Ποιος θυμάται το σκάνδαλο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου;

ΤΤ.PNG

Εδώ και λίγο καιρό κυκλοφορούσε η φήμη ότι μεθοδεύεται διακοπή της δίκης για το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και τελικά επιβεβαιώθηκε. Αυτή την εβδομάδα αναβλήθηκε η δίκη για τα δάνεια εκατομμυρίων ευρώ του ομίλου Κοντομηνά και άλλων ομίλων από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ενώ μετά από ενάμιση χρόνο δεν είχε ολοκληρωθεί η εξέταση ούτε ενός μάρτυρα. Η ζημιά του δημοσίου από το σκάνδαλο αυτό υπολογίζεται περίπου στα 500 εκατομμύρια ευρώ και αφορά μη εξυπηρετούμενα δάνεια που δόθηκαν από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο σε επιχειρηματίες (Κοντομηνάς, Λαυρεντιάδης, Γριβέας κ.α) χωρίς να εξασφαλισθούν οι απαραίτητες εγγυήσεις. Είναι άξιο απορίας πάντως γιατί, ενώ στο σκάνδαλο αυτό περιλαμβάνονται πολιτικοί του παλιού συστήματος και μηντιάρχες, κανένας από αυτούς που είχαν ως σύνθημα το “ξεμπερδεύουμε με το παλιό” και καίγονται υποτίθεται για την κάθαρση, δεν ασχολείται με την υπόθεση αυτή και δεν τους ακούμε να λένε κουβέντα. Πηγή: www.lifo.gr

Advertisements

Οι παραγωγοί fake news θα φτιάξουν επιτροπή για την αντιμετώπιση τους

Μία από τις ειδήσεις της εβδομάδας ήταν η ανακοίνωση κυβερνητικής πρωτοβουλίας για “την αντιμετώπιση των fake news” από το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής και η εξαγγελία ενός νομοσχεδίου που θα έχει στόχο «να καταπολεμήσει την εγκληματικότητα που απορρέει από το μίσος και την αξιόποινη διασπορά ψευδών ειδήσεων».

press

Οι λέξεις που βγαίνουν από το στόμα των πολιτικών έχουν χάσει εδώ και καιρό το νόημα τους. Παρόμοιες πρωτοβουλίες θυμίζουν μόνο ολοκληρωτικά καθεστώτα και οργουελικές καταστάσεις, όπου το υπουργείο Προπαγάνδας ονομάζεται υπουργείο Αλήθειας. Έτσι, μια επιτροπή λογοκρισίας σήμερα μπορεί να ονομάζεται επιτροπή καταπολέμησης fake news. Γιατί δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία περί τίνος πρόκειται, όταν αυτές οι πρωτοβουλίες προέρχονται από κυβερνήσεις, που είναι οι μεγαλύτεροι παραγωγοί των ψευδών ειδήσεων.

 

Εξίσου κωμικοτραγική όμως, είναι και η είδηση για το νομοσχέδιο που θα έχει στόχο «να καταπολεμήσει την εγκληματικότητα που απορρέει από το μίσος”. Και είναι κωμικοτραγική και υποκριτική μαζί, γιατί τα κόμματα εξουσίας συντηρούν στρατούς από haters στο διαδίκτυο που ξεχειλίζουν μίσος για όσους θεωρούν πολιτικούς αντιπάλους, διαδίδοντας κάθε ψέμα που εκτιμούν ότι θα αποδομήσει τον εχθρό. Όταν λοιπόν για μια κυβέρνηση το κατευθυνόμενο μίσος χρησιμοποιείται ως πολιτικό εργαλείο απροκάλυπτα, ποιον θα πείσει ότι φτιάχνει μηχανισμούς για να το καταπολεμήσει; Αυτές οι μέθοδοι βέβαια, δεν αφορούν μόνο αυτή την κυβέρνηση, αλλά αυτή το έχει προχωρήσει ακόμα πιο πέρα, επιδιώκοντας τον απόλυτο έλεγχο όλων των μέσων με κάθε τρόπο.

 

Αξίζει να σημειωθεί, για να αντιληφθεί κανείς τι εννοούν μερικές κυβερνήσεις ως πλαστές ειδήσεις, ότι το διεφθαρμένο πολιτικό κατεστημένο της Μάλτας αποκαλούσε fakenews τα αποκαλυπτικά ρεπορτάζ της δολοφονημένης Μαλτέζας δημοσιογράφου που αποκάλυπταν το μέγεθος της διαφθοράς τους. Πηγή: www.lifo.gr

Γιατί το Μαξίμου κρατά αποστάσεις από τον Πάνο Καμμένο

καμμενοτσιπρας

Γιατί προσεγγίζει τον Σταύρο Θεοδωράκη το Μαξίμου και γιατί κρατά αποστάσεις από τον Πάνο Καμμένο. Το σχέδιο του Τσίπρα για την επόμενη μέρα.

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 15.3.2018 | Πηγή: www.lifo.gr

Εδώ και τρία χρόνια που συγκυβερνούν ο Τσίπρας με τον Καμμένο, είχαν δει πάρα πολλά δημοσιεύματα να μιλούν για ρήξη στη σχέση τους. Ποτέ όμως ως τώρα δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.   Αυτή τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Τα δημοσιεύματα που παρουσιάζουν τον Πάνο Καμμένο ως βαρίδι έχουν πληθύνει και προέρχονται κυρίως από κυβερνητικές πηγές και φιλικά μέσα.   Την ίδια ώρα, κυβερνητικά στελέχη που μέχρι πρότινος κατάπιναν την κάμηλο σχετικά με τον Πάνο Καμμένο, σήμερα επιχειρούν να διυλίσουν τον κώνωπα.   Ενώ δεν είχαν εκδηλώσει καμία ενόχληση όταν έλεγε ακρότητες, όπως αυτά με τους τζιχαντιστές που θα γέμιζαν την Ευρώπη, τώρα κατακρίνουν τη δήλωση που έκανε περί ομηρίας από την Τουρκία, κάτι που ισχύει και επισημαίνεται από πλήθος αναλυτών.   Όλα αυτά φυσικά δεν συμβαίνουν τυχαία, όπως δεν ήταν τυχαία και η συνάντηση του Αλέξη Τσίπρα με τον Σταύρο Θεοδωράκη, η οποία ειπώθηκε ότι έγινε για να συζητήσουν την πρόταση που είχε κάνει προ πολλού για τη σύσταση Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας. Μια πρόταση για την οποία το Μαξίμου δεν είχε δείξει το παραμικρό ενδιαφέρον τότε.

 

Η συνάντηση αυτή έγινε και για να ενοχλήσει τον Π. Καμμένο και για να στείλει μηνύματα. Αλλά κυρίως έγινε γιατί εδώ και λίγο καιρό υπάρχει ένα σχέδιο προσέγγισης του Σταύρου Θεοδωράκη από το Μέγαρο Μαξίμου.   Κυβερνητικές πηγές ισχυρίζονται ότι ο επικεφαλής του Ποταμιού ανταποκρίνεται στην προσέγγιση, παρ’ ότι όλοι θυμούνται πως τα προηγούμενα χρόνια είχε δεχθεί αναρίθμητες ύβρεις από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και κομματικά ΜΜΕ.   Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του έχουν συζητήσει το ενδεχόμενο να είναι υποψήφιος ευρωβουλευτής με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές.   Δεν είναι επιβεβαιωμένο ότι ο Στ. Θεοδωράκης το έχει συζητήσει αυτό, αλλά από το περιβάλλον του πρωθυπουργού υποστηρίζουν ότι το βλέπει θετικά και το συζητάει. Το τι θα κάνει με το Κίνημα Αλλαγής σε περίπτωση που το φλερτ με τον Τσίπρα προχωρήσει, είναι άγνωστο για την ώρα.

tsipkam2

Η στρατηγική του Αλέξη Τσίπρα εστιάζει πλέον στην επόμενη μέρα. Στόχος του είναι να ηγηθεί της κεντροαριστεράς και ιδανικά θα ήθελε το κόμμα του να απορροφήσει το ΠΑΣΟΚ και το νέο σχήμα στο οποίο συμπεριλαμβάνεται, χωρίς όμως στελέχη όπως οι Βενιζέλος και Λοβέρδος.   Στις επόμενες εκλογές, που συζητούν να γίνουν τον Οκτώβριο, πριν εφαρμοστούν τα νέα μέτρα που έχουν ψηφίσει -γιατί είναι βέβαιο ότι θα έχουν μεγάλο πολιτικό κόστος-, η βασική επιδίωξη είναι να μην πάρει αυτοδυναμία η ΝΔ.   Ελπίζουν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση κι έτσι να πάνε ξανά σε εκλογές με απλή αναλογική. Αυτό το σενάριο τους κρατάει μέσα στο παιχνίδι και εκτιμούν ότι είναι αρκετά πιθανό να βρεθούν ξανά στην κυβέρνηση, με μια ευρύτερη κυβερνητική συμμαχία.   Για να ηγηθεί όμως της κεντροαριστεράς, όπως επιθυμεί ο Αλέξης Τσίπρας, θα πρέπει να χτίσει το ανάλογο προφίλ. Κι εδώ ακριβώς είναι που ο Καμμένος αποτελεί εμπόδιο στα σχέδιά του. Οι ΑΝΕΛ, ειδικά αν δεν ξαναμπούν στη Βουλή όπως είναι πιθανό, αλλά ακόμα και αν μπουν, δεν θα είναι πλέον άλλο χρήσιμοι ειδικά όσο πλησιάζουν οι εκλογές.   Κάπου εδώ λοιπόν τελειώνει η χρησιμότητα τους. Στο εξής σκοπεύουν να προσεγγίζουν περισσότερο αυτούς που αρκετά στελέχη τους χαρακτηρίζουν «φυσικούς τους συμμάχους».

Κυβερνητικές πηγές αναφέρουν ότι δεν αποκλείεται να δούμε κάποιους από τους ΑΝΕΛ να διασώζονται και να συνεχίζουν την πορεία μαζί τους. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι έχουν προσεγγίσει ήδη για αυτό την Ελενα Κουντουρά και τον Θάνο Παπαχριστόπουλο.   Πέρα από αυτούς τους λόγους, για την αποστασιοποίηση από τον Καμμένο φαίνεται ότι υπάρχει κι άλλος ένας, ο οποίος δεν είναι άλλος από τις πιέσεις ξένων παραγόντων που ενδιαφέρονται ταυτόχρονα να αποδυναμώσουν τη ρωσική επιρροή στην Ελλάδα, και αυτό περιλαμβάνει και τον Ιβάν Σαββίδη. Οι πιέσεις αυτές υπήρχαν και παλιότερα, σε πιο χαλαρή μορφή, αλλά η κυβέρνηση αδιαφορούσε.

Οι πληροφορίες λένε ότι οι παραινέσεις αυτές επανήλθαν και αυτή τη φορά η κυβέρνηση, για κάποιο λόγο που δεν είναι γνωστός, είναι πιο δεκτική.   Το συμβάν με τον πρόεδρο του ΠΑΟΚ που εισέβαλε στο γήπεδο με το όπλο στη θήκη και σε δημόσια θέα, από τη μία έφερε την κυβέρνηση σε δύσκολη θέση, αλλά από την άλλη τη διευκόλυνε για να πάρει τις αποστάσεις της. Αυτό φαίνεται ότι το κατάλαβε ο Ι. Σαββίδης, όπως αντίστοιχα, πλέον, το έχει καταλάβει και ο Πάνος Καμμένος.   Ο τελευταίος μάλιστα, δεν αποκλείεται να θυσιαστεί από την κυβέρνηση, αν τα πράγματα με τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς που είναι φυλακισμένοι στην Τουρκία, δεν πάνε καλά.   Σε αυτή την περίπτωση το σενάριο λέει ότι θα του χρεώσουν όλη την ευθύνη για όσα έγιναν και κυρίως για όσα δεν έγιναν ώστε να αποφευχθεί αυτή η εξέλιξη.

Στο έλεος του Ερντογάν

Ερντο

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 14.3.2018 |Πηγή: www.lifo.gr

Στα χέρια του Ερντογάν φαίνεται ότι βρίσκεται η τύχη των δύο Ελλήνων στρατιωτικών που βρίσκονται στις φυλακές της Αδριανούπολης, καθώς είναι πλέον προφανές ότι δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο περιστατικό ρουτίνας, όπως ισχυρίζονταν κάποιοι όταν συνέβη.   Αντιθέτως, όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για άλλο ένα επεισόδιο της πολιτικής ομηριών που ακολουθεί την τελευταία περίοδο ο Τούρκος Πρόεδρος. Είναι γνωστό ότι η λειτουργία της δημοκρατίας στην Τουρκία είναι ιδιαιτέρως προβληματική. Στην ουσία πρόκειται για ένα αυταρχικό καθεστώς, το οποίο μετά την απόπειρα πραξικοπήματος βρίσκεται σε διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης.   Πριν από λίγες μέρες 23 δημοσιογράφοι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση για «συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση» με βάση αστήρικτες κατηγορίες, κάποιες εκ των οποίων αναφέρονταν σε σχόλιά τους στο Τwitter που δεν άρεσαν στην κυβέρνηση.   Όπως επισήμαινε πρόσφατα και ένα άρθρο στη «Washington Post»: «Οι δίκες αυτές υπογραμμίζουν πόσο μακριά βρίσκεται η Τουρκία από τις δυτικές αρχές της δημοκρατίας, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την έννομη τάξη». Από αυτή την Τουρκία και από αυτήν τη Δικαιοσύνη περιμένουμε να απελευθερώσει άμεσα τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς. Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να κρατήσει χαμηλούς τόνους για την ώρα, ώστε να μην ερεθίσει τον Ταγίπ Ερντογάν, και απευθύνεται σε ΗΠΑ, Γερμανία και Γαλλία για να τη βοηθήσουν να λύσει διπλωματικά το ζήτημα.   Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι καμία από αυτές τις χώρες δεν έχει τη δυνατότητα να το κάνει. Αυτό ακριβώς είναι κι ένα από τα προβλήματα της δυτικής συμμαχίας εσχάτως, ότι δεν μπορεί να συνεννοηθεί με την Τουρκία, η οποία τραβάει τον δικό της δρόμο.

Στη γερμανική κυβέρνηση πήρε έναν χρόνο να απελευθερώσει τον Γερμανό δημοσιογράφο τουρκικής καταγωγής που κρατούσε η Τουρκία φυλακισμένο, χωρίς να του έχει απαγγείλει καν κατηγορίες.   Με το θέμα ασχολήθηκε η ίδια η Μέρκελ επιμόνως το τελευταίο διάστημα και οι Γερμανοί δημοσιογράφοι αναρωτιούνται ακόμα για τα ανταλλάγματα που έδωσε, καθώς κανείς δεν πιστεύει ότι ο Ερντογάν τον άφησε ελεύθερο χωρίς να πάρει κάτι.   Πέρα από αυτό, η Γερμανίδα καγκελάριος, εκπλήσσοντας δυσάρεστα την κυβέρνηση, επέλεξε να κρατήσει ίσες αποστάσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και χαιρέτισε τον «διάλογο» μεταξύ Τσίπρα και Ερντογάν, αποφεύγοντας να καταδικάσει τις προκλήσεις της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου.

 

Και σαν να μην έφτανε αυτό, εγκωμίασε κιόλας την Τουρκία για το προσφυγικό, στο οποίο, όπως είπε, «συνεισέφερε καταπληκτικά», παραβλέποντας ότι πρόκειται για μία χώρα που εμπλέκεται στον πόλεμο της Συρίας και είναι από τις δυνάμεις εκείνες που ευθύνονται για την πρόκληση του προσφυγικού προβλήματος.   Επιπλέον, στην πρόσφατη συνέντευξή της η κ. Μέρκελ αναφέρθηκε και «στον μεγάλο ρόλο που διαδραματίζει η Τουρκία στα Βαλκάνια». Οι τοποθετήσεις αυτές δεν αφήνουν κανένα περιθώριο στην ελληνική κυβέρνηση να τρέφει ιδιαίτερες ελπίδες για ουσιαστική βοήθεια από τη Γερμανία.

Ίσως γι’ αυτό το μεγαλύτερο βάρος ο Αλέξης Τσίπρας το έχει ρίξει στις ΗΠΑ και από κει περιμένει ουσιαστικά να δοθεί η λύση, ώστε να απελευθερωθούν οι Έλληνες στρατιωτικοί. Πλην όμως, η Τουρκία του Ερντογάν κρατάει ομήρους και Αμερικανούς πολίτες εδώ και πολύ καιρό και οι ΗΠΑ δεν έχουν καταφέρει να ελευθερώσουν ούτε τους δικούς τους.   Ένας από τους Αμερικανούς που βρίσκονται στις φυλακές της Τουρκίας είναι ο πάστορας Andrew Brunson που για είκοσι χρόνια λειτουργούσε σε μια ευαγγελική εκκλησία στη Σμύρνη.   Συνελήφθη πριν από δύο χρόνια με την κατηγορία ότι συμμετείχε στην απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016 και ότι είναι πράκτορας της CIA.   Ο Ταγίπ Ερντογάν θεωρεί τον Brunson τον πιο σημαντικό όμηρο από όλους τους ξένους υπηκόους που έχει φυλακίσει στη χώρα του τα τελευταία δύο χρόνια και ελπίζει να πείσει τον Πρόεδρο των ΗΠΑ να τον ανταλλάξει με τον Φετουλάχ Γκιουλέν που ζει στην Πενσιλβάνια και τον θεωρεί τον βασικό υπεύθυνο για την απόπειρα πραξικοπήματος. Πριν από καιρό, μάλιστα, ο Τούρκος Πρόεδρος είχε πει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να ανταλλάξουν «έναν πάστορα με έναν πάστορα».

Ο Ντόναλντ Τραμπ του έχει ζητήσει ευθέως την απελευθέρωση του Andrew Brunson, αλλά ο Ερντογάν όχι μόνο τον αγνοεί όσο δεν παίρνει το αντάλλαγμα που θέλει αλλά κλιμακώνει και τις προκλήσεις, με τον υπουργό Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου να δηλώνει αυτές τις μέρες ότι οι σχέσεις τους με τις ΗΠΑ βρίσκονται κοντά σε σημείο κατάρρευσης, διότι δεν τηρούν τις δεσμεύσεις τους και λένε πάντα ψέματα. Είναι, λοιπόν, να αναρωτιέται κανείς πόσο μπορούν οι ΗΠΑ να βοηθήσουν στ’ αλήθεια στην απελευθέρωση των Ελλήνων στρατιωτικών.   Και μπορεί οι Τούρκοι να διαψεύδουν ότι θέλουν να τους ανταλλάξουν με τους 8 Τούρκους στρατιωτικούς που ζήτησαν άσυλο στη χώρα μας (καθώς γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο είναι ασύμβατο και με το δίκαιο και με τις αρχές της Ευρώπης), αλλά πολύ λίγοι πιστεύουν ότι το εννοούν.

Τούρκοι δημοσιογράφοι έχουν υποστηρίξει ότι ανέμεναν πως κάποιοι Έλληνες, ακόμα και πολίτες, θα συλλαμβάνονταν για να χρησιμεύσουν στον Ερντογάν ως αντάλλαγμα για να διαπραγματευτεί με τον δικό του τρόπο. Το ερώτημα εδώ είναι, αφού υπήρχαν αυτές οι προβλέψεις κι αφού όλοι έβλεπαν ότι ο Ερντογάν ακολουθεί «πολιτική ομηριών», γιατί δεν λήφθηκαν τα αυτονόητα μέτρα, ώστε να αποφευχθεί η σύλληψη των δύο στρατιωτικών;

Τώρα, κατόπιν εορτής, αποφασίστηκε από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας να υπερδιπλασιαστούν οι δυνάμεις των περιπολιών των Ελλήνων στρατιωτών και από δύο στρατιώτες στις περιπολίες, αυτές στο εξής θα γίνονται από επτά.   Οι μονάδες έχουν λάβει και οδηγίες για την περίπτωση που επιχειρηθεί ξανά κάποιο παρόμοιο περιστατικό, καθώς μέχρι πρότινος δεν υπήρχαν οδηγίες για κάτι τέτοιο. Βέβαια, τώρα το καθεστώς Ερντογάν τη δουλειά του την έκανε και οι δύο «όμηροι» του είναι αρκετοί.   Όλη αυτή η εκ των υστέρων κινητοποίηση απλώς επισημαίνει τις μοιραίες παραλείψεις και την αδικαιολόγητη αδράνεια που υπήρχε μέχρι πρότινος. Η κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών στις φυλακές της Τουρκίας βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης και του Αμερικανού πρέσβη στην Αθήνα Τζέφρι Πάιατ με τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ, ναύαρχο Ευάγγελο Αποστολάκη, σε μια συνάντηση που θεωρήθηκε ιδιαίτερης σημασίας, καθώς δεν είναι σύνηθες να συναντάται ένας πρέσβης με τον αρχηγό ΓΕΕΘΑ.   Στη συνάντηση, που κράτησε δύο ώρες, συζητήθηκαν και οι γενικότερες εξελίξεις, όπως η κινητικότητα στο Αιγαίο και η ΑΟΖ της Κύπρου, ενώ δεν έγινε γνωστό αν συζητήθηκε και το θέμα της αμερικανικής βάσης στην περιοχή, που απασχολεί την κυβέρνηση και τις ΗΠΑ το τελευταίο διάστημα. Πηγή: www.lifo.gr

Υπόθεση Novartis: Σκάνδαλο ή σκευωρία;

Η υπόθεση Novartis επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί από την κυβέρνηση ως πολιτικό σκάνδαλο και από την αντιπολίτευση ως πολιτική σκευωρία. Τελικά τι από τα δύο ισχύει; Ή μήπως υπάρχει περίπτωση να ισχύουν και τα δύο;

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 20.2.2018  www.lifo.gr

Νοβάρτις

Μια προσεκτική μελέτη των δεδομένων και των συμβάντων που έχουμε ως τώρα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, πράγματι, ενδείξεις υπάρχουν και για τους δύο ισχυρισμούς.   Κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν σκάνδαλα στον χώρο των φαρμάκων, και μάλιστα δεν αφορούν μόνο τη Novartis, (η οποία βρέθηκε στο στόχαστρο των αμερικανικών Αρχών για συγκεκριμένους λόγους) αλλά σχεδόν το σύνολο των φαρμακευτικών επιχειρήσεων για τις πρακτικές που χρησιμοποιούσαν προκειμένου να πετύχουν αύξηση των κερδών τους. Για το θέμα αυτό έχουν γραφτεί εκατοντάδες αποκαλυπτικά ρεπορτάζ στα ΜΜΕ την τελευταία δεκαετία τουλάχιστον. Ειδικά από το 2010 και μετά, όταν η τότε κυβέρνηση σταμάτησε την ξέφρενη άνοδο της φαρμακευτικής δαπάνης των κυβερνήσεων του Κώστα Καραμανλή.

ΠαπαγγελόπουλοςΤσίπρας

Σχετικά με την τεράστια μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης, για την οποία επαίρεται η σημερινή αντιπολίτευση, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει άλλη γνώμη και την κατηγορεί ότι δεν το έκανε επειδή ήθελε να βάλει τάξη αλλά επειδή της το επέβαλε η Τρόικα.   Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορείται από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ ότι, ενώ σήμερα υπερθεματίζει για τις περικοπές στη δαπάνη των φαρμάκων, όταν ήταν στην αντιπολίτευση, ειδικά την περίοδο 2006-2014 που ερευνάται, δεν ψήφιζε ποτέ υπέρ αυτής αλλά ήταν σταθερά και μαχητικά αντίθετος στη μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης.   Σκάνδαλο λοιπόν στον χώρο του φαρμάκου υπάρχει, όπως υπάρχει και πολιτική ευθύνη για την εκτός ορίων αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης.   Μόνο που η πολιτική ευθύνη τούς αφορά όλους. Αφορά πρωτίστως την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή που την εκτροχίασε (αν και η άνοδος είχε αρχίσει επί Κώστα Σημίτη), αλλά να θυμηθούμε ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ ασκούσε έντονη αντιπολίτευση, σε εντελώς αντίθεση κατεύθυνση από την πολιτική που εφαρμόζει σήμερα.

Το ουσιαστικό ερώτημα σήμερα είναι εάν υπάρχει και ποινική ευθύνη υπουργών και πολιτικών προσώπων. Από τα στοιχεία της δικογραφίας που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα δεν στοιχειοθετείται κάτι τέτοιο. Κύριο στοιχείο κατηγορίας ως τώρα είναι οι ανώνυμες μαρτυρίες, οι οποίες αναφέρουν εκτιμήσεις, ισχυρισμούς και φήμες, χωρίς άλλες αποδείξεις.   Η πλευρά της αντιπολίτευσης ισχυρίζεται ότι στην έρευνα του FBI δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στα πολιτικά πρόσωπα που αναφέρθηκαν και ότι οι όποιες κατηγορίες εναντίον τους είναι αβάσιμες μαρτυρίες ανωνύμων που κατέθεσαν στην ελληνική Δικαιοσύνη.   Η κυβέρνηση, από την άλλη, αφήνει να εννοηθεί ότι δεν υπάρχουν μόνο αυτά τα στοιχεία και πολλοί υπουργοί της λένε «περιμένετε και θα δείτε».

Φρουζής

Η αντιπολίτευση έχει καταγγείλει ότι τα ονόματα των πολιτικών της προστέθηκαν στην έρευνα μετά από αίτημα της Εισαγγελέως Διαφθοράς, Ελένης Τουλουπάκη, την οποία θεωρούν άνθρωπο του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου.   Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Σαμαρά, Χ. Αθανασίου, ζήτησε να αρθεί το απόρρητο των συνομιλιών τους για να αποδειχτεί ότι υπήρχε επικοινωνία.   Η κατηγορία αυτή είναι βαρύτατη, καθώς αφορά ευθέως τη διάκριση των εξουσιών, την οποία η αντιπολίτευση θεωρεί ότι κάποιοι παραβιάζουν.   Ο κ. Σαράκης, ο δικηγόρος των προστατευόμενων μαρτύρων που κατέθεσαν στις ΗΠΑ ‒και όχι αυτών που κατέθεσαν εδώ‒, όταν ρωτήθηκε πιεστικά, απάντησε ότι στην έκθεση της έρευνας του FBI δεν αναφέρονται όλα τα ονόματα των πολιτικών που μπήκαν στη συνέχεια στη δικογραφία που εστάλη στη Βουλή αλλά μόνο κάποια από αυτά.   Ο κ. Σαράκης έγινε γνωστός στο πανελλήνιο ως δικηγόρος κατηγορουμένων της Χρυσής Αυγής και ελάχιστοι γνωρίζουν ότι ήταν πολιτευτής και στέλεχος της ΝΔ, τον οποίο όμως έδιωξε από το κόμμα ο Αντώνης Σαμαράς επειδή υπερασπίστηκε στελέχη της Χρυσής Αυγής.   Άλλος ένας που διώχθηκε από τον Αντώνη Σαμαρά (και τελευταία συζητείται πολύ στο παρασκήνιο της υπόθεσης αυτής) είναι ο τέως βουλευτής της ΝΔ και τέως επικεφαλής του ΕΟΠΥΥ Λευτέρης Παπαγεωργίου.   Λέγεται ότι ο Αντ. Σαμαράς είχε λάβει πολλές αρνητικές αναφορές για τον κ. Παπαγεωργίου και τον υποχρέωσε σε παραίτηση από τον ΕΟΠΥΥ, αντικαθιστώντας τον με τον κ. Κοντό. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο κ. Παπαγεωργίου, εκτός των άλλων, είχε τριβές τότε και με την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας.   Παρ’ ότι βγήκε από την κυβέρνηση με πολλή οργή για τον Αντ. Σαμαρά, στη συνέχεια, το 2015, επέστρεψε ως υπουργός Επικρατείας της υπηρεσιακής κυβέρνησης της Βασιλικής Θάνου, με την οποία διατηρούν φιλική σχέση και κατάγονται από την ίδια περιοχή.   Η κυβέρνηση ισχυρίζεται διαρκώς ότι πρόκειται για μεγάλο πολιτικό σκάνδαλο, μοναδικό στα χρονικά, σύμφωνα με τον αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης και πρώην διοικητή της ΕΥΠ επί κυβερνήσεως Κώστα Καραμανλή, Δημήτρη Παπαγγελόπουλο.   Τα στελέχη της κυβέρνησης δηλώνουν ότι θεωρούν τους μάρτυρες αξιόπιστους και υποστηρίζουν πως οι αποφάσεις των συγκεκριμένων πολιτικών που κατηγορούνται ευνόησαν τη Novartis και αυτό θα αποδειχτεί.

Η αντιπολίτευση αποκαλεί ψευδομάρτυρες τους προστατευόμενους μάρτυρες και επικαλείται τη μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης που πέτυχε, αλλά και τα κέρδη της Novartis που ισχυρίζονται ότι έπεσαν κατά τη διάρκεια της θητείας τους, όπως και το μερίδιό της στην αγορά.   Ως ένδειξη χειραγώγησης της διαδικασίας αναφέρουν αρχικά την παραίτηση της Ελένης Ράικου, που σε επιστολή της άφηνε να εννοηθεί ότι δέχτηκε πιέσεις και ότι χρησιμοποιήθηκαν εναντίον της παρακρατικές μέθοδοι, ενώ αφήνουν αιχμές και για τον τρόπο που επελέγη η Ελένη Τουλουπάκη για τη θέση αυτή.

Υποστηρίζουν επίσης ότι στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ εξήγγειλαν μήνες πριν πως στην υπόθεση Novartis εμπλέκονται και πολιτικά πρόσωπα, όταν: α) οι καταθέσεις που ενέπλεκαν τους περισσότερους από αυτούς δεν είχαν ληφθεί ακόμα και β) στην έκθεση του FBI δεν αναφέρονταν, πριν το ζητήσει η κυρία Τουλουπάκη. Άλλα στοιχεία που επικαλούνται είναι ότι η Εισαγγελέας Διαφθοράς δεν έστειλε αμέσως τη δικογραφία στην Βουλή, όπως ορίζει ο νόμος όταν η έρευνα πέσει σε όνομα πολιτικού, και ότι κάλεσε εσπευσμένα μάρτυρα κατηγορίας την επομένη του συλλαλητηρίου, ο οποίος κατάθεσε εναντίον του Αντώνη Σαμαρά.   Επίσης, υπουργοί της κυβέρνησης έδειξαν να γνωρίζουν το περιεχόμενο της δικογραφίας, ενώ κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται, όπως καμία δικαιολογία δεν υπάρχει και για την επίσκεψη του Δημήτρη Τζανακόπουλου στον Άρειο Πάγο, ο οποίος αρχικά δεν είπε την αλήθεια για τον σκοπό της επίσκεψής του, ισχυριζόμενος ότι πήγε για προσωπική του υπόθεση, και μετά αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι πήγε για να ενημερωθεί για την υπόθεση Novartis.

Οι χειρισμοί της Ελένης Τουλουπάκη, πάντως, έχουν προβληματίσει και την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, γεγονός που ενοχλεί τη Βασιλική Θάνου, νομική σύμβουλο του πρωθυπουργού πλέον, η οποία με παρέμβαση σε ΜΜΕ, που δεν συνηθίζεται, ζητούσε τη στήριξή της από τον δικαστικό κόσμο. Μία άλλη κίνηση της κ. Θάνου που δεν συνηθίζεται από νομικούς συμβούλους πρωθυπουργών (συνεργάτες της εκτελεστικής εξουσίας δηλαδή) ήταν το τραπέζι που έκανε σε 12 προέδρους εφετών, σύμφωνα με πολλά δημοσιεύματα, το οποίο σκανδάλισε πολλούς.   Κάποιοι στον δικαστικό χώρο εκτιμούν ότι η κ. Θάνου και ο Δ. Παπαγγελόπουλος (που η αντιπολίτευση κατηγορεί ως ενορχηστρωτή της σκευωρίας) δεν επιθυμούν να οδηγηθεί στο εφετείο η υπόθεση της έρευνας της Novartis.   Κι αυτό γιατί υπάρχουν ανώτεροι δικαστές-εφέτες που θέλουν να πάρουν την υπόθεση στο εφετείο, καθώς όλα τα μεγάλα σκάνδαλα, με απόφαση της ολομέλειας του εφετείου, ανατίθεντο σε εφέτες ανακριτές. Η κυβέρνηση όμως δεν θέλει να φύγει η υπόθεση από την κ. Τουλουπάκη.   Ένα από τα επιχειρήματα που ακούστηκαν από κυβερνητικά στελέχη για να πείσουν ότι δεν πρόκειται για σκευωρία είναι ότι στη δικογραφία δεν περιλαμβάνεται ο Μάκης Βορίδης, ο τελευταίος υπουργός Υγείας της κυβέρνησης Σαμαρά.   Αυτό τον ισχυρισμό υιοθέτησε στη δημόσια τηλεόραση ο Νίκος Παππάς. Όμως όλα δείχνουν ότι η ελληνική δικογραφία έχει χτιστεί πάνω στο χρονικό διάστημα που αφορούν οι καταθέσεις των στελεχών της Novartis, δηλαδή από το 2006 ως το 2014. Να θυμίσουμε εδώ ότι η ιστορία ξεκίνησε όταν δύο στελέχη της Novartis που απολύθηκαν το 2014, για εκδικητικούς και οικονομικούς λόγους, κατέφυγαν στην επιτροπή κεφαλαιαγοράς στις ΗΠΑ για να καταγγείλουν την ελληνική θυγατρική εταιρεία και την ηγεσία της για αθέμιτες πρακτικές. Για τον λόγο αυτό μιλάμε για σκάνδαλο 2006-14, διότι γι’ αυτό το διάστημα έχουν στοιχεία τα στελέχη αυτά.

Μια επέκταση της ελληνικής έρευνας, μετά και πριν από αυτό το χρονικό όριο, θα συμπεριλάμβανε και τον Π. Κουρουμπλή, αλλά και το πριν από το 2006 διάστημα της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή. Κι εδώ είναι άλλο ένα παράδοξο.   Η κυβέρνηση αυτή επιχειρεί να αξιοποιήσει πολιτικά με κάθε τρόπο το σκάνδαλο Novartis, αναφερόμενη και στην εκτίναξη της φαρμακευτικής δαπάνης, που είναι η ουσιαστική βλάβη του δημόσιου συμφέροντος, αφήνοντας απ’ έξω την κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή, που αντικειμενικά και με βάση τα στοιχεία έχει τη μεγαλύτερη πολιτική ευθύνη. Βέβαια, στα ημερολόγια του Κ. Φρουζή και της Novartis υπάρχουν και υπουργοί της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο κ. Κουρουμπλής, αλλά και πολλά πρόσωπα που σχετίζονται με την κυβέρνηση.   Ο κ. Φρουζής, άλλωστε, σε κάποια από τις ηλεκτρονικές του επιστολές αναφέρει ότι χρειάζεται να προσεγγίσει όλα τα κόμματα λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε μεσούσης της κρίσης.

 

Όσο για τη βασική κατηγορία εναντίον του Π. Κουρουμπλή, αυτή έχει ως εξής: το 2015 θα έπρεπε να πραγματοποιηθούν δύο ανατιμολογήσεις όλων των φαρμάκων και έγινε μόνο μία, τον… Δεκέμβριο.   Βάσει του νόμου, σε κάθε ανατιμολόγηση γίνονται μόνο μειώσεις στις τιμές των φαρμάκων και όχι αυξήσεις.   Επίσης, επειδή δεν έγινε η ανατιμολόγηση, δεν πήραν μείωση τα πρωτότυπα φάρμακα που έχαναν την πατέντα τους μέσα στο 2015. Για παράδειγμα, ένα πρωτότυπο φάρμακο A κόστιζε με πατέντα 160 ευρώ στη λιανική τιμή και όταν έχασε την πατέντα του, τον Δεκέμβριο του 2015, πήγε περίπου στα 60 ευρώ.   Μόνο που αυτή η μείωση καθυστέρησε έναν χρόνο και ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί ποιος ωφελήθηκε και ποιος ζημιώθηκε από την καθυστέρηση αυτή. Ο Π. Κουρουμπλής υποστηρίζει ότι έβγαλε την υπουργική απόφαση για την ανατιμολόγηση των φαρμάκων λίγο πριν παραδώσει για τις εκλογές του Σεπτεμβρίου, χωρίς όμως να τη στείλει για ΦΕΚ.   Μετά ανέλαβε ο Ξανθός, ο οποίος διαπραγματευόταν, λέει, με την Τρόικα και έβγαλε τον Νοέμβριο νέα υπουργική απόφαση.   Δηλαδή, το δελτίο τιμών φαρμάκων, αντί να εκδοθεί δύο φορές μέσα στο 2015, όπως ο νόμος ορίζει ρητώς, εκδόθηκε τελικώς μόνο μία, τέλη Δεκεμβρίου 2015, με έναρξη της ισχύος του στις αρχές Ιανουαρίου 2016. Δεν εφαρμόστηκε νέο δελτίο τιμών φαρμάκων το 2015, δηλαδή δεν υπήρξε καμία μείωση στις τιμές των φαρμάκων κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Όλη αυτή η κωλυσιεργία απέβη υπέρ των εταιρειών, οι οποίες κέρδισαν αρκετά εκατομμύρια, αλλά κυβερνητικά στελέχη ισχυρίζονται ότι δεν είχαν καμία τέτοια βούληση, απλώς ήταν μια παράπλευρη απώλεια της διαπραγμάτευσης.

 

Μεγάλο μέρος της δικογραφίας που κατατέθηκε στη Βουλή στηρίζεται κυρίως στο master plan που η Novartis εκπόνησε εν μέσω κρίσης, προκειμένου να έχει τις μικρότερες απώλειες.   Εκεί φαίνεται πως στόχος της εταιρείας είναι η αύξηση της επιρροής της στο σύστημα που αποφασίζει. Ενώ περιγράφονται όμως οι στόχοι, δεν περιγράφονται τα μέσα. Φυσικά, σε κανένα επιχειρηματικό πρότζεκτ δεν αναφέρονται δωροδοκίες και χρηματισμοί. Ούτε είναι γνωστό πόσοι από τους σχεδιασμούς αυτούς υλοποιήθηκαν με επιτυχία. Το 2011, πάντως, ο Κ. Φρουζής φέρεται να ζητάει την υποστήριξη της μητρικής εταιρείας, λέγοντας: «Έχετε κατά νου πως ειδικά τον επόμενο χρόνο χρειάζομαι συμμάχους από όλα τα πολιτικά κόμματα…». Στέλεχος φαρμακευτικής εταιρείας, που δεν εμπλέκεται στο σκάνδαλο της Novartis αλλά γνωρίζει καλά τον χώρο, αναφέρει ότι «οι φαρμακευτικές δεν ήταν σε κάθε περίπτωση αναγκασμένες να λαδώσουν πολιτικούς –παρά μόνο για δημόσιες σχέσεις‒, καθώς το νομικό πλαίσιο ήταν τέτοιο που με γιατρούς, φαρμακοποιούς και κανένα δημόσιο υπάλληλο, ή γραμματέα, μπορούσαν να τρέξουν τον φάκελο υποβολής άδειας ή τιμής πιο γρήγορα».

Δεν αποκλείει, ωστόσο, καθόλου το να υπάρχουν και μαύρα χρήματα. «Γενικά, εδώ πιστεύω ότι έχουμε σίγουρα μία περίπτωση σκανδάλου με όρους φαρμακευτικής βιομηχανίας και θα δούμε αν όντως υπάρχει και πολιτικό σκάνδαλο ή δουλεύει ως όχημα για να υπάρχει».   Διευκρινίζει ότι αυτό το λέει με την έννοια των ποινικών ευθυνών, γιατί πολιτικές ευθύνες υπάρχουν διαχρονικά. Αναφέρει ότι γράφτηκε για αθέμιτες πρακτικές σε κυβερνητικούς αξιωματούχους, με τους δημοσιογράφους να μεταφέρουν έτσι τον όρο government official, ο οποίος ναι μεν μεταφράζεται ως κυβερνητικός αξιωματούχος, αλλά στις ΗΠΑ και στον κώδικα των φαρμακευτικών εταιρειών παγκοσμίως περιλαμβάνει κάθε δημόσιο λειτουργό (γιατρό, φαρμακοποιό, δημόσια υπηρεσία κ.λπ.) και όχι μόνο πολιτικό, όπως επίσης και όποιον έχει συναλλαγές με το Δημόσιο. «Εμείς, στην Ελλάδα, government official θεωρούμε όλους τους γιατρούς, ακόμα και τους ιδιώτες, επειδή συνταγογραφούν για δημόσια ταμεία, όλους τους φαρμακοποιούς κ.λπ., ακόμα-ακόμα και ένα γραφείο που είναι προμηθευτής του Δημοσίου». Το στέλεχος της φαρμακευτικής εταιρείας επισημαίνει ότι η κατάσταση σχετικά με τις περισσότερες φαρμακευτικές εταιρείες στην Ελλάδα έχουν βελτιωθεί μετά το 2010. Ειδικά ο νόμος έχει γίνει πολύ αυστηρός και στην Ελλάδα. «Θυμίζω ότι οι φαρμακοβιομήχανοι ήταν αναφανδόν με τον ΣΥΡΙΖΑ (μέχρι και προεκλογικές ομιλίες στα εργοστάσια είχαν γίνει) γιατί είχε υποσχεθεί ενίσχυση της φαρμακοβιομηχανίας με fix τιμή στα γενόσημα, ενώ αυτά θα μπορούσαν να έρθουν απ’ έξω πολύ φτηνότερα». Ανεξάρτητα από το αν η υπόθεση αυτή καταλήξει κάπου ή μπει στο συρτάρι, είναι πιθανό να φωτιστεί περαιτέρω. Οι ισχυρισμοί και οι βεβαιότητες της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης οφείλουν να στοιχειοθετούνται. Ως τότε, οι πολίτες δεν μπορεί παρά να είναι επιφυλακτικοί προς κάθε κατεύθυνση.

www.lifo.gr

 

 

Νόμος περί (μη) ευθύνης υπουργών

Την τελευταία δεκαετία όλοι υποστηρίζουν την ανάγκη να μπει τέλος στο ακαταδίωκτο των υπουργών. Όμως καμία κυβέρνηση δεν έχει κάνει κάτι γι΄ αυτό.

Δημοσιεύθηκε στο inside story

 

Αγανακτισμένοι

Tο αίτημα για τιμωρία των πολιτικών που παρέβησαν το καθήκον τους ήταν από την αρχή της κρίσης σχεδόν καθολικό. Η ατιμωρησία και η έλλειψη λογοδοσίαςΔιαβάστε ένα σχετικό άρθρο του Χρήστου Ιωάννου στο inside storyαποτελούν βασικούς λόγους για την τεράστια απαξίωση των πολιτικών στη χώρα μας, η οποία οδηγεί σε γενικότερη απαξίωση της ίδιας της πολιτικής. Η κύρια αιτία της ατιμωρησίας βρίσκεται στην ελληνική νομοθεσία, η οποία καθιερώνει διαφορετικούς όρους για την ποινική ευθύνη των υπουργών, σε σχέση με την ποινική ευθύνη των υπόλοιπων Ελλήνων.

Είναι γνωστό ότι τυχόν ποινικά αδικήματα για τα μέλη των κυβερνήσεων διερευνώνται όχι από την τακτική δικαιοσύνη, αλλά από τους συναδέλφους τους στη Βουλή. Όταν η τακτική δικαιοσύνη εντοπίσει τυχόν ποινικές ευθύνες υπουργών, τότε στέλνει τη δικογραφία στη Βουλή για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Όμως λόγω της σύντομης παραγραφής των αδικημάτων των υπουργών –άλλη μια άνιση αντιμετώπιση σε σχέση με τους απλούς πολίτες– οι υποθέσεις τους συχνά δεν διερευνώνται καν, απλά ανακοινώνεται ότι παραγράφηκαν, χωρίς να καταλογιστούν ευθύνες. Έτσι ούτε τιμωρία υπάρχει, ούτε ο λαός μαθαίνει ποτέ την αλήθεια.

Στην περίπτωση βέβαια που κρίνεται ότι υπάρχουν αδικήματα, η Βουλή ασκεί ποινική δίωξη.

Το Άρθρο 86 του Συντάγματος

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος είναι ο πολιτικός που έχει συνδέσει το όνομά του με την αναθεώρηση του Συντάγματος και του περιβόητου άρθρου 86Το άρθρο 86 του Συντάγματος (του νόμου περί ευθύνης υπουργώνΟ νόμος 3126/2003), καθώς υπήρξε εισηγητής της πλειοψηφίας το 2001. Εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας ήταν ο σημερινός πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος και είναι γνωστό ότι οι αλλαγές προέκυψαν μέσα από την πολιτική συναίνεση των δύο κομμάτων, αλλά και του Συνασπισμού, που ψήφισε τότε τον νόμο, παρότι αργότερα τον κατήγγειλε.

H αναθεώρηση όμως του 2001, αντί τελικά να περιορίσει την ατιμωρησία, όπως υποτίθεται ότι σκόπευε, πέτυχε να ενισχύσει το ακαταδίωκτο των υπουργών, παρά την επιταγή του Συντάγματος που αναφέρει ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Ο νόμος αυτός συνολικά έρχεται σε αντίθεση με δύο από τις βασικότερες αρχές του συντάγματος: την αρχή της ισότητας και την αρχή της αναλογικότητας.

Ακαταδίωκτο λόγω παραγραφής

Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, μόνο η Βουλή –και όχι η δικαιοσύνη– έχει την αρμοδιότητα να ασκήσει δίωξη κατά υπουργών για αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Ο εν λόγω νόμος έχει κατηγορηθεί πολλές φορές ως βασικό εργαλείο διασφάλισης του ακαταδιώκτου των υπουργών, αλλά και τυχόν συνεργατών τους που συμμετέχουν στα αδικήματα. Ο βασικός όρος που το εξασφαλίζει αυτό εντοπίζεται στην πολύ σύντομη παραγραφή που επιφυλάσσει υπέρ των αδικημάτων υπουργών.

Το νομοθετικό σώμα, με το άρθρο 3 του νόμου περί ευθύνης υπουργών, θέσπισε μία διάταξη με την οποία τα αδικήματα που τυχόν τέλεσε κάποιος υπουργός και συνεργάτες του παραγράφονται «με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου, που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης». Αυτό στην πράξη σημαίνει, ότι αν ένας υπουργός τελέσει κάποιο αδίκημα, αυτό παραγράφεται ένα χρόνο μετά τις επόμενες εκλογές. Αν σε αυτές τις εκλογές σχηματίσει κυβέρνηση το ίδιο κόμμα, ελέγχει δηλαδή την απόλυτη πλειοψηφία, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα ασκηθεί ποτέ καμία ποινική δίωξη.

Το αποτέλεσμα είναι, αδικήματα που έχουν βλάψει τη χώρα και έχουν τελεστεί από υπουργούς και συμμέτοχους συνεργάτες τους, να μένουν εντελώς ατιμώρητα.

Οι αντιδράσεις και η κριτική για τον νόμο αυτό ήταν αρκετά έντονες σχεδόν από την επόμενη μέρα, ακόμα και μέσα στα ίδια τα κόμματα που τον θεσμοθέτησαν. Ο τέως υπουργός Δικαιοσύνης της Ν.Δ, Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, είχε υποστηρίξει ότι το –αναθεωρημένο το 2001– άρθρο 86 του Συντάγματος δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες μίας σύγχρονης δικαιοκρατικής κοινωνίας «διότι θεσμοθετήθηκε μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία για την ποινική δίωξη των υπουργών, η οποία πολύ δύσκολα μπορεί να καταλήξει στην παραπομπή τους στο ακροατήριο», όπως έγραφε σε σχετικό άρθρο τουH ποινική ευθύνη των υπουργών | Το Βήμα.

«Συγκεκριμένα, χρειάζεται να αποφασίσει το Κοινοβούλιο δύο φορές, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ώστε να ασκηθεί ποινική δίωξη. Την πρώτη φορά για να συσταθεί η Ειδική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και τη δεύτερη, όταν το πόρισμα της Επιτροπής αυτής εισαχθεί στην Ολομέλεια, η οποία τελικά αποφασίζει για την άσκηση ή μη διώξεως», συμπλήρωνε ο κ. Βαρβιτσιώτης.

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος ωστόσο, παρά την κριτική που έχει δεχθεί από τους περισσότερους συνταγματολόγους, υπερασπίζεταιΣχετικό άρθρο του Ευάγγελου Βενιζέλου με τίτλο «Η αλήθεια για τον νόμο περί ευθύνης υπουργών» τη θέση ότι με την αναθεώρηση, ο νόμος έγινε αυστηρότερος.

Ιστορικό

Νομοθεσία για την ποινική ευθύνη των υπουργών και τη διακριτική μεταχείρισή τους υπάρχει σε διάφορες παραλλαγές από το 1844. Σκοπός του νομοθέτη ήταν η αποφυγή δίωξης λόγω πολιτικής αντιπαλότητας. Όπως αναφέρει σε κείμενά του ο καθηγητής της Νομικής Σπ. Βλαχόπουλος, «Η δίωξη του πολιτικού αντιπάλου κορυφώνεται με τον εθνικό διχασμό. Μόλις οι βενιζελικοί ανακτούν την εξουσία το 1917, οι τέως πρωθυπουργοί Στέφανος Σκουλούδης, Σπυρίδων Λάμπρου και Δημήτριος Γούναρης κατηγορούνται, μεταξύ άλλων, για αντισυνταγματική ανάληψη εξουσίας, για εφαρμογή της πολιτικής του βασιλιά Κωνσταντίνου και για υποστήριξη φιλογερμανικής προπαγάνδας. Το αντίπαλο “στρατόπεδο” δεν ξεχνά, περιμένει την ευκαιρία να ανταποδώσει και έτσι την άνοιξη του 1933 υποβάλλεται πρόταση ποινικής δίωξης του Ελευθερίου Βενιζέλου για υποβοήθηση του αποτυχημένου κινήματος του Νικολάου Πλαστήρα τον Μάρτιο του ίδιου έτους».

Στα νεότερα χρόνια υπήρχαν περιπτώσεις όπου η Βουλή ξεκινούσε τη διαδικασία ποινικής δίωξης του πολιτικού αντιπάλου, αλλά στη συνέχεια την ανέστειλε, με την αιτιολογία της ανάγκης εθνικής ομοψυχίας. Όπως αναφέρει ο κ. Βλαχόπουλος, «τη δεκαετία του 1990 η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας αναστέλλει την ποινική δίωξη«Βρώμικο ’89» ή «Κάθαρση» | Σαν Σήμερα κατά του Α. Παπανδρέου για τις τηλεφωνικές υποκλοπές και το ίδιο συμβαίνει λίγο αργότερα, όταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αναστέλλει την ποινική δίωξη κατά του Κ. Μητσοτάκη, πάλι για σκάνδαλο τηλεφωνικών υποκλοπών».

H απαίτηση για λογοδοσία

Το λαϊκό αίσθημα περί λογοδοσίας συμμερίζονται πολλοί νομικοί, που συμφωνούν ότι η αρμοδιότητα της άσκησης της ποινικής δίωξης πρέπει να ανατεθεί στην τακτική δικαιοσύνη, ώστε να αποκατασταθεί η αρχή της ισότητας και να εμπεδωθεί το αίσθημα ισονομίας στους πολίτες. Παρομοίως προτείνεται να καταργηθεί το ακαταδίωκτο των βουλευτών και να διώκονται κανονικά, εκτός εάν αποφασίσει κατ’ εξαίρεση για κάποιον λόγο διαφορετικά η Βουλή.

Ο συνταγματολόγος και ευρωβουλευτής Κώστας Χρυσόγονος, μιλώντας στο inside story, υπενθυμίζει ότι έχει προτείνει από καιρό την κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος στο σύνολό του, καθώς «οι διατάξεις του άρθρου αυτού αναθέτουν αποκλειστικά στη Βουλή την πρωτοβουλία για τον καταλογισμό ποινικής ευθύνης στα μέλη της κυβέρνησης για αδικήματα που τέλεσαν, κατά παρέκκλιση από τις ποινικές διατάξεις που ισχύουν για όλους τους υπόλοιπους Έλληνες».

Χρυσόγονος2

Προτείνει και αυτός την περιστολή του ακαταδίωκτου του βουλευτή, καθώς η εφαρμογή του «έχει οδηγήσει σε πλήρη ποινική ασυδοσία», αφού η Βουλή δεν παρέχει σχεδόν ποτέ άδεια δίωξης, «ακόμη και για αξιόποινες πράξεις εντελώς άσχετες με την πολιτική δραστηριότητα των βουλευτών». Αυτό μάλιστα, όπως υπενθυμίζει, είχε ως συνέπεια την καταδίκη της Ελλάδας«Ευρωχαστούκι» για τη βουλευτική ασυλία | Το Βήμα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο των αντιδίκων των βουλευτών.

Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες πάντως, που υπάρχει επίσης το ακαταδίωκτο του βουλευτή, δίνεται η δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να ασκηθεί δίωξη όταν πρόκειται για αξιόποινη πράξη που δεν σχετίζεται με την πολιτική δραστηριότητά των βουλευτών.

Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος, μιλώντας στο inside story, χαρακτηρίζει το άρθρο 86 «πηγή όλων των δεινών» και τονίζει την επιτακτική ανάγκη αναθεώρησής του. Ο κ. Αλιβιζάτος υποστηρίζει ότι πρέπει να αφαιρεθεί από τη Βουλή η αρμοδιότητα για τη δίωξη των υπουργών και να ανατεθεί σε συλλογικό όργανο αποτελούμενο από ανώτατους δικαστές , όπως γίνεται στη Γαλλία, ή από μέλη της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Ταυτόχρονα προτείνει να καταργηθεί η σύντομη παραγραφή που προβλέπεται για τα αδικήματα των υπουργών. Επίσης προτείνει η χορήγηση της βουλευτικής ασυλίας να δίνεται μόνο με απόφαση της Βουλής, ύστερα από αίτημα του εγκαλούμενου βουλευτή, σύμφωνα με το μοντέλο του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Αλιβιζάτος

Ο κ. Αλιβιζάτος μάλιστα, μαζί με τον επίσης καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Αντώνη Μανιτάκη, έχουν προτείνει με κοινό άρθροΠέντε προτάσεις για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής | Η Καθημερινή τη δέσμευση όλων των κομμάτων –έως ότου αναθεωρηθεί το Σύνταγμα– να παραπέμπονται οι υπουργοί κατά των οποίων διατυπώνονται σοβαρές κατηγορίες χωρίς έρευνα στο δικαστικό συμβούλιο, στο οποίο θα εναπόκειται η παραπομπή τους ή όχι στο υπουργοδικείο (ειδικό δικαστήριο*)

Υπουργοδικείο είναι το Ειδικό Δικαστήριο που είναι αρμόδιο για τις υποθέσεις ποινικής ευθύνης των υπουργών. Έχει ως αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάζει ποινικά αδικήματα που τελέστηκαν από μέλη της κυβέρνησης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 το Ειδικό Δικαστήριο συγκροτείται από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου, που κληρώνονται από τον Πρόεδρο της Βουλής. Πρόεδρος ορίζεται ο ανώτερος σε βαθμό –και μεταξύ ισοβάθμων ο αρχαιότερος– από τα μέλη του Αρείου Πάγου. Πριν από τη συνταγματική αναθεώρηση η Βουλή όριζε και τρεις βουλευτές ως κατηγόρους. Μετά την αναθεώρηση, τα καθήκοντα του εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου. Η αλλαγή αυτή έγινε για να απεμπλακεί η Βουλή και να υπάρχει αμεροληψία από την κατηγορούσα αρχή.

Αρμόδια για την άσκηση ποινικής δίωξης στους υπουργούς είναι αποκλειστικά η Βουλή, με απόφαση που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (με τουλάχιστον 151 ψήφους). Η Βουλή μπορεί να ανακαλέσει την απόφασή της σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

Μετά την άσκηση της δίωξης αναλαμβάνει το Δικαστικό Συμβούλιο, που συγκροτείται από δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου. Αυτό εποπτεύει την ποινική προδικασία της υπόθεσης. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα μέλη του ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με την έκδοση βουλεύματος και στη συνέχεια η υπόθεση πηγαίνει στο ακροατήριο για να εκδικαστεί.

Για την παραπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας απαιτείται πλειοψηφία 2/3 του όλου αριθμού των Βουλευτών.

Μετά την μεταπολίτευση, στο Ειδικό Δικαστήριο έχουν παραπεμφθεί μόλις δύο υποθέσεις: το σκάνδαλο με το γιουγκοσλαβικό καλαμπόκιΤο σκάνδαλο του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού | Σαν Σήμερα το 1990 και το σκάνδαλο ΚοσκωτάΣκάνδαλο Κοσκωτά το 1992.

Ο τέως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Δημήτρης Παξινός, έχει υποστηρίξει ότι δεν χρειάζεται καν ιδιαίτερη συνταγματική αναθεώρηση για την κατάργηση του άρθρου 86 του Συντάγματος. Σύμφωνα με την άποψή του, καθώς τα πάντα στη νομική επιστήμη είναι θέμα ερμηνείας, η ανεξάρτητη δικαστική εξουσία «ερμηνεύοντας αυθεντικά το Σύνταγμα» μπορεί κάλλιστα να υιοθετήσει την ερμηνεία περί αντίθεσης του άρθρου 86 στην υπέρτερη συνταγματική διάταξη του άρθρου 4Το άρθρο 4 (Ισότητα των Ελλήνων), περί ισότητας των Ελλήνων. Με την άποψη αυτή ωστόσο, διαφωνούν πολλοί συνταγματολόγοι, οι οποίοι επιμένουν ότι μόνο με την αναθεώρηση του Συντάγματος μπορεί να αλλάξει το άρθρο 86 και να μπει τέλος στο ακαταδίωκτο των υπουργών.

Η δέσμευση του Αλέξη Τσίπρα

Τι γίνεται όμως με την αναθεώρηση του Συντάγματος, την οποίαν έχει εξαγγείλει τόσες φορές και πανηγυρικά η σημερινή κυβέρνηση, που δεσμεύτηκε ότι θα βάλει τέλος στην ατιμωρησία των υπουργών;

Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, το Μέγαρο Μαξίμου τελευταία διστάζει, καθώς εκτιμά ότι πιθανόν να μην έχουν οι ίδιοι την πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή. Παρόλα αυτά, δύσκολα θα κάνουν πίσω, καθώς το έχουν αναγγείλει πολλές φορές και δεν είναι εύκολο να βρουν μία καλή δικαιολογία για να μην προχωρήσουν.

Το inside story επικοινώνησε με τον καθηγητή Πολιτικής Κοινωνιολογίας Μιχάλη Σπουρδαλάκη, επικεφαλής της Επιτροπής Διαλόγου για την Συνταγματική ΑναθεώρησηΕπιτροπή Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, που συστάθηκε το 2016 με απόφαση του πρωθυπουργού. Η απόφαση είχε ανακοινωθεί τότε εν χορδαίς και οργάνοις.

 

Η Επιτροπή αυτή δεν έχει σχέση με τις αναθεωρητικές διαδικασίες, που είναι αρμοδιότητα της Βουλής. Σκοπός της είναι η αποτύπωση της λαϊκής βούλησης μέσα από δημόσια διαβούλευση, ώστε να καταγραφεί ο προβληματισμός κοινωνικών φορέων και πολιτών. (Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι, ενώ συμμετέχουν όλοι οι εργοδοτικοί φορείς, έχουν αρνηθεί να συμμετάσχουν οι φορείς των εργαζομένων. Επίσης ο κ. Σπουρδαλάκης έχει εκφράσει τον προβληματισμό του για τη μικρή συμμετοχή των νέων).

Όσον αφορά στο διαρκώς επίκαιρο ζήτημα της ευθύνης υπουργών, ο κ. Σπουρδαλάκης αναφέρει πως υπάρχει υπάρχει γενική συναίνεση και όλοι ζητούν την κατάργηση του σχετικού νόμου, απαιτώντας να ισχύει για τους υπουργούς ό,τι και για τους άλλους πολίτες.

Παρόλα αυτά εδώ και τρία χρόνια δεν έχει ληφθεί κάποια πρωτοβουλία για το θέμα. Η όποια αναθεώρηση γίνει φυσικά θα είναι από την επόμενη Βουλή, αλλά την απόφαση θα πρέπει να την πάρει η τωρινή, και είναι μία διαδικασία η οποία θα χρειαστεί τουλάχιστον δύο μήνες.

Είναι αξιοπρόσεκτο πάντως, ότι ενώ ο Αλέξης Τσίπρας μέχρι και το 2015 μιλούσε για την κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών με κάθε ευκαιρία, μετά το 2016 οι αναφορές αραίωσαν και τελευταία μοιάζει να το έχει ξεχάσει. Στο θέμα αυτό ωστόσο, δεν μπορεί να επικαλεστεί καμία πίεση των δανειστών ή της ΕΕ, καθώς κανείς τους δεν αντιτίθεται σε αυτό. Αν εξετάζει σοβαρά την προσφυγή στις κάλπες το φθινόπωρο, όπως αναφέρουν κάποιες πληροφορίες, τα περιθώρια στενεύουν και αν υπάρχει πραγματικά βούληση για να μπει τέλος στο ακαταδίωκτο των υπουργών, θα πρέπει να κινήσει τη διαδικασία άμεσα.

 

https://insidestory.gr/article/nomos-peri-mi-eythynis-ypoyrgon?token=F174NO697P&utm_source=facebook&utm_medium=post&utm_campaign=op&utm_content=%2Farticle%2Fnomos-peri-mi-eythynis-ypoyrgon

 

3 χρόνια κυβέρνηση Τσίπρα − Καμμένου: Χωρίς αρχές και χωρίς πρόγραμμα

Οι υποσχέσεις, οι φιλοδοξίες, οι αντιδράσεις, η απογοήτευση: Ο απολογισμός μιας ταραγμένης τριετίας. ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 1.2.2018 | www.lifo.gr

ΤΣΙΠΚΑΜΦΩΤΟ

Πριν από τρία χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ, που κινούνταν για χρόνια μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση, επιλέγοντας ως εταίρο το δεξιό-εθνικολαϊκιστικό κόμμα των ΑΝ.ΕΛ. Η κρίση του 2009 και η αποτυχία του πολιτικού κατεστημένου να την αντιμετωπίσει έφερε στο πολιτικό προσκήνιο πλήθος περιθωριακών προσώπων και τον Αλέξη Τσίπρα με τον Πάνο Καμμένο στην εξουσία. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εκμεταλλεύτηκε τη λαϊκή δυσαρέσκεια και αυτή τους οδήγησε αλματωδώς στη διακυβέρνηση της χώρας. Αναμφισβήτητα πρόκειται για μια επιτυχία του Αλέξη Τσίπρα, ακόμα και αν δεν κατάφερε να κερδίσει αυτοδυναμία και να δει ποσοστά σαν αυτά που είχαν λάβει ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Κώστας Καραμανλής, παρ’ ότι είχε ξεκινήσει η πορεία φθοράς των κομμάτων τους. Στις δεύτερες εκλογές, του Σεπτεμβρίου, μετά από διακυβέρνηση μόλις λίγων μηνών και χωρίς να έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται τα αντιλαϊκά μέτρα που είχε νομοθετήσει, δέχτηκε την πρώτη αποδοκιμασία, καθώς τον εγκατέλειψαν περίπου 300.000 ψηφοφόροι, οι οποίοι τον είχαν εμπιστευτεί τον Ιανουάριο. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η απώλεια αυτή, που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2015, συνεχίστηκε μέχρι σήμερα, που φαίνεται για την ώρα να έχει σταθεροποιηθεί σε χαμηλά ποσοστά, περίπου 15% κάτω από το εκλογικό ποσοστό του, καθώς οι πολίτες δεν φαίνεται να επιδοκιμάζουν τη διακυβέρνησή του.

 

Ο Αλέξης Τσίπρας υποσχέθηκε ότι θα τα έκανε όλα διαφορετικά, καταγγέλλοντας με σκληρή γλώσσα τους προηγούμενους και αφού πειραματίστηκε ανεπιτυχώς για μερικούς μήνες, μεγαλώνοντας τη ζημιά για τους πολλούς, αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο των προηγούμενων κυβερνήσεων με ακόμα μεγαλύτερο κόστος, προφανή απειρία, περισσότερους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Αυτό το γεγονός προκαλεί δυσφορία στο εσωτερικό, αλλά ικανοποίηση στους δανειστές, οι οποίοι τον περιγράφουν ως τον πιο πρόθυμο πρωθυπουργό να ακολουθήσει τις οδηγίες τους. Η δικαιολογία του Τσίπρα, ότι ξαναπήγε σε εκλογές αφού είχε ψηφίσει το τρίτο μνημόνιο και κέρδισε πάλι, άρα ο ελληνικός λαός έχει εγκρίνει την πολιτική του, δεν φαίνεται να πείθει πολλούς. Είναι μια απλοϊκή και βολική για τον ίδιο απάντηση, αλλά εξαιρετικά ελλιπής. Πρώτα απ’ όλα, ο ελληνικός λαός, στην πλειονότητά του, αγνοούσε το περιεχόμενο του τρίτου μνημονίου και ο ίδιος το αποσιωπούσε για ευνόητους λόγους. Οι περισσότεροι, βέβαια, υποψιάζονταν ότι δεν ήταν κάποιο φιλολαϊκό πρόγραμμα. Ο Τσίπρας όμως και τα στελέχη του ισχυρίζονταν ότι αν και ψήφισαν το τρίτο μνημόνιο, δεν θα το εφάρμοζαν, γιατί θα έβρισκαν ισοδύναμα μέτρα. Με αυτήν ακριβώς τη δέσμευση κέρδισαν τις δεύτερες εκλογές, την οποία στην πορεία επίσης δεν τήρησαν, άρα ο ισχυρισμός περί πολιτικής νομιμοποίησης είναι αβάσιμος. Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ από τον Ιανουάριο του 2015 και μετά, για όσους ήξεραν τι είχε προηγηθεί από το 2012 μέχρι τότε, ήταν προδιαγεγραμμένη. Κανείς ωστόσο από εκείνους που γνώριζαν δεν τόλμησε να φωνάξει ότι ο βασιλιάς ήταν γυμνός − ο καθένας για τους δικούς του λόγους.

Ο Αλέξης Τσίπρας και η συγκυρία

Ήταν όλη αυτή η πορεία προς τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσμα μακρόπνοου σχεδιασμού και των στρατηγικών ικανοτήτων του Αλέξη Τσίπρα; Ξεκάθαρα όχι. Ούτε ο Τσίπρας αλλά ούτε και κανείς άλλος μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ τολμούσε να φανταστεί μέχρι το 2012 ότι μπορεί να κέρδιζαν την εξουσία. Πολλοί σχολιαστές, που τα προηγούμενα χρόνια τον περιφρονούσαν, εμφανίστηκαν εκ των υστέρων (αφού κέρδισε την εξουσία) να εξυμνούν τον Αλέξη Τσίπρα ως τον χαρισματικό ηγέτη που πήρε μια ομάδα Γ’ Εθνικής, όπως έγραφαν, και την πήγε στην Α’ κατηγορία. Αν ο Αλέξης Τσίπρας όμως ήταν τόσο χαρισματικός όσο τον παρουσιάζουν κάποιοι, γιατί δεν κατάφερε να αυξήσει τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2009, όταν κατέβηκε σε εκλογές για πρώτη φορά ως επικεφαλής του κόμματός του; Αντιθέτως, πέτυχε χαμηλότερα ποσοστά από τις προηγούμενες εκλογές, όταν το κόμμα του κατέβηκε με αρχηγό τον Αλέκο Αλαβάνο. Ο Τσίπρας τότε είχε ρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ από την τέταρτη θέση στην πέμπτη. Μάλιστα, σε εκείνες τις εκλογές τον ξεπέρασε και ο Καρατζαφέρης, το κόμμα του οποίου επί Αλαβάνου ήταν πίσω από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα και στις δημοτικές εκλογές του 2006, οπότε έφερε ένα καλό αποτέλεσμα ως υποψήφιος δήμαρχος στην Αθήνα, μπορεί να ανέβασε τα ποσοστά της παράταξής του (κάτι που κατά καιρούς είχαν πετύχει και αρκετοί άλλοι του ΣΥΡΙΖΑ σε μεγάλους δήμους), πλην όμως νικήθηκε από τις αδύναμες υποψηφιότητες των Νικήτα Κακλαμάνη και Κώστα Σκανδαλίδη, που πέτυχαν πολύ μεγαλύτερα ποσοστά από εκείνον, αν και ήταν ήδη πολιτικώς φθαρμένα πρόσωπα. Στις ευρωεκλογές του 2009 ο ΣΥΡΙΖΑ με τον Αλέξη Τσίπρα έλαβε 4,7%, ποσοστό πιο μικρό από αυτό των εθνικών εκλογών, κάτι που δεν είχε ξανασυμβεί και θεωρήθηκε μεγάλη αποτυχία του κόμματος, προκαλώντας έντονη κριτική και γκρίνια.

ΤσιπΦωτο

Δεν ήταν, λοιπόν, το χάρισμα του Αλέξη Τσίπρα αλλά η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων, και ειδικά του ΠΑΣΟΚ που, θυμωμένοι από την ανικανότητα της πολιτικής ηγεσίας του να διαχειριστεί την κρίση, ήταν έτοιμοι να το εγκαταλείψουν και να κατευθυνθούν αλλού. Το καινούργιο που περίμεναν πολλοί να γεννηθεί μέσα από τις οργισμένες αντιδράσεις στην πλατεία Συντάγματος δεν γεννήθηκε ποτέ. Η ΝΔ είχε τεράστιες ευθύνες και αποδοκιμαζόταν κι αυτή μαζί με το ΠΑΣΟΚ, ενώ το ΚΚΕ δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον να παίξει αυτόν το ρόλο που αναζητούσαν οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι, κυρίως του ΠΑΣΟΚ. Έτσι, έμενε μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ για να του αναθέσουν την ανατροπή των πολιτικών της φτωχοποίησης και τον ρόλο του τιμωρού.   Η απειρία του ήταν προφανής, η αξιοπιστία του εξαρχής αμφίβολη, αλλά ο κόσμος πήρε το ρίσκο, πιστεύοντας ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να γίνουν χειρότερα. Το φθινόπωρο του 2011 όσοι συνομιλούσαν με τον Αλέξη Τσίπρα και τους πολύ στενούς συνεργάτες του γνωρίζουν ότι, παρά τη μυθολογία που αναπτύχθηκε εκ των υστέρων, ούτε καν φαντάζονταν όσα συνέβησαν στις εκλογές του 2012. Η προσδοκία τους ήταν να πετύχουν ένα 7%-8%. Οι αισιόδοξοι έλεγαν ότι μπορεί να πλησίαζαν και διψήφιο νούμερο, ούτε ένας όμως δεν πίστευε ότι μπορεί να ξεπερνούσαν το 10%. Όταν ένας δημοσιογράφος, τον Μάρτιο του 2012, είπε σε στενό συνεργάτη του Αλέξη Τσίπρα ότι το ΠΑΣΟΚ θα καταρρεύσει και αρκετοί ψηφοφόροι του θα κατευθυνθούν στον ΣΥΡΙΖΑ, γεγονός που θα τους οδηγήσει σε διψήφια ποσοστά, τον ρώτησε αν είναι τρελός και τον προκάλεσε να βάλουν στοίχημα, λέγοντάς του ότι αυτά δεν τα υποστηρίζει ούτε ο πιο αισιόδοξος στο επιτελείο του προέδρου. Ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί, βέβαια, να μην τολμούσε να φανταστεί ότι θα γινόταν πρωθυπουργός, αλλά ήταν πάντα φιλόδοξος, αγαπούσε τη δημοσιότητα και επιζητούσε να αποκτήσει ισχύ. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα καλό «μαγαζί» με προσβάσεις σε κέντρα εξουσίας και αρκετούς ανθρώπους του σε θέσεις κλειδιά. Μπορούσε να το παίζει εκ του ασφαλούς αντισυστημικός και ταυτόχρονα να κάνει δουλειές κανονικά με το «σύστημα». Στις τάξεις του είχε πάντα αρκετά ευκατάστατα στελέχη, ακόμα και εκατομμυριούχους, κάποιοι εκ των οποίων έκαναν δουλειές με τις προηγούμενες κυβερνήσεις που ταυτόχρονα κατήγγελλαν.

Οι φιλοδοξίες της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ και η πορεία προς την εξουσία

Αυτό που ήθελε ο Αλέξης Τσίπρας όταν έγινε πρόεδρος ήταν ο έλεγχος του κόμματος και μέσω αυτού να αποκτήσει ισχυρές προσβάσεις. Η επιρροή στα ΜΜΕ ήταν το άλλο μέλημά του. Για τα κομματικά ΜΜΕ είχε πάντα μια ελαφρά περιφρόνηση, ενώ, αντιθέτως, τον ενδιέφεραν τα μεγάλα ονόματα των συστημικών ΜΜΕ και με κάθε αφορμή φρόντιζε να αποκτά σχέσεις με όποιον από αυτούς του δινόταν η ευκαιρία. Είναι γνωστή η προσέγγιση γνωστού δημοσιογράφου μεγάλου καναλιού, όσο ήταν ακόμα αρχηγός του μικρού ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίο προσπάθησε να πείσει την Κουμουνδούρου να αναθέσουν τα κομματικά ΜΜΕ, αλλά δεν τα κατάφερε. Στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ από το προεδρικό περιβάλλον τότε, απαντώντας στις επιφυλάξεις για το πρόσωπο αυτό, υποστήριζε ότι ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος θα περνούσε τις θέσεις τους από τον τηλεοπτικό σταθμό στον οποίο εργαζόταν και αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα οι θέσεις τους να φτάνουν σε ενάμισι εκατομμύριο πολίτες καθημερινά, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του. Ο Νίκος Βούτσης, την περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν ακόμα στην αντιπολίτευση, έλεγε ότι με τον Αλέξη Τσίπρα συμφωνεί σε όλα εκτός από ένα πράγμα: την αναλογία της επικοινωνιακής πολιτικής. «Εγώ λέω ότι επικοινωνία και πολιτική είναι 50-50, ενώ ο Αλέξης ισχυρίζεται ότι είναι 80% η επικοινωνία και 20% πολιτική» αφηγούνταν.

Αγκαλιά

Μετά το 2009 τα ΜΜΕ ήταν στην ημερήσια διάταξη. Στενοί συνεργάτες του προσέγγιζαν δημοσιογράφους με σκοπό να προωθήσουν συγκεκριμένη ατζέντα, ενώ, όπου μπορούσαν, παρενέβαιναν σε ΜΜΕ και ζητούσαν από τους διευθυντές των μέσων οι συντάκτες που κάλυπταν το ρεπορτάζ του ΣΥΡΙΖΑ να είναι της εγκρίσεώς τους. Τότε συναντούσαν αρκετές δυσκολίες. Μετά το 2012 όλα έγιναν πιο εύκολα. Από τον Ιούνιο του 2012 και μετά, καθώς ήταν φανερό ότι θα κέρδιζαν τις επόμενες εκλογές, άρχισαν να τους προσεγγίζουν όλοι όσοι είχαν εύλογο ενδιαφέρον και κυρίως επιχειρηματίες. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ένιωθε κολακευμένη, αλλά δεν της αρκούσε. Ήθελε να γίνει αποδεκτή από όλους τους συστημικούς παίκτες και κυρίως από τους δανειστές, ώστε να μην τους βάλουν εμπόδια στον δρόμο για την εξουσία. Ήξεραν καλά ότι ήταν απροετοίμαστοι για την ανάληψη της εξουσίας. Όταν είδαν όμως ότι η συγκυρία ήταν τέτοια που τους οδηγούσε εκεί, δεν δίστασαν καθόλου. Ο φόβος, ωστόσο, για το αν θα κατάφερναν να επιπλεύσουν υπήρχε, κάτι που τους προκαλούσε αρκετό άγχος, καθώς όποιος πέφτει στη θάλασσα χωρίς να ξέρει κολύμπι κινδυνεύει να πνιγεί. Γι’ αυτό και άρχισαν από νωρίς να αναζητούν σωσίβια στον ξένο παράγοντα. Η χαρά για τα πρωτόγνωρα προνόμια που είχαν αποκτήσει ήδη ως αξιωματική αντιπολίτευση, πάντως, υπερνικούσε το άγχος της ανεπάρκειας και τον φόβο για τυχόν συνέπειες που αυτή θα μπορούσε να έχει.

ΤσίπραςΚομπολόι

Η ηγετική ομάδα γνώριζε καλά ότι για να μείνει στην εξουσία έπρεπε να κάνει άλλα από εκείνα που έλεγε και αυτό δεν ήταν βέβαιοι αν θα κατάφερναν να το περάσουν χωρίς να προκαλέσουν τη λαϊκή οργή. Ήταν όμως αποφασισμένοι να μην αφήσουν να χαθεί η ευκαιρία. Με τον Γιάνη Βαρουφάκη ο Αλέξης Τσίπρας είχε εντυπωσιαστεί από την αρχή, ειδικά με τις γνωριμίες του, οι οποίες πίστευε ότι θα του άνοιγαν πόρτες σε ΗΠΑ και Ε.Ε. Γι’ αυτό και παραμέρισε άλλα στελέχη του οικονομικού του επιτελείου και του ανέθεσε το υπουργείο και τη διαπραγμάτευση, σχεδόν εν λευκώ.

Η λευκή σημαία της 20ής Φεβρουαρίου 2015

Πριν καλά-καλά κλείσουν έναν μήνα στην εξουσία, στο Eurogroup του Φεβρουαρίου του 2015 ο Γιάνης Βαρουφάκης, ο οποίος ήταν σε συνεχή επικοινωνία με τον Αλέξη Τσίπρα, συμφώνησε σε μια απόφαση που καταγράφηκε στο κείμενο της ανακοίνωσης, με την οποία ξεκάθαρα δεχόταν να ακολουθήσουν την πολιτική των μνημονίων που κατήγγελλαν. Το κείμενο αυτό, παρ’ ότι ήταν δημόσιο, δεν παρουσιάστηκε παρά σε ελάχιστα μικρά ΜΜΕ, δεν έγινε καν αντικείμενο ρεπορτάζ και αποσιωπήθηκε εντελώς από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., σαν να μην υπήρχε.

Στην απόφαση αυτή αναφερόταν ξεκάθαρα ότι η κυβέρνηση Τσίπρα, που συνέχιζε να καταγγέλλει λεκτικά τα μνημόνια, ζητούσε την παράταση της δανειακής σύμβασης και του μνημονίου και αναγνώριζε όλα τα αποτελέσματα των δύο προηγούμενων μνημονίων.

Το κείμενο αυτό, μεταξύ άλλων, έλεγε: «… Οι ελληνικές αρχές επαναλαμβάνουν την αδιαμφισβήτητη δέσμευσή τους να τηρήσουν τις δανειακές υποχρεώσεις προς όλους τους πιστωτές, πλήρως και έγκαιρα. Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται επιπλέον να διασφαλίσουν τα πρέποντα πρωτογενή πλεονάσματα ή τα οικονομικά έσοδα που απαιτούνται για τη βιωσιμότητα του χρέους, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup του Νοεμβρίου του 2012…». Κι επίσης: «… Οι ελληνικές αρχές δεσμεύονται να απόσχουν από κάθε ανατροπή μέτρων ή μονομερείς αλλαγές στις πολιτικές αυτές και στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα είχαν αρνητικές συνέπειες στους δημοσιονομικούς στόχους, την οικονομική ανάκαμψη ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, όπως αξιολογούνται από τους θεσμούς». Αυτά είχαν συμφωνήσει με τους δανειστές μόλις έναν μήνα μετά την ανάληψη της εξουσίας, αλλά στο εσωτερικό της χώρας αρνούνταν ότι είχαν κάνει τέτοια συμφωνία και ας υπήρχαν τα ντοκουμέντα και οι αδιάψευστοι μάρτυρες.