο της χώρας από το ευρώ, ισχυριζόμενος ότι θα την στηρίξει κιόλας για να γίνει σχετικά ομαλά.

Σε κάθε περίπτωση, η παραμονή στην Ευρωζώνη απαιτούσε αποδοχή της λιτότητας και η έξοδος έναν πολύ καλά οργανωμένο σχεδιασμό.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ισχυριζόταν ότι μπορεί να πετύχει την άρση της λιτότητας παραμένοντας στο ευρώ, γιατί θα κατάφερνε να τους πείσει και γιατί νόμιζε ότι θα είχε συμμάχους σε αυτό τον Ντράγκι, τον Γιούνκερ, τον Ρέντσι, τον Ολάντ και τις ΗΠΑ. Πίστευε μάλιστα ότι θα κατάφερνε συμμαχώντας μαζί τους να προκαλέσει ρήγμα -έτσι έλεγαν- στη γερμανική κυριαρχία και να αλλάξουν την Ευρώπη. Στο τέλος έφτασαν να πιστεύουν μέχρι και ότι η καγκελάριος Μέρκελ ήταν καλή και θα στήριζε την Ελλάδα παραμερίζοντας τον κακό Σόιμπλε που ήταν το εμπόδιο.
Αποδείχθηκε εκ των υστέρων ότι όλα αυτά στηρίζονταν σε μια πολιτική αφέλεια, στην απειρία και στην αδυναμία να αντιληφθούν τη σημασία της πολιτικής ισχύος και των συσχετισμών.

Οι υποχωρήσεις από τις προεκλογικές τους θέσεις άρχισαν από τις 26 Ιανουαρίου και κορυφώθηκαν στις 20 Φεβρουαρίου με την περιβόητη συμφωνία που υπέγραψε ο Βαρουφάκης στο Eurogroup . Όποιος παρακολούθησε τι συνέβη εκεί και διάβασε το ντοκουμέντο της συμφωνίας, αντιλήφθηκε ότι η ηγεσία της κυβέρνησης έπεσε στην παγίδα που της είχαν στήσει. Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου η πλήρης ομηρεία στην οποία βρέθηκε και η κυβέρνηση και η χώρα την περασμένη Παρασκευή.

Σε εκείνο το ανακοινωθέν του Eurogroup της 20ης Φλεβάρη αναφερόταν ρητά ότι η Ελλάδα ζήτησε την «παράταση της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία διέπεται από μία σειρά δεσμεύσεων». Ζήτησε δηλαδή την παράταση της σύμβασης και του μνημονίου, κάτι που αν και φαινόταν ξεκάθαρα, τόσο από το κείμενο, όσο και από τα συνοδευτικά έγγραφα, στον δημόσιο λόγο τους το αρνούνταν.
Το ίδιο επίμονα αρνούνταν και το ότι δέχθηκαν να ολοκληρώσουν την τελευταία αξιολόγηση, αυτή που δεν κατάφερε να κλείσει ο πρώην υπουργός Οικονομικών Γκ.Χαρδούβελης, ενώ το κείμενο το ανάφερε ρητά: «Ο σκοπός της επέκτασης είναι η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης στη βάση των όρων της υπάρχουσας διευθέτησης (σ.σ συμφωνίας), και με την καλύτερη δυνατή χρήση της υπάρχουσας ευελιξίας (σ.σ ισοδύναμα) που θα επιθεωρηθεί από κοινού με τις ελληνικές αρχές και τους θεσμούς». Επίσης ανέφερε ότι : «Μόνο με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης αυτής της παρατεινόμενης συμφωνίας από τους θεσμούς, θα επιτραπεί η εκταμίευση της δόσης».

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά. Σε εκείνο το Eurogroup ο Γ.Βαρουφάκης υπέγραψε ότι «Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα» καθώς και «να διασφαλίσουν τα πρέποντα πρωτογενή πλεονάσματα ή τα οικονομικά έσοδα που απαιτούνται για τη βιωσιμότητα του χρέους, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012».
Η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη όμως περιείχε και τη μοιραία δέσμευση περί μη μονομερών ενεργειών, με την οποία η κυβέρνηση ναρκοθετούσε -αν δεν ακύρωνε, την εντολή των εκλογών για κατάργηση του μνημονίου: «Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από κάθε ανατροπή μέτρων ή μονομερείς αλλαγές στις πολιτικές αυτές και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα είχαν αρνητικές συνέπειες στους δημοσιονομικούς στόχους, στην οικονομική ανάκαμψη ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αξιολογούνται από τους θεσμούς».
Και η ανακοίνωση της συμφωνίας του Eurogroup που αποδέχθηκε η ελληνική πλευρά , κατέληγε ως εξής: «Παραμένουμε δεσμευμένοι να παράσχουμε επαρκή υποστήριξη στην Ελλάδα, ωσότου κατακτήσει πλήρη πρόσβαση στην αγορά και εφόσον τιμήσει τις δεσμεύσεις της εντός του συμπεφωνημένου πλαισίου».
Δηλαδή η κυβέρνηση θα έπαιρνε λεφτά, μόνο αν εφάρμοζε το μνημόνιο , έκλεινε την αξιολόγηση και έπραττε ότι της επέβαλλαν.

Η συνέχεια γνωστή: οι Ευρωπαίοι θεώρησαν ότι η κυβέρνηση δεν τήρησε αυτή τη συμφωνία και δεν της έδωσαν χρήματα, ενώ η κυβέρνηση υποστήριζε ότι την τήρησε και ότι οι Ευρωπαίοι ήταν ασυνεπείς που δεν της έδωσαν τα λεφτά.
Όποιος διαβάσει όμως προσεκτικά το κείμενο αυτό (παρατίθεται στο τέλος ολόκληρο) μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ότι η συμφωνία αυτή ήταν η τέλεια παγίδα. Οι δανειστές δεν χρειαζόταν να κάνουν τίποτα παραπάνω και ήταν προφανές ότι ο χρόνος θα δούλευε υπέρ τους. Όσο θα πλησιάζαμε στην λήξη της παράτασης, στις 30 Ιουνίου, τόσο πιο πολύ θα πιεζόταν η κυβέρνηση προκειμένου να αποφύγει την χρεοκοπία και την καταστροφή που θα ακολουθούσε αν δεν υπήρχε αποτέλεσμα. Η κυβέρνηση αντιθέτως, νόμιζε ότι είχε κερδίσει χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα οι δανειστές τον ροκάνιζαν, αφήνοντας την να νομίζει ότι διαπραγματεύεται.

Για τη συμφωνία αυτή έχουν ειπωθεί πολλά και στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο. Έχει ακουστεί εντόνως, χωρίς ωστόσο να επιβεβαιώνεται, ότι ο Γ.Βαρουφάκης αρνούνταν να την υπογράψει και το έκανε μόνο όταν πήρε εντολή από το Μαξίμου για να το κάνει. Κανείς δεν ξέρει αν αυτή είναι αλήθεια. Πριν από λίγο καιρό, σε τηλεοπτική συνέντευξή του ο Αλέξης Τσίπρας, παραδέχθηκε ότι «παραπλανήθηκαν». Μέχρι τότε όμως, επέμεναν ότι η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη ήταν επιτυχία και αρνούνταν να παραδεχθούν ότι είχε το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ήταν εντυπωσιακό ότι δεν δόθηκε καμία δημοσιότητα στη συμφωνία αυτή που δέσμευε το μέλλον της χώρας και τα ΜΜΕ σχεδόν την απέκρυψαν, καθώς τότε προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν τον πρωθυπουργό να ολοκληρώσει τη «στροφή στο ρεαλισμό».
Ο Αλέξης Τσίπρας ήθελε πράγματι και ήταν διατεθειμένος εξαρχής να κάνει συμβιβασμούς και να τα βρει με τους δανειστές. Αλλά με έναν τρόπο που θα του άφηνε κάποια περιθώρια αυτά να περάσουν από το κόμμα του. Οι δανειστές δεν του άφησαν κανένα. Αυτό ήταν προφανές από πολύ νωρίς, άλλωστε οι «θεσμοί» δεν το έκρυβαν, αλλά στο Μαξίμου μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευαν ότι οι δανειστές μπλοφάρουν.

Όλο αυτό το διάστημα υπήρξαν πολλές φωνές καλόπιστης κριτικής, αλλά και προειδοποιήσεις προς την ηγεσία, ακόμα και από το εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, τις οποίες η ηγεσία αγνόησε. Με τον ίδιο τρόπο είχε αγνοήσει και όλες τις παροτρύνσεις για να ετοιμάσει εγκαίρως εναλλακτικά σχέδια και προτάσεις για την περίπτωση που το σχέδιο «θα πείσουμε τους δανειστές» δεν πετύχαινε. Αρνιόταν όμως πεισματικά και ισχυριζόταν ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μην πείσει τους δανειστές. Και κάπως έτσι φτάσαμε στο ναυάγιο των διαπραγματεύσεων χωρίς σωσίβια λέμβο γιατί ο καπετάνιος επέμενε ότι δεν χρειάζεται.

Όλο αυτό το διάστημα ο Αλέξης Τσίπρας, ως κλασικός κεντριστής, προσπαθούσε να ισορροπήσει μεταξύ συμβιβασμού και ρήξης, ώστε να κρατάει ικανοποιημένους και τους μετριοπαθείς τους κόμματός του και τους ριζοσπάστες. Οι πρώτοι θεωρούσαν βέβαιο το συμβιβασμό και οι δεύτεροι -σίγουροι καθώς ήταν ότι οι δανειστές δεν θα υποχωρούσαν καθόλου- ήλπιζαν ότι θα ερχόταν η ώρα της ρήξης.
Από τον Απρίλιο και μετά -καθώς τα χρονικά περιθώρια στένευαν και οι κόκκινες γραμμές ξεθώριαζαν, όλοι είχαν πειστεί ότι ο Τσίπρας θα υπέγραφε μνημόνιο. Έφτασε μάλιστα να παρουσιάσει σχέδιο 47 σελίδων με μέτρα που έφεραν την υπογραφή του, προκαλώντας έντονες εσωκομματικές αντιδράσεις. Εκείνες τις μέρες πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και στενοί του συνεργάτες, όχι μόνο προεξοφλούσαν τη συμφωνία, αλλά απεύθυναν και απειλές προς όποιον δεν «συμμορφωνόταν», επικαλούμενοι την κομματική πειθαρχία.

Ο πρωθυπουργός έδειξε υπερβολικά καλή πίστη στους δανειστές. Έφτασε μάλιστα να αδειάσει όλα τα αποθεματικά από τα δημόσια ταμεία για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις των δανειστών, κατόπιν υποδείξεών τους. Μόνο κατά τη δική του θητεία ξόδεψε περίπου 8 δισεκατομμύρια για αυτό, όταν εκείνοι όλο αυτό το διάστημα δεν εκταμίευσαν ούτε ένα ευρώ.
Η στρατηγική τους ήταν ολοφάνερη. Τον έφεραν με μαεστρία μέχρι την περασμένη Παρασκευή, αφήνοντας του περιθώριο μόνο 48 ωρών, πριν ανοίξουν οι αγορές τη Δευτέρα, προκειμένου είτε να ψηφίσει στη Βουλή, είτε να περάσει με ΠΝΠ την επώδυνη συμφωνία. Αλλιώς, χωρίς νέα συμφωνία, θα βρισκόταν μπροστά στον κίνδυνο της οικονομικής κατάρρευσης, αφού η παράταση έληγε στις 30 Ιουνίου.

Και ενώ όλα ήταν έτοιμα για την τελευταία πράξη, ο Αλέξης Τσίπρας κατάλαβε την τελευταία στιγμή την παγίδα που του είχαν στήσει και ότι μαζί με τη συμφωνία ήταν πιθανό ότι θα υπέγραφε και το πολιτικό του τέλος. Αν δεν έκανε τη συμφωνία, οι δανειστές θα σταματούσαν τον ELA, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να πάει σε κάπιταλ κοντρόλ και να κλείσει τις τράπεζες, με ότι αυτό θα σήμαινε για τη συνέχεια. Αν την έκανε, κινδύνευε να τελειώσει πολιτικά, με ορατό τον κίνδυνο της διάσπασης του κόμματος, καθώς η συμφωνία αυτή δεν θα περνούσε.

Έτσι επέλεξε ως διέξοδο το δημοψήφισμα, ως μοναδική οδό σωτηρίας της κυβέρνησης του, που θα διατηρούσε την ενότητα του κόμματος και θα πετούσε τη μπάλα στους πολίτες. Αν οι πολίτες ψήφιζαν ναι στα επώδυνα μέτρα, η ευθύνη θα ήταν του λαού. Αν οι πολίτες ψήφιζαν όχι στα επώδυνα μέτρα, θα αναλάμβαναν τις ευθύνες για αυτό που θα ακολουθούσε.

Η πρόταση των δανειστών, στην οποία κατέληξαν μετά από πέντε μήνες διαπραγμάτευσης , είναι μία πρόταση με αντιαναπτυξιακά μέτρα και άγρια φορολόγηση, που θίγει όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα. Κανείς στην Ελλάδα, ούτε καν οι επιχειρηματίες, δεν είναι δυνατόν να επιθυμούν την έγκρισή της, πόσο δε τα φτωχότερα στρώματα που έχουν σηκώσει πολύ μεγαλύτερο βάρος από όσο μπορούσαν να σηκώσουν ως τώρα.

Η υπερψήφιση του ΝΑΙ λοιπόν σε αυτό το ναρκοθετημένο δημοψήφισμα οδηγεί ξεκάθαρα στη συνέχιση της λιτότητας, αλλά και στη λαϊκή νομιμοποίηση της και αυτό είναι ένα τεράστιο δώρο για τους δανειστές. Η υπερψήφιση του ΟΧΙ ωστόσο, οδηγεί στο άγνωστο, καθώς η κυβέρνηση αρνείται να αποκαλύψει το παραμικρό για το πού θα οδηγηθεί η χώρα την επόμενη μέρα και αυτή δεν είναι μία πολιτικά έντιμη στάση.

Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει να επιδείξει κανένα αποτέλεσμα σε κάποιον από τους βασικούς στόχους της (ακύρωση του μνημονίου, τέλος της διαπλοκής, κυνήγι της φοροδιαφυγής, φορολόγηση των πλουσίων κτλ) ούτε σε κάποια από τις προβλέψεις της έχει πέσει μέσα (οι δανειστές θα υποχωρήσουν, οι ΗΠΑ θα βοηθήσουν, θα βρεθούν χρήματα από τρίτες χώρες, οι τράπεζες δεν θα κλείσουν κτλ) δεν εμπνέει πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη.

Στελέχη της κυβέρνησης διαβεβαιώνουν ότι οι τράπεζες την Τρίτη θα λειτουργήσουν κανονικά, ενώ γνωρίζουν καλά ότι αυτό θα πάρει πολύ καιρό να συμβεί. Διαβεβαιώνουν δημοσίως ότι σύντομα θα αποκατασταθεί η ρευστότητα, ενώ ξέρουν ότι αυτό μπορεί πλέον να γίνει μόνο, είτε αν τα βρουν με τους δανειστές, είτε εάν τυπώσουν εθνικό νόμισμα, πράγμα που πάλι δεν γίνεται τώρα, αφού καμία σχετική προετοιμασία δεν έχει γίνει και τα λεφτά που υπάρχουν τελειώνουν.

Αρνούνται κατηγορηματικά ότι υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα να βγούμε εκτός ευρωζώνης ή να τεθούμε σε κάποιο ειδικό καθεστώς, όταν δεν υπάρχει κανείς στον πλανήτη που να μην υποστηρίζει ότι η πιθανότητα αυτή είναι υπαρκτή. Ακόμα και ο αμερικανός νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, που στηρίζει την κυβέρνηση στο ΟΧΙ, δηλώνει καθαρά ότι όχι μόνο είναι πιθανή η έξοδος , αλλά και ότι ένα μέρος της δουλειάς για αυτό έχει ήδη γίνει με το κάπιταλ κοντρόλ.
Το πρόβλημα με το θέμα της εξόδου από την Ευρωζώνη είναι ότι για να είχε πιθανότητες επιτυχίας, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ο έγκαιρος και πολύ καλός σχεδιασμός της. Χρειαζόταν δηλαδή ένα πολύ σοβαρό και επεξεργασμένο σε κάθε του λεπτομέρεια σχέδιο, που θα είχε προετοιμάσει τα πάντα. Και φυσικά μία πολύ ικανή και έμπειρη κυβερνητική ομάδα για να το υλοποιήσει, καθώς και τη λαϊκή έγκριση, αφού θα χρειαζόταν οπωσδήποτε την υποστήριξη του λαού.

Τώρα δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά και δεν μπορεί κανένας υπεύθυνος πολιτικός να αγνοήσει ότι στις σημερινές συνθήκες είναι ορατό το ενδεχόμενο να οδηγηθούμε σε συνθήκες χάους, που θα ευνοούσαν αποκλειστικά και μόνο τα κοράκια και τους κερδοσκόπους. Και αν κάποιοι ενοχλούνται με την αυτονόητη επισήμανση, θα έπρεπε αντί για αυτό να φροντίσουν να μην συμβεί και να αντιληφθούν ότι η αριστερά έχει ηθική υποχρέωση να είναι και πολιτικά έντιμη και ειλικρινής απέναντι στο λαό.

Καλείται λοιπόν ο λαός να αποφασίσει τι; Και για ποια ρήξη μιλάμε όταν ο πρωθυπουργός έχει βάλει την υπογραφή του σε ένα μνημόνιο 47 σελίδων και σε μία παραλλαγή του σχεδίου Γιούνκερ με μικρές διαφορές; Όταν η κυβέρνηση λέει ότι αμέσως μετά από ένα ΟΧΙ θα επιδιώξει άμεσα μια συμφωνία; Δηλαδή γιατί ακριβώς θα ψηφίσουμε; Αν θέλουμε να έχει 5 ή 6 καζάνια η «κόλαση»; Και η νέα συμφωνία που θα υπογράψει ο Τσίπρας από πού θα αντλήσει λαϊκή νομιμοποίηση, αν δεν έχει σημαντικές διαφορές από αυτήν που θα καταψηφιστεί; Θα τη φέρει κι αυτή σε δημοψήφισμα;

Οι αντιφάσεις είναι πολλές. Γιατί την ίδια ώρα που η κυβέρνηση μας καλεί να καταψηφίσουμε την πρόταση των δανειστών, μας λέει ότι θα επιδιώξει αμέσως μία άλλη που δεν θα διαφέρει και τόσο, ενώ οι δανειστές έχουν περίπου προεξοφλήσει ότι δεν θεωρούν κάτι τέτοιο πιθανό σε περίπτωση που υπερισχύσει το όχι. Και κάπως έτσι οι μισοί ψηφοφόροι του ΟΧΙ θα νομίζουν ότι πάνε σε συμφωνία και οι άλλοι μισοί σε ρήξη και ενδεχομένως σε έξοδο.
Η παράνοια όμως δεν σταματάει εδώ.

Είναι παραπάνω από προφανές ότι αν γινόταν ένα δημοψήφισμα στο οποίο δεν θα κρινόταν τίποτα άλλο, απλώς και μόνο για να ρωτηθούν οι πολίτες της Ελλάδας αν συμφωνούν με τα σκληρά μέτρα των δανειστών (σαν λέμε δηλαδή αν θέλουν να τους μαστιγώσουν) ούτε το 1% δεν θα απαντούσε θετικά. Επειδή όμως αυτή τη στιγμή κανείς δεν προτείνει μία άλλη συγκεκριμένη λύση πριν μίας αβέβαιης προοπτικής που δεν ξέρουν που οδηγεί, πολλοί μπροστά στο φόβο του αγνώστου και διαπιστώνοντας ότι η κυβέρνηση δεν έχει άλλο σχέδιο (όπως έχει παραδεχθεί) θα προτιμήσουν να ψηφίσουν κι αυτοί ΝΑΙ χωρίς συμφωνούν με τα μέτρα.

Το πεδίο λοιπόν είναι ναρκοθετημένο και το δημοψήφισμα ήρθε πολύ αργά και με άδεια ταμεία, αφού η κυβέρνηση έχει εκ των πραγμάτων σε μεγάλο βαθμό υπονομεύσει τη πιθανότητα μιας ρήξης με προοπτική. Ποιας ρήξης λοιπόν με μισόλογα και με ποιο σχέδιο; Και με ποια πρόβλεψη για να προστατευθούν οι φτωχότεροι και οι πιο αδύναμοι; Τα θύματα της κρίσης και των μνημονίων δεν έχουν ούτε λεφτά στο εξωτερικό, ούτε στα «στρώματα» και στις θυρίδες.
Η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας αυτές τις κρίσιμες ώρες είναι τεράστια. Και πρώτη προτεραιότητα πρέπει να είναι η προστασία αυτών των ανθρώπων. Ποιές είναι οι εγγυήσεις για αυτό;

Όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, δυστυχώς οι προοπτικές είναι θετικές μόνο για τον Σόιμπλε και στο ναι και στο όχι.

Αν υπερψηφιστεί το ναι, θα είναι από εξαναγκασμό και όχι από ελεύθερη βούληση του λαού και για πρώτη φορά θα έχουμε λαϊκή νομιμοποίηση ενός πολύ σκληρού μνημονίου. Ούτε στα πιο τρελά όνειρά του Σόιμπλε δηλαδή.
Στην περίπτωση που υπερψηφιστεί το όχι, περνάμε στο άγνωστο κι ανοίγει ταυτόχρονα κι ο δρόμος για την έξοδο της χώρας από την Ευρωζώνη, χωρίς να χρειαστεί να βάψει τα χέρια του με αίμα ο Σόιμπλε , αναλαμβάνοντας απλά τον εύκολο ρόλο του Πόντιου Πιλάτου. Είναι γνωστό ότι αυτές είναι οι δύο επιλογές που εκείνος ήθελε. Ή να φύγουμε από την Ευρωζώνη, στην οποία θεωρεί ότι δημιουργούμε προβλήματα, ή αν μείνουμε, να μείνουμε αποδεχόμενοι τη λιτότητα όχι μόνο ως πολιτική επιλογή, αλλά και ως τιμωρία με τη θέλησή μας.

Οι ρομαντικοί που παραβλέπουν το ναρκοθετημένο πεδίο, πιστεύουν ότι το Όχι μπορεί να ανοίξει το δρόμο της απελευθέρωσης του ελληνικού λαού από τα μνημόνια. Αυτή όμως θα ήταν μια μεγάλη μάχη και όπως όλες οι μάχες θα χρειαζόταν στρατηγική, σχέδιο και ατσαλένιας πυγμής πολιτικά στελέχη που θα αναλάμβαναν να ηγηθούν. Και φυσικά σε αυτές τις περιπτώσεις, όσοι σε ακολουθούν πρέπει να ξέρουν ότι τους πηγαίνεις σε μάχη για να πολεμήσουν και να έχουν συμφωνήσει σε αυτό. Διαφορετικά η έκβαση είναι προδιαγεγραμμένη.

Δεν πιστεύω ότι αξίζουν σε κανένα λαό αυτά που περνάνε οι Έλληνες να τελευταία πέντε χρόνια, τουλάχιστον να σώσουμε ότι σώζεται.

Β.Σ

Eurogroup: Το πλήρες κείμενο του ανακοινωθέντος
Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015
http://www.naftemporiki.gr/finance/story/918874/eurogroup-to-plires-keimeno-tou-anakoinothentos