Νίκος Παππάς, βίος και πολιτεία

βιοςκαιπολιτεια

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ

19.7.2020 |

Στον ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου που ανέδειξε τον Αλέξη Τσίπρα για αρχηγό τα πιο σημαντικά πράγματα έγιναν στο παρασκήνιο, όπου υπήρξαν πολλές προδοσίες και ανίερες συμμαχίες. Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, στην πορεία προς την εξουσία, δεν δίστασε να θυσιάσει πολλούς συντρόφους του, η υποστήριξη των οποίων είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πολιτικής του καριέρας. Έναν μόνο δεν θέλησε και δεν δέχτηκε να θυσιάσει ποτέ, τον Νίκο Παππά. Παρότι του ζητήθηκε πάρα πολλές φορές και από πολλούς όλα αυτά τα χρόνια.

Είναι ο Παππάς για τον Αλέξη Τσίπρα αυτό που ήταν ο Λιβάνης για τον Ανδρέα Παπανδρέου ή αυτό που ήταν ο Τσουκάτος για τον Κώστα Σημίτη; Όσοι έχουν γνωρίσει και τους τρεις πρώην πρωθυπουργούς διαβεβαιώνουν πως όχι. Οι δύο αστοί πρωθυπουργοί του ΠΑΣΟΚ χρειάζονταν κάποιον έμπιστο για τη λεγόμενη «βρόμικη» πολιτική δουλειά, δηλαδή τις ειδικές αποστολές και τις συνεννοήσεις που γίνονται στο παρασκήνιο με ανεπίσημο τρόπο, και τον είχαν βρει στα συγκεκριμένα πρόσωπα. Δεν υπήρχε ποτέ, ωστόσο, συναισθηματική εξάρτηση και ειδικά ο Κώστας Σημίτης δεν είχε διστάσει να απομακρύνει από το πολιτικό του περιβάλλον τον Θεόδωρο Τσουκάτο, τον λεγόμενο τότε και «στρατηγό» της νίκης του, όταν ένα καλοκαίρι κυκλοφόρησε η φήμη ότι ήταν με τον επιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη στο σκάφος του.

Ο Νίκος Παππάς ήταν ανέκαθεν στο μάτι του κυκλώνα εντός του ΣΥΡΙΖΑ και αν δεν τον είχε επιβάλει ο Αλέξης Τσίπρας (χωρίς να δέχεται αντιρρήσεις στο θέμα αυτό), θεωρείται βέβαιο ότι δεν θα είχε κάνει ποτέ πολιτική καριέρα. Αυτό πάνω-κάτω πιστεύουν οι περισσότεροι στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που δεν ξέρουν πολλοί, ειδικά εκτός ΣΥΡΙΖΑ, είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας θεωρεί πως χωρίς τον Παππά δεν θα είχε καταφέρει να κυβερνήσει. Αν υπάρχει ένα πρόσωπο που θεωρεί ότι του χρωστάει και ότι έχει μερίδιο στη νίκη του, αυτός είναι ο Νίκος Παππάς και κανένας άλλος.   Για όλους σχεδόν τους υπόλοιπους στον ΣΥΡΙΖΑ ο Αλέξης Τσίπρας θεωρεί ότι του χρωστάνε τα πάντα, καθώς έγιναν υπουργοί, απέκτησαν εξουσία, χρήματα και εμπειρίες που δεν θα είχαν ποτέ, μόνο επειδή εκείνος τους επέλεξε, χωρίς να του είναι απαραίτητοι σε κάτι.

Ο Παππάς, όμως, ήταν το στήριγμά του σε όλες τις στιγμές, ειδικά όταν ακόμα και ο ίδιος δεν πίστευε ότι θα τα καταφέρει. Εκείνος ήταν ο μόνος που πίστευε ότι μαζί μπορούσαν να πετύχουν τα πάντα και τον έκανε να το πιστεύει και ο ίδιος, όταν του έλεγε «Αλέξη, μπορείς».

Πολιτικός επιστήμονας που συνεργάστηκε με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, θέλοντας να επισημάνει το αδιαίρετο του πολιτικού διδύμου, σχολίαζε πρόσφατα ότι οι Τσίπρας – Παππάς είναι σαν τον Ιανό, ένας άνθρωπος με δύο πρόσωπα.

 

Ο ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΠΑΣ έγινε ευρύτερα γνωστός ως το alter ego του Αλέξη Τσίπρα μετά τις εκλογές του 2012, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ βγήκε δεύτερο κόμμα και αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση.

Μέχρι τότε δεν απασχολούσε σχεδόν κανέναν, παρά μόνο το εσωκομματικό του περιβάλλον. Εκεί όμως προκαλούσε πάντα έριδες, από την εποχή που οι δυο τους ήταν στη Νεολαία του Συνασπισμού. Ο Τσίπρας τον θεωρούσε από τότε  απαραίτητο και επιχειρούσε να τον επιβάλει και στους υπόλοιπους κάθε φορά, παρά τις έντονες αντιδράσεις, όπως διηγούνται σήμερα τα στελέχη που πρωταγωνιστούσαν τότε στη Νεολαία του Συνασπισμού.

Μετά τον Ιούνιο του 2012, όταν ήταν προφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βάδιζε προς την εξουσία, όσοι ήθελαν να αποκτήσουν επαφή με τον μελλοντικό πρωθυπουργό ήξεραν ότι έπρεπε να προσεγγίσουν τον Νίκο Παππά. Επιχειρηματίες, εκδότες και κάθε είδους παράγοντες συναντούσαν εκείνον. Και αυτός με μεγάλη προθυμία αναλάμβανε και απολάμβανε να «κάνει παιχνίδι».

Όλο αυτό μεταφράστηκε γρήγορα σε πραγματική προσωπική ισχύ, η οποία απογειώθηκε, όπως είναι φυσικό, μετά τον Ιανουάριο του 2015, που κατέλαβαν την εξουσία. Κάποιοι στο κόμμα άρχισαν να ελπίζουν ότι με το που θα έμπαινε ο Τσίπρας στο Μαξίμου θα απομακρυνόταν από τον Νίκο Παππά, αλλά έπεσαν έξω. Ο Τσίπρας τον πήρε μαζί του στο Μέγαρο Μαξίμου, κάνοντάς τον υπουργό Επικρατείας και εξακολουθώντας να μην κάνει βήμα χωρίς αυτόν. Τόσο, που πολλοί αποκαλούσαν σκωπτικά την κυβέρνησή του «κυβέρνηση Τσίπρα – Παππά» ή, ακόμα χειρότερα, «Παππά – Τσίπρα».

Από εκείνη την περίοδο και μετά οι φιλοδοξίες του Νίκου Παππά άρχισαν να μην έχουν όρια, όπως αφηγούνται πρώην σύντροφοί του που τους απομάκρυνε ή έφυγαν μόνοι τους μετά την ψήφιση του μνημονίου. Τα «λάφυρα» της εξουσίας δεν ήταν αρκετά. Η μεγαλύτερη  εμμονή του, λένε, ήταν πάντα ο έλεγχος των ΜΜΕ, ενώ μεγάλη σημασία έδινε και στην κυριαρχία των σόσιαλ μίντια – αλλά αυτό το θεωρούσε εύκολο. Ωστόσο, ο χειρισμός της υπόθεσης των τηλεοπτικών αδειών ήταν η πρώτη του μεγάλη αποτυχία σε μια σειρά αποτυχιών που θα ακολουθούσαν.

 

Εκείνη την περίοδο ο Νίκος Παππάς, σύμφωνα με τους πρώην συντρόφους του, ένιωθε άτρωτος. Πολλοί τον κατηγορούσαν για αλαζονεία, ενώ την ίδια στιγμή παλαιότεροι και μεγαλύτεροι σε ηλικία συνεργάτες του Αλέξη Τσίπρα τον συμβούλευαν να είναι πιο σεμνός και προσεκτικός. «Ποτέ δεν μας άκουσε» έλεγαν μετά.    Εκείνη την περίοδο, της εξουσίας, δεν φοβόταν τίποτα. Ακόμα και όταν έσκαγαν μικρότερες ή μεγαλύτερες αποκαλύψεις που τον αφορούσαν, κατάφερνε, μέσω του πανίσχυρου τότε προσωπικού του μηχανισμού, είτε να τις αντιστρέφει υπέρ του είτε να στέλνει αλλού το μπαλάκι (αποκαλύψεις Άρη Δαβαράκη για κρυφή χρηματοδότηση σάιτ, υπόθεση Αρτεμίου, οι μυστικές αποστολές στη Βενεζουέλα και οι επαφές που έγιναν εκεί, η σχέση με τον καταδικασμένο ταμία του ΑΚΕΛ στην Κύπρο, «υπόθεση εκβιαστών», τα ταξίδια στη Νέα Υόρκη και το «περούκα gate»  κ.ά.).

Όσο είχε εξουσία, παρά τα όσα λέγονταν γι’ αυτόν στο παρασκήνιο (και τα χειρότερα τα έλεγαν, με διαφορά, οι εσωκομματικοί του αντίπαλοι), κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει εναντίον του δημόσια, γιατί όλοι γνώριζαν αυτό που και ο ίδιος επιδείκνυε σε κάθε ευκαιρία, ότι δεν θα δίσταζε να χρησιμοποιήσει την τρομακτική ισχύ που είχε με κάθε τρόπο.    Μετά τις πρώτες αποκαλύψεις για τα κρυφά ταξίδια στη Βενεζουέλα και τη σχέση με τον δικηγόρο των offshore Αρτέμη Αρτεμίου, για τις οποίες δεν δόθηκαν ποτέ δημόσια εξηγήσεις, παρότι αρκετοί τις γνωρίζουν, ο Νίκος Παππάς αποφάσισε να κάνει μισό βήμα πίσω μέχρι να ξεχαστούν.

Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν απώλεσε ισχύ ή την επιρροή του στον Αλέξη Τσίπρα. Άλλωστε, δεν υπήρχε τίποτα που να μη γνώριζε ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ και τότε πρωθυπουργός. Αυτό που έκανε εκείνη την περίοδο (όπως και σε κάθε κρίση που θα ακολουθούσε γύρω από το όνομά του) ήταν να περιορίσει για λίγο τις δημόσιες εμφανίσεις του, παραμένοντας όμως υπερδραστήριος στο παρασκήνιο.    Κατά τ’ άλλα, ο τρόπος ζωής του άλλαξε πάρα πολύ, απολαμβάνοντας τα προνόμια που του πρόσφερε η εξουσία. Ο ίδιος δεν ανήκε στα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα, όπως άλλοι σύντροφοι του και εσωκομματικοί του αντίπαλοι. Μεγάλωσε στην Καισαριανή, με σχετικές στερήσεις, και ο πρώτος του κανονικός μισθός ήταν αυτός του διευθυντή του γραφείου του Αλέξη Τσίπρα, όταν έγινε αρχηγός του κόμματος.

 

Η ΦΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ ΤΣΙΠΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΔΟΧΗΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΝΕΟΛΑΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ

Η σχέση του Αλέξη Τσίπρα και του Νίκου Παππά είναι πολύ στενή, πολύ ισχυρή και κρατάει χρόνια. Όλες οι μεγάλες αποφάσεις του Τσίπρα έχουν ληφθεί από κοινού και οι πιο πολυσυζητημένες από αυτές φέρουν τη σφραγίδα του.   Στους δημοσιογράφους άρχισε να γίνεται γνωστός μετά το 2008, όταν ο Αλέξης Τσίπρας έγινε πρόεδρος του Συνασπισμού κι εκείνος διευθυντής του γραφείου του.    Γιος του συνταξιούχου υπαλλήλου και συνδικαλιστή της ΔΕΗ, Στέλιου Παππά, ο οποίος ήταν πάντα στη λεγόμενη ανανεωτική αριστερά, χωρίς όμως να είναι στην πρώτη γραμμή στελεχών. Με τον πατέρα του ήταν πάντα δεμένος, λένε οι παλιοί τους σύντροφοι, προσθέτοντας ότι «είναι ίδιοι» και ως χαρακτήρες.

 

Παλιά στελέχη της Κουμουνδούρου λένε ότι ο Στέλιος Παππάς ένιωθε πάντα αδικημένος που δεν αναδείχθηκε σε σημαντικές κομματικές θέσεις και κατά κάποιον τρόπο πήρε την εκδίκηση του μέσα από την ανέλιξη του γιου του.   Στις Ευρωεκλογές του 2014, ωστόσο, στην Κουμουνδούρου έλεγαν ότι ο Νίκος Παππάς είχε ζητήσει από τον Αλέξη Τσίπρα να συμπεριλάβει τον πατέρα του σε εκλόγιμη θέση στη λίστα των ευρωβουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και εκείνος είχε δεχτεί. Τα σχέδια του πατέρα Παππά να γίνει ευρωβουλευτής, όμως, όπως και κάποιων άλλων, χάλασε τότε ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος, για να αποφύγει τις πιέσεις που δεχόταν για μια εκλόγιμη θέση στη λίστα, αποφάσισε να γίνουν οι ευρωεκλογές με σταυροδοσία.

Ο Στέλιος Παππάς, άγνωστος στο ευρύ κοινό μέχρι τότε, ήταν βέβαιο ότι δεν είχε καμία πιθανότητα να εκλεγεί με σταυρό.   Ο Στέλιος Παππάς, όμως, εξακολουθούσε να θέλει να πάει στις Βρυξέλλες και, όπως αναφέρουν ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, επιχείρησαν να δημιουργήσουν μια θέση ειδικά γι’ αυτόν, εκείνη του «συντονιστή της ευρωκοινοβουλευτικής ομάδας», μια θέση που δεν υπήρχε φυσικά ως τότε, ούτε κάλυπτε κάποια πραγματική ανάγκη. Οι ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ αρχικά ήταν ευγενικοί και φιλικοί μαζί του, κανένας τους ωστόσο δεν δέχτηκε να τον καθοδηγεί. Τον αγνοούσαν σχεδόν επιδεικτικά κι έτσι  έμεινε χωρίς αντικείμενο στις Βρυξέλλες και αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Μέχρι που του ανέθεσαν τα λεωφορεία στη Θεσσαλονίκη.

Νίκος Παππάς οργανώθηκε στη νεολαία Συνασπισμού σε ηλικία 19 ετών, το 1995. Εκεί γνωρίστηκε με τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερό του Αλέξη Τσίπρα και έκτοτε δέθηκαν με πολύ στενή φιλία.  «Ο φίλος του Αλέξη στη Νεολαία ήταν πάντα ο Νίκος Παππάς. Για όλους εμάς που ακουγόταν και γραφόταν συνέχεια στα ΜΜΕ ότι ήμασταν η παρέα του δεν είναι αλήθεια» αναφέρει ένα από τα στελέχη του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας Συνασπισμού του 2003.

Η σύνθεση εκείνου του ανυποψίαστου τότε για όσα θα έρχονταν Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας Συνασπισμού είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον τότε απερχόμενο γραμματέα Αλέξη Τσίπρα (που θα πέρναγε στο κόμμα) και περιείχε αρκετά πρόσωπα που έγιναν γνωστά πολύ αργότερα. Κάποιοι από αυτούς κατέλαβαν κρίσιμες  κυβερνητικές θέσεις χωρίς την παραμικρή εργασιακή εμπειρία, πράγμα που σχολιάστηκε πολλές φορές.

Αλεξανδρίδης Γιώργος, Αμπατζάς Κώστας, Ανδρεαδάκης Νίκος, Αντωνιάδης Άλκης, Βαμβουρέλη Μαρία, Βλαδιμήροβιτς Μαρία, Δούρου Ρένα, Δρούζας Χάρης, Ζαγάρας Κων/νος, Ηλιόπουλος Νάσος, Ιωαννίδης Γιώργος, Καλκανδής Πέτρος, Καρασαβίδου Ελένη, Καρίτζης Ανδρέας, Κορωνάκης Τάσος, Κουτσοθοδωρής Θοδωρής, Κωνσταντίνου Αλέξανδρος, Λαμπρινού Κατερίνα, Μασουρίδης Πέτρος, Μπαζιάνα Μπέτυ, Μπάρκας Γιάννης, Μπότσιος Τάσος, Μπουρνούς Γιάννης, Πάντος Παναγιώτης, Παπαδόπουλος Αβραάμ, Παππάς Νίκος, Σακελλαρίδης Γαβριήλ, Σβίγκου Ράνια, Σκουνάκη Ιουλία, Σπυρόπουλος Στέλιος, Στάικος Χρήστος, Σταχτέα Κατερίνα, Τζανακόπουλος Δημήτρης, Τόλιος Διομήδης, Τόλιου Ρόζα, Τσίρκας Βασίλης, Τσουκαλά Φιλιώ, Φιδετζή Αλίκη, Χατζηγεωργίου Ελευθερία, Χατζηπέτρος Μιχάλης, Χιώτη Βάσια.

 

Μεταξύ των μελών εκείνου του Κεντρικού Συμβουλίου της Νεολαίας Συνασπισμού μπορεί να διακρίνει κανείς το όνομα του Νίκου Παππά (όπως και της συντρόφου του Μπέτυς Μπαζιάνα), τον οποίο προόριζε για διάδοχό του, ως τον επόμενο γραμματέα της Νεολαίας του Συνασπισμού. Οι αντιδράσεις, ωστόσο, ήταν πολύ έντονες. Σχεδόν όλες οι οργανώσεις της χώρας διαμαρτυρήθηκαν και η Νεολαία έθεσε βέτο, λέγοντας ότι αν ο Τσίπρας επέμενε να κάνει πρόεδρο τον Παππά, θα διαλύονταν.

Ο Τσίπρας τότε αναγκάστηκε να υποχωρήσει  και γραμματέας της Νεολαίας Συνασπισμού αναδείχθηκε ο Τάσος Κορωνάκης, τον οποίο ήθελε το συνέδριο.     «Ο Νίκος Παππάς τότε, το 2003, σχεδόν εκδιώχθηκε από τη Νεολαία» λένε κάποιοι από αυτούς που έζησαν από κοντά όσα διαδραματίστηκαν εκείνη την εποχή.

«Δύο άτομα έχουν εκδιωχθεί με αυτόν τον τρόπο από τη Νεολαία του Συνασπισμού» αναφέρουν. «Ο ένας είναι ο Παππάς και ο άλλος είναι ο Βασιλειάδης» (πρόκειται για τον πρώην γραμματέα Διαφθοράς και μετέπειτα υφυπουργό Αθλητισμού της κυβέρνησης Τσίπρα, δεξί χέρι του Νίκου Παππά, για τον οποίο φέρεται να συνομιλεί συχνά με τον Ελληνοϊσραηλινό επιχειρηματία Σάμπυ Μιωνή στην ηχογραφημένη συνομιλία που κατατέθηκε στην προανακριτική της Βουλής για τον Παπαγγελόπουλο).

Οι σύντροφοι του Νίκου Παππά από εκείνη την εποχή της  Νεολαίας Συνασπισμού διηγούνται σήμερα ότι τον θεωρούσαν πάντα «συντηρητικό και δεξιό». Τον θυμούνται από τότε που περνούσαν ώρες μαζί στις κομματικές συσκέψεις πολλά χρόνια πριν φύγει για να σπουδάσει στη Σκωτία: «Δεν ήταν ποτέ στα κινήματα και στον ακτιβισμό, όπως οι περισσότεροι από εμάς. Ήθελε να συμπεριφέρεται σαν παράγοντας. Μας πρότεινε να κάνουμε εκδηλώσεις με τη Νεολαία ΠΑΣΟΚ και τον κοιτούσαμε με μισό μάτι» λένε.   «Όταν ο Τσίπρας θέλησε να τον ορίσει διάδοχό του στη Νεολαία Συνασπισμού, αλλά εμείς αντιδράσαμε μαζικά, εμποδίζοντάς τον, εκείνος απογοητεύτηκε και σηκώθηκε κι έφυγε, καθώς το κλίμα ήταν πολύ βαρύ γι’ αυτόν τότε».

 

Έτσι, μετά από εκείνα τα γεγονότα του 2003, διηγούνται οι πρώην σύντροφοί του, αποφάσισε να κάνει μια νέα αρχή και να πάει να σπουδάσει στην Σκωτία, ξεκόβοντας με τους περισσότερους από τη Νεολαία Συνασπισμού, αλλά διατηρώντας τη στενή του σχέση με τον Αλέξη Τσίπρα. Η τότε σύζυγός του, Έλενα, μια γυναίκα χαμηλών τόνων, παιδαγωγός βρεφικής και προσχολικής ηλικίας, τον ακολούθησε εκεί, όπου γεννήθηκε και η πρώτη τους κόρη.

Τέσσερα χρόνια μετά, το 2007, αποφάσισαν να φτιάξουν μαζί και με άλλο ένα στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ μια εταιρεία με την επωνυμία ΑΓΝΑΝΤΙ Ο.Ε., για της οποίας την ύπαρξη, πριν την αποκαλύψει ο Τύπος, δεν γνώριζε σχεδόν κανείς. Ο τρίτος συνέταιρος, ο Χρ. Καραμάνος, από το 2014 ήταν στο συμβούλιο της Περιφέρειας Αττικής με τη Ρένα Δούρου ως αντιπεριφερειάρχης Οικονομικών.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΟΔΟΥ 

Η εταιρεία τους δεν πρόλαβε να αποκτήσει ιδιαίτερη δραστηριότητα, πλην της αγοράς ενός οικοπέδου στη Σέριφο (απ’ όσα έγιναν γνωστά), καθώς την επόμενη χρονιά, το 2008, όταν έγινε πρόεδρος του Συνασπισμού ο Αλέξης Τσίπρας,του ζήτησε να αναλάβει τη θέση του διευθυντή του γραφείου του.

Με το που ανέλαβε καθήκοντα, σήκωσε τα μανίκια κι έπιασε δουλειά. Η επιμονή μαζί με την υπερκινητικότητά του ήταν ένα σημείο στο οποίο υπερτερούσε πάντα έναντι των εσωκομματικών του αντιπάλων, πολλούς εκ των οποίων σήμερα έχει είτε «καθαρίσει» είτε αποδυναμώσει. Εκείνοι το αποδίδουν στην προστασία του Τσίπρα και στις «μηχανορραφίες του», καθώς αρνούνται να του αναγνωρίσουν άλλες δεξιότητες.    Ο Παππάς, ωστόσο, ήταν ανέκαθεν υπερδραστήριος, όταν οι περισσότεροι στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν της σχολής «ας το συζητήσουμε πρώτα».

Ο Παππάς έφερνε πάντα γρήγορα και χειροπιαστά αποτελέσματα κι αυτό ο Τσίπρας το εκτιμούσε πολύ.    Στην αρχή, ένα βασικό εμπόδιο στα σχέδιά τους ήταν ο Αλέκος Αλαβάνος, αλλά γρήγορα, και με την καθοριστική συμβολή των Βούτση, Βίτσα και Φλαμπουράρη, κατάφεραν να τον εξουδετερώσουν και να βρουν τις ισορροπίες με τους υπόλοιπους.

Το σχέδιο των Τσίπρα – Παππά το 2008 δεν ήταν σε καμία περίπτωση η κατάληψη της εξουσίας. Αυτή δεν περνούσε καν από το μυαλό τους εκείνη την περίοδο. Η φιλοδοξία τους ήταν να μεγαλώσουν τα ποσοστά του κόμματος (ένα 7%-8% τους έμοιαζε ιδανικό) και να το κάνουν «υπολογίσιμο μαγαζί», όπως έλεγε ένας συνεργάτης τους.

«Να τους υπολογίζουν όλοι και να τους χρειάζονται. Να μπορούν να παίζουν παντού. Και αριστερά και πιο δεξιά. Ο Τσίπρας και ο Παππάς, άλλωστε, δεν είχαν ποτέ τέτοια ταμπού».    Ταίριαξαν σε όλα από την πρώτη στιγμή και ένα πράγμα που ήθελαν και οι δύο πολύ ήταν η αναγνώρισή τους από το «σύστημα».    Από το 2008 ξεκίνησαν μαζί την επιχείρηση προσέγγισης του αστικού Τύπου.

Το Mega ήταν από τότε ο κεντρικός τους στόχος, καθώς θεωρούσαν ότι ήταν το πιο ισχυρό ΜΜΕ, που μπορούσε να επιβάλει ό,τι ήθελε στην κοινή γνώμη. Όταν ήρθαν σε επαφή με έναν δημοσιογράφο-σχολιαστή του δελτίου ειδήσεων ήταν ενθουσιασμένοι. Σχεδίαζαν να του αναθέσουν την αναμόρφωση όλων των κομματικών ΜΜΕ (που τα έβρισκαν μίζερα) και πίστευαν ότι ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος θα περνούσε τις θέσεις τους από το –πανίσχυρο κατά τη γνώμη τους– δελτίο του Mega.

Οι παλιές καραβάνες της «Αυγής» και του κόμματος, όμως, δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν ότι τα κομματικά ΜΜΕ θα τα αναλάμβανε κάποιος «απέξω». Έτσι, χάλασαν τα σχέδιά τους για τον «εκσυγχρονισμό» των κομματικών μέσων. Κάπου στην πορεία ματαιώθηκαν και οι προσδοκίες τους ότι μέσω του συγκεκριμένου δημοσιογράφου θα κατάφερναν να περνάνε τις θέσεις τους σε «ένα εκατομμύριο τηλεθεατές», όπως έλεγαν περιχαρείς.

Στην υπόθεση Mega επανήλθαν όταν έγιναν πιο ισχυροί, απαιτώντας από το κανάλι να προσλάβει άτομα που τους πρότειναν και να απομακρύνει όσους θεωρούσαν ότι ήταν εχθρικοί μαζί τους. Αυτό, τελικά, δεν έγινε και ξεκίνησε η γνωστή βεντέτα.   Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκαναν αυτό, ούτε η τελευταία. Υποδείξεις, ειδικά στο ποιος ήθελαν να καλύπτει το ρεπορτάζ του ΣΥΡΙΖΑ, είχαν επιχειρήσει να κάνουν σε κάποια ΜΜΕ από το 2009, που ήταν ακόμα ένα μικρό κόμμα. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε αξιωματική αντιπολίτευση και όλοι έβλεπαν ότι θα ήταν η επόμενη κυβέρνηση, πολλοί έσπευδαν να τους ικανοποιήσουν και να τους κάνουν διάφορες χάρες.

 

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΠΑΣΟΚ

Εκεί γύρω στο 2010, μετά την ψήφιση του πρώτου μνημονίου, ο Νίκος Παππάς, συμφωνώντας με πρόταση που τους είχε κάνει ο Χριστόφορος Βερναρδάκης για στρατηγική αποδόμησης του ΠΑΣΟΚ, σήκωσε ξανά τα μανίκια με σκοπό να προσεταιριστεί πρόσωπα από το τότε κυβερνών κόμμα, που θα τους ήταν χρήσιμα. Το σχέδιο ήταν να πάρουν ένα μικρό κομμάτι από το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ, στοχεύοντας στους δυσαρεστημένους και όσους είχαν μείνει «απέξω», ενισχύοντας τις δυνάμεις τους.

Τα διψήφια ποσοστά τότε δεν είχαν επισκεφτεί ακόμα ούτε τα όνειρά τους.   Ο Νίκος Παππάς ενδιαφερόταν να προσεγγίσει  και ανθρώπους-κλειδιά που βρίσκονταν σε στρατηγικές θέσεις στην κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου. Και βρήκε. Μετά την ψήφιση του μνημονίου, δε, που οι πιο διορατικοί προέβλεπαν τη συρρίκνωση του ΠΑΣΟΚ, άρχισαν να τον βρίσκουν κι εκείνοι. Όσοι ήθελαν να προσεγγίσουν τον Τσίπρα, άλλωστε, πάντα πλησίαζαν τον Παππά.

Εκείνη την περίοδο άρχισε να αποκτά στενούς δεσμούς με πολλούς «συστημικούς» δημοσιογράφους, στήνοντας το μιντιακό του οπλοστάσιο. Το 2012, ανάμεσα στους πιο συχνούς επισκέπτες του γραφείου του ήταν μερικά από τα γνωστότερα ονόματα των «καναλιών της διαπλοκής», αναφέρουν πρώην συνεργάτες που παρακολουθούσαν έκπληκτοι, χωρίς όμως να γνωρίζουν κάτι παραπάνω. Το τι σχεδίαζε το γνώριζε μόνο ο Τσίπρας και κανένας άλλος.

Από το 2012 και μετά κάποια από τα ραντεβού γίνονταν σε σουίτα κεντρικού ξενοδοχείου του Συντάγματος, όπου, σύμφωνα με πληροφορίες από τον ΣΥΡΙΖΑ, συχνά συνοδευόταν από ένα πρόσωπο που τότε δεν απασχολούσε τη δημοσιότητα, τον Μανώλη Πετσίτη, τον παιδικό του φίλο, που είχε πάρει κοντά του, αρχικά ως οδηγό και μετά ως άνθρωπο για όλες τις δουλειές.

Στο εσωτερικό του κόμματος εξακολουθούσε να είναι «κόκκινο πανί». Ένα από τα παρατσούκλια που του είχαν βγάλει κάποιοι από την ομάδα των 53, μάλλον με σατιρική διάθεση, ήταν «ο πεντάστερος». Όταν μετά το 2012 συνόδευε τον Τσίπρα στο εξωτερικό, όπου είχαν αρχίσει να τον καλούν ως εκπρόσωπο της  αξιωματικής αντιπολίτευσης, «εντυπωσιαζόταν πάρα πολύ από τα πεντάστερα ξενοδοχεία, στα οποία δεν είχε ξαναβρεθεί μέχρι τότε» διηγούνται. «Από τον ενθουσιασμό του έβγαζε διάφορα επιφωνήματα και από κει του κόλλησε το παρατσούκλι “ο πεντάστερος” τότε».

 

Όταν μαζί με τον Τσίπρα πήγαν στο Κόμο, στο περιβόητο φόρουμ Αμπροζέτι, από εκείνα που παλιότερα κατήγγελλαν ως εργαλεία του νεοφιλελευθερισμού και του μεγάλου διεθνούς κεφαλαίου, αντί να καταγγείλουν τους «νεοφιλελεύθερους» οργανωτές, απόλαυσαν την υπερπολυτελή φιλοξενία τους, αδιαφορώντας για τα σχόλια που έκαναν κάποιοι στο «αριστεροχώρι», όπως είχε χαρακτηρίσει κάποτε υποτιμητικά αυτόν τον χώρο ο Αλέξης Τσίπρας, με τον Παππά να συμφωνεί και να υπερθεματίζει.

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΟΔΟ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ

Μια δύσκολη στιγμή για τον Νίκο Παππά ήταν στις αρχές του 2012, όταν έπρεπε να κλείσει την εκκρεμότητα της εκπλήρωσης της στρατιωτικής του θητείας. Θα διαρκούσε λίγους μήνες μόνο (το υπόλοιπο θα το εξαγόραζε), αλλά με τόσους εσωκομματικούς αντιπάλους στο ευρύτερο περιβάλλον δίσταζε να αφήσει για έξι μήνες τη θέση του, γιατί  φοβόταν ότι την εποφθαλμιούσαν πολλοί. Για τον λόγο αυτόν επέλεξε –με τη σύμφωνη γνώμη του Αλέξη Τσίπρα φυσικά– να τον αναπληρώσει ο Θοδωρής Κόλλιας, ένα άτομο που δεν ανήκε στους στενούς συνεργάτες του, αλλά ήταν ο μόνος που θεωρούσε ότι δεν έτρεφε προσωπικές φιλοδοξίες και δεν θα προσπαθούσε να του φάει τη θέση.

Στο διάστημα 2012-2014 ήταν ξεκάθαρο ότι και μπορούσαν και ήθελαν πολύ να πάρουν την εξουσία. Οι δυο τους είχαν αποφασίσει να βελτιώσουν τη σχέση τους τόσο με τις ΗΠΑ όσο και με τη Γερμανία και να αφήσουν πίσω τους την εποχή της «αντιπαγκοσμιοποίησης» και του «go back, μάνταμ Μέρκελ». Στις συζητήσεις που είχαν με πολλούς από τους εκπροσώπους των δανειστών προσπαθούσαν να τους πείσουν ότι θα ήταν πιο αποτελεσματικοί από την κυβέρνηση Σαμαρά και ότι θα αποδεικνύονταν πιο αξιόπιστοι σύμμαχοι.

Η άλλη δουλειά που είχε αναλάβει ο Παππάς, η στήριξη φιλικών ΜΜΕ, η δημιουργία νέων και η τοποθέτηση «ημετέρων» στα «αστικά» ΜΜΕ, άρχισε να γίνεται όλο και πιο εύκολη, καθώς πλησίαζαν προς την εξουσία και σχεδόν όλοι οι επιχειρηματίες και οι εκδότες ήθελαν να τα έχουν καλά με τους επόμενους. Ο Παππάς ήταν αρκετά αποτελεσματικός και ακόμα και όταν δεν κατάφερνε να ελέγξει 100% ένα μέσο, στις περισσότερες περιπτώσεις πετύχαινε να εξασφαλίσει ευνοϊκή μεταχείριση για τον ίδιο και τον Τσίπρα.

Ο μόνος, ωστόσο, που τον είχε κατονομάσει  δημόσια ήταν ο Άρης Δαβαράκης, όταν αποκάλυψε ότι το σάιτ που διαχειριζόταν, το toportal.gr, φτιάχτηκε με πρωτοβουλία και χρηματοδότηση του ΣΥΡΙΖΑ, όσο ήταν ακόμη στην αξιωματική αντιπολίτευση, και συνέχισε να χρηματοδοτείται από αυτόν και μετά την ανάληψη της εξουσίας. Σε συνέντευξή του στη LifΟ στις 6/10/2017, όταν ρωτήθηκε ποια ήταν η πηγή χρηματοδότησης του σάιτ, ο Άρης Δαβαράκης είχε απαντήσει: «Ήταν το γραφείο του Νίκου Παππά».    Απάντηση που προκάλεσε αρκετά σχόλια και υποψίες για κρυφά κομματικά ταμεία, αλλά ξεχάστηκε σύντομα χωρίς να δοθούν διευκρινίσεις από τον Νίκο Παππά στα κρίσιμα ζητήματα που προέκυπταν, όπως το εάν επρόκειτο για νόμιμη χρηματοδότηση ή από μαύρα ταμεία, και η προέλευση των χρημάτων αυτών. Παρά τη δημόσια ομολογία άδηλης χρηματοδότησης, ούτε η Δικαιοσύνη ούτε κανείς άλλος ασχολήθηκε και το θέμα έκλεισε γρήγορα.

 

Ο Νίκος Παππάς κατάφερε να ξεφύγει σχετικά εύκολα τότε από τη δύσκολη θέση στην οποία τον έφερε η αποκάλυψη του Άρη Δαβαράκη, αλλά δεν ήταν το ίδιο εύκολο και με τις αποκαλύψεις του «Ελεύθερου Τύπου» για τα περίφημα μυστικά ταξίδια στη Βενεζουέλα με τον Κύπριο δικηγόρο που ειδικεύεται στις offshore εταιρείες Αρτέμη Αρτεμίου. Και σε αυτή την αποκάλυψη, ωστόσο, επέλεξε να μην απαντήσει επί της ουσίας και προσπάθησε απλώς να αλλάξει την ατζέντα. Βεβαίως, ούτε τη διέψευσε, καθώς υπήρχαν και φωτογραφικά ντοκουμέντα.

Ήταν όμως ένα σημαντικό πλήγμα για κάποιον που κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια να πείσει ότι διαθέτει «ηθικό πλεονέκτημα» επειδή ανήκει σε κόμμα της αριστεράς.    Οι πληροφορίες από πηγές του κόμματος λένε ότι τα ταξίδια αυτά ήταν γνωστά σε πολύ λίγα στελέχη, μεταξύ των οποίων και κάποια της τότε Αριστερής Πλατφόρμας. Την επαφή με τις αρχές της Βενεζουέλας την είχε ο Κώστας Ήσυχος, από την αριστερή εσωκομματική αντιπολίτευση –και όχι προεδρικός–, τον οποίο φαίνεται ότι αρχικά χρειάστηκε ο Νίκος Παππάς για να του κάνει τις διασυνδέσεις, κάτι απολύτως θεμιτό για ένα αριστερό κόμμα.

Στο πρώτο ταξίδι φέρεται να συμμετείχε και αυτός, ο οποίος νόμιζε, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι θα ήταν οι τρεις τους, δηλαδή αυτός, ο Παππάς και ο Αρτεμίου, ο οποίος είχε σχέσεις με το «αδελφό» κόμμα του ΑΚΕΛ και έτσι του τον είχαν συστήσει, αγνοώντας όλα τα υπόλοιπα. Εκεί ωστόσο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, φαίνεται ότι Παππάς και Αρτεμίου συνάντησαν κάποιους εκπροσώπους Ελλήνων επιχειρηματιών, για την παρουσία των οποίων ο Κώστας Ήσυχος δεν γνώριζε ως τότε τίποτα. Όταν τον ρώτησε, ο Νίκος Παππάς του απάντησε ότι η συνάντηση ήταν τυχαία, αλλά ο Κώστας Ήσυχος μάλλον δεν πείστηκε και, πιστός στην κομματική νομιμότητα που τον χαρακτήριζε, στην επιστροφή φρόντισε να ενημερώσει αυτούς που έπρεπε, πάντα σε στενό και εμπιστευτικό κύκλο.

Αυτό που ήθελε από τον Ήσυχο, άλλωστε, ο Παππάς εκείνος του το είχε δώσει, πιστεύοντας ότι οι επαφές αυτές γίνονταν για το κόμμα και όχι για προσωπικές ή άλλες ατζέντες. Στις επόμενες επαφές, πάντως, ο Ήσυχος δεν πήγε μαζί τους και ο Νίκος Παππάς δεν έδωσε ποτέ τις απαντήσεις που θα φώτιζαν τα κρυφά αυτά ταξίδια, που δεν ανακοινώθηκαν ποτέ, όπως συνέβαινε με άλλες αποστολές – όπως είχε συμβεί και στο παρελθόν, και με τη Βενεζουέλα.

 

Η μεγαλύτερη εσωκομματική ανταρσία εναντίον του Νίκου Παππά έγινε λίγο πριν από τις ευρωεκλογές του 2014, όταν τα μέλη της τάσης των αριστερών προεδρικών απαίτησαν από τον Αλέξη Τσίπρα να τον απομακρύνει. Εκείνος τότε προσπάθησε να τους καθησυχάσει, λέγοντάς τους να κάνουν υπομονή, γιατί σε λίγο καιρό θα γίνονταν εκλογές, ο Παππάς θα γινόταν βουλευτής –έτσι τους είπε– και θα έπαυε να είναι ο διευθυντής του γραφείου του.    Κάποιοι τον πίστεψαν. Κάποιοι άλλοι, όμως, ήξεραν ότι η εκλογή του Παππά στη Βουλή δεν εγγυόταν ούτε την αποδυνάμωσή του, που επιθυμούσαν, ούτε την απομάκρυνσή του από τον Τσίπρα, που ήταν το ζητούμενο.     Ο Τσίπρας, φυσικά, δεν είχε καμία διάθεση να απομακρύνει τον Παππά. Να τους καθησυχάσει ήθελε και να εξοικονομήσει χρόνο.    Στο μεταξύ, σε αρκετούς από τους διαμαρτυρόμενους πρόσφερε σημαντικά κομματικά προνόμια, προσδοκώντας να μην τον ξαναενοχλήσουν με το θέμα «Παππάς», πράγμα που λειτούργησε για αρκετό καιρό.

Η επόμενη «διαπραγμάτευση» με την ομάδα των 53, που ήταν σε εσωκομματική διαμάχη με τον Παππά, έγινε όταν πήραν την εξουσία. Η θέση του κυβερνητικού εκπροσώπου δόθηκε τότε στον Γαβριήλ Σακελλαρίδη, που ανήκε στους 53, και μερικές ακόμα δόθηκαν στα στελέχη αυτής της τάσης, για να τους κατευνάσουν, ώστε να μην αντιδράσουν που ο Αλέξης Τσίπρας δεν θα απομάκρυνε και πάλι τον Νίκο Παππά, αντιθέτως θα τον εγκαθιστούσε στο Μέγαρο Μαξίμου ως πανίσχυρο υπουργό Επικρατείας.

Στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 ο Νίκος Παππάς ήθελε διακαώς να εκλεγεί πρώτος στη Β’ Αθήνας, αν όχι πρώτος, τουλάχιστον να βρίσκεται στην πρώτη τριάδα, κάτι που ωστόσο δεν κατάφερε ούτε να πλησιάσει. Πίστευε ότι οι σχέσεις και οι δεσμοί που είχε αναπτύξει με τον επιχειρηματικό και μιντιακό κόσμο μπορούσαν να του το εξασφαλίσουν.

Η εκλογική βάση του κομματικού ΣΥΡΙΖΑ γνώριζε ότι παρέμενε μικρή, γι’ αυτό ενδιαφερόταν περισσότερο για εκείνη του πρώην ΠΑΣΟΚ. Έτσι, είχε προσεγγίσει πασοκογενείς υποψήφιους της Β’ Αθήνας, προτείνοντάς τους να «παίξουν δισταυρία». Ένας από αυτούς ήταν ο Ηλίας Λιβάνης, ο οποίος κατά τη διάρκεια της καμπάνιας του ζητούσε από τους ψηφοφόρους του να ψηφίσουν και τον Νίκο Παππά, μόνο που στο τέλος ο Παππάς εξελέγη μεν, αλλά εκείνος όχι και από τα ψηφοδέλτια κατά την καταμέτρηση δεν φάνηκε ότι η υποστήριξη ήταν εξίσου αμοιβαία. Άγνωστο σε πολλούς είναι ότι σε εκείνες τις εκλογές είχε λάβει μεγάλη υποστήριξη και από το πολιτικό περιβάλλον του Κώστα Λαλιώτη.

Παρά την τεράστια στήριξη που είχε, ωστόσο, ο Νίκος Παππάς στις εκλογές του 2015 ήρθε 7ος στη Β’ Αθήνας μεταξύ των συνυποψηφίων του στον ΣΥΡΙΖΑ με 9.065 ψήφους. Στις πρώτες 6 θέσεις πάνω από αυτόν είχαν εκλεγεί οι Βαρουφάκης, Δραγασάκης, Κουρουμπλής, Βαλαβάνη, Στρατούλης και Χουντής.

ΜΕΡΕΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Η αποτυχία να καταγράψει προσωπικό θρίαμβο στις εκλογές του 2015 δεν στάθηκε ικανή να μειώσει τη χαρά της κατάκτησης της εξουσίας. Όταν μπήκε στο Μαξίμου μαζί με τον Αλέξη Τσίπρα ήταν κάτι παραπάνω από ενθουσιασμένος και έμοιαζε να μην το πιστεύει.   Ο ίδιος ήταν εξαρχής αναφανδόν υπέρ της συνεργασίας με τον Πάνο Καμμένο, με τον οποίο είχαν γίνει φίλοι και θεωρούσε αυτονόητη και απολύτως φυσική την επιλογή του ως πολιτικού εταίρου. Το ίδιο ακριβώς πίστευε και ο Αλέξης Τσίπρας.

Λίγες μέρες μετά την εκλογική νίκη, στις αρχές του Φεβρουαρίου, ο Αλέξης Τσίπρας πραγματοποίησε την πρώτη του επίσκεψη ως πρωθυπουργός στην Κύπρο μαζί με τον Νίκο Παππά. Όπως είχε γράψει τότε η κυπριακή εφημερίδα «Φιλελεύθερος», «την ώρα που ο πρωθυπουργός της Ελλάδας επισκεπτόταν τα Φυλακισμένα Μνήματα (στη Λευκωσία), ο υπουργός Επικρατείας Νίκος Παππάς δεν βρισκόταν, ως συνήθως, δίπλα του, αλλά είχε πάει στις Κεντρικές Φυλακές για να επισκεφτεί έναν κρατούμενο, στέλεχος του ΑΚΕΛ, τον  Βενιζέλο Ζαννέτο».

Ο Παππάς, απαντώντας στο ρεπορτάζ, είχε πει ότι συνδέεται φιλικά τόσο με τον κ. Ζαννέτο όσο και με τον γιο του. Ο Βενιζέλος Ζαννέτος, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής ΑΚΕΛ και τέως μέλος του πολιτικού γραφείου του ΑΚΕΛ, είχε καταδικαστεί τον Ιανουάριο του 2015 με ποινή φυλάκισης 3,5 χρόνων, επειδή είχε κριθεί ένοχος για την κατηγορία του εκβιασμού σε σχέση με επένδυση από το ταμείο των εργαζομένων της «Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου» στο έργο «Aero Centre» στη Δρομολαξιά, υπόθεση που αποτέλεσε σκάνδαλο στην Κύπρο και τους απασχόλησε για πολύ καιρό. Όταν ο Β. Ζανέτος αποφυλακίστηκε, ο Νίκος Παππάς ήταν ένα από τα λίγα πρόσωπα που ευχαρίστησε.

ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΠΑ

Ο Νίκος Παππάς ποτέ δεν απολάμβανε ιδιαίτερη δημοφιλία μεταξύ των συναδέλφων του και ήταν αρκετοί εκείνοι με τους οποίους είχε τσακωθεί. Οι περισσότεροι όμως πρόσεχαν, γιατί φοβούνταν πως οποιαδήποτε κόντρα μαζί του θα κατέληγε σε βάρος τους. Ο Νίκος Παππάς ήταν μάλλον ο μόνος υπουργός που φοβούνταν σχεδόν όλοι.

Τους πρώτους μήνες στο Μαξίμου οι περισσότεροι υπουργοί, όταν συναντούσαν τον Τσίπρα, σπάνια κατάφερναν να μιλήσουν μαζί του χωρίς να  είναι παρών ο Παππάς ή χωρίς να ανοίξει κάποια πόρτα και να εμφανιστεί ξαφνικά. Η παρεμβατικότητά του σε όλους σχεδόν τους τομείς και η διάθεση ελέγχου των πάντων είχε αρχίσει να ενοχλεί πάλι.

Τότε ξεκίνησαν για άλλη μια φορά τα παράπονα, με εντονότερα και πάλι αυτά των 53. Ο Τσίπρας τότε τους ξεκαθάρισε οριστικά και κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να τον διώξει ποτέ. «Ζητήστε μου ότι θέλετε, αλλά μη μου ξαναζητήσει κανείς σας να διώξω τον Νίκο» λέγεται ότι τους είπε, χρησιμοποιώντας μια παρομοίωση που έπεισε τον καθένα ότι δεν είχε κανένα νόημα να του το ζητήσουν ξανά. Έτσι, αντί για τον Παππά, ξεπροβόδισε εκείνους, με την ίδια «γενναιοδωρία» που το έκανε κάθε φορά, προσφέροντας –κυβερνητικά αυτήν τη φορά– προνόμια για να περιορίσει τη δυσαρέσκεια.    Ο Νίκος Παππάς έφτιαξε έναν κύκλο έμπιστων, εκ των οποίων λίγοι προέρχονταν από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Ένας από αυτούς ήταν το παλιό στέλεχος του Συνασπισμού, ο Παναγιώτης Σκούτας, που έγινε διευθυντής του γραφείου του, ένας έμπειρος λογιστής με μεγάλη λογιστική-φοροτεχνική εταιρεία που είχε από παλιά μαζί με τη γυναίκα του.   Ο άλλος ήταν ο Λευτέρης Κρέτσος, για τον οποίον πολλοί στον ΣΥΡΙΖΑ λένε ότι δεν τον θυμούνται πριν από το 2012 και έχει καταγραφεί ως «παρατρεχάμενος» του Παππά.

Στον στενό αυτόν κύκλο ανήκε τα τελευταία χρόνια και ο πρώην αρχισυντάκτης του «Πρώτου Θέματος» και εκδότης της εφημερίδας «Χωνί» καθώς και πρώην υποψήφιος των ΑΝ.ΕΛ. και συνεργάτης του Πάνου Καμμένου, Γιώργος Χριστοφορίδης. Με τον Χριστοφορίδη, που τον συνόδευε σε πλήθος ταξιδιών στη Νέα Υόρκη και αλλού για να βρουν επενδυτές, όπως έλεγαν, λέγεται ότι έχουν γίνει, εκτός από φίλοι, και κουμπάροι.

Ένα άλλο πρόσωπο στον στενό κύκλο των συνεργατών του ήταν ο Γιώργος Φλωρεντής, που τον έκανε γενικό γραμματέα στο υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής και, όπως αναφέρει και ο ίδιος στο βιογραφικό του, έχει υπηρετήσει στο παρελθόν κι άλλες κυβερνήσεις σε πολιτικές θέσεις. Συγκεκριμένα, τη δεκαετία του ’90 για τρία χρόνια υπήρξε συνεργάτης και σύμβουλος του πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ, Γ. Ρωμαίου, από τότε που εκείνος ήταν αναπληρωτής υπουργός στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και τον ακολούθησε στο υπουργείο Εξωτερικών και στο Δημόσιας Τάξης ως ειδικός σύμβουλος για θέματα αλλοδαπών. Εκεί είχε ξεσπάσει το 1998 ένα μεγάλο σκάνδαλο, με ένα κύκλωμα έκδοσης παράνομων αδειών σε αλλοδαπούς, στο οποίο κατηγορήθηκε ότι συμμετείχε και ο ίδιος, αλλά απαλλάχθηκε δύο χρόνια μετά με βούλευμα. http://www.tanea.gr/news/greece/article/4127396/?iid=2

Πέρα από αυτούς τους τέσσερις που ήταν οι πιο έμπιστοι συνεργάτες του, μαζί με τον παιδικό του φίλο, Μανώλη Πετσίτη, που ήταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές, υπήρχε κι ένας ευρύτερος κύκλος ανθρώπων που χρησιμοποιούσε για θέματα επικοινωνίας, μίντια και σόσιαλ μίντια, αλλά και για ειδικές αποστολές.

Ελάχιστοι από αυτούς σχετίζονταν με τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι περισσότεροι προέρχονταν από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ.    Ο Νίκος Παππάς είχε προνομιακές σχέσεις με έναν μεγάλο αριθμό εκδοτών και επιχειρηματιών και ήταν εκείνος που άνοιξε την πόρτα του Μαξίμου σ’ εκείνους που κατήγγελλε ως διαπλεκόμενους, καθώς τους καλούσε εκεί για ιδιωτικές συζητήσεις, για το περιεχόμενο των οποίων δεν υπήρξε ποτέ καμία ενημέρωση.    Από υπουργούς, εκτός από τον Πάνο Καμμένο, η πιο στενή σχέση ήταν αυτή που είχε με τον Χρήστο Σπίρτζη. Ο Σπίρτζης είχε πάντα μια ανασφάλεια επειδή δεν ήταν αποδεκτός από τον κομματικό ΣΥΡΙΖΑ και, κολλώντας δίπλα του, κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να γίνει αρεστός και χρήσιμος, καθώς ήξερε ότι μέσω Παππά αποκτούσε πρόσβαση και στο Μαξίμου.

Μαζί συνεργάστηκαν στενά πάνω σε πολλά σχέδια. Για μια περίοδο είχαν μαζί και τα γραφεία τους σε ένα κτίριο πίσω από τη Συγγρού, στα οποία τότε αρκετοί είχαν δει να τους επισκέπτεται και ο Χρ. Καλογρίτσας, ο οποίος διατηρούσε από παλιά στενή σχέση με τον Σπίρτζη, μέσω του οποίου γνωρίστηκε και με τον Παππά.

Παρότι υπήρξε πανίσχυρος όσο ελάχιστοι υπουργοί, δεν έχει να επιδείξει καμία κυβερνητική επιτυχία. Αντιθέτως κατηγορείται πως ό,τι έπιασε το οδήγησε σε αποτυχία. Την πρώτη περίοδο είχε αναλάβει να φέρει ξένες επενδύσεις, γι’ αυτό, όπως έλεγε, ταξίδευε τόσο συχνά στο Λονδίνο, στις Βρυξέλλες και στη Νέα Υόρκη. Παρά τα μεγάλα λόγια και τα πανάκριβα ταξίδια με φίλους και κουμπάρους όμως, επενδύσεις δεν έφερε ποτέ.    Στο δεύτερο πόστο του ως υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, το μεγάλο του στοίχημα ήταν να βάλει σε τάξη το τηλεοπτικό τοπίο. Η αποτυχία του εδώ ήταν ακόμα πιο παταγώδης, με τα γνωστά αποτελέσματα.

Στην ΕΡΤ οι παραιτήσεις με καταγγελίες των στελεχών που είχε επιλέξει έπεφταν βροχή και η κατάσταση ήταν μονίμως ταραχώδης.   Όσο για τον «ελληνικό διαστημικό οργανισμό» που θα έφτιαχνε αυτό ήταν άλλο ένα μεγάλο φιάσκο, όπως είχε αποκαλύψει, καταγγέλλοντας με την παραίτησή του, ο σπουδαίος επιστήμονας Σταμάτης Κριμιζής.    Η ψηφιοποίηση του κράτους που ανέλαβε να υλοποιήσει στη συνέχεια δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και δύο έργα που πληρώθηκαν από το δημόσιο ταμείο με αρκετά εκατομμύρια ευρώ κατηγορούνται ότι έχουν σκιές. Το ένα μάλιστα είναι το περιβόητο VAR και περιλαμβάνεται σε δικογραφία που τον αφορά και βρίσκεται στη Βουλή.

Παρ’ όλα αυτά, την εύνοια και την εμπιστοσύνη του Αλέξη Τσίπρα δεν την έχασε ποτέ. Κάθε φορά που σκάνε αποκαλύψεις, όπως το μυστικό ταξίδι στη Βενεζουέλα, η υπόθεση Πετσίτη, η υπόθεση Καλογρίτσα, η συνομιλία με τον Σάμπυ Μιωνή κ.ά, η τακτική είναι να σταματά για λίγο τις δημόσιες εμφανίσεις, ειδικά στο πλευρό του Αλέξη Τσίπρα, μέχρι το θέμα να υποχωρήσει και να ξεχαστεί.

Η μοναξιά του, πάντως, γίνεται όλο και μεγαλύτερη τελευταία, αλλά αυτό δεν τον πτοεί. Κάθε φορά που βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα, οι σύντροφοι που βγαίνουν να τον υπερασπιστούν είναι όλο και λιγότεροι. Αυτήν τη φορά λέγεται ότι ο Αλέξης Τσίπρας του συνέστησε να βγει στα media και να προσπαθήσει να καθαρίσει μόνος του, όπως έκανε τελευταία μετά την αποκάλυψη της συνομιλίας με τον Σάμπυ Μιωνή. Πώς να δικαιολογήσει όμως όσα ξεκάθαρα ακούστηκαν στο ηχητικό ντοκουμέντο και αποκάλυψαν ότι συναλλασσόταν και μιλούσε με οικειότητα και φιλικά με άτομα που κατήγγελλε ως ταξικούς εχθρούς και συνεργάτες των πολιτικών του αντιπάλων;

Ο Νίκος Παππάς βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση αυτή την περίοδο, καθώς οι αποκαλύψεις που βγαίνουν στη δημοσιότητα και τον αφορούν μοιάζει να μην έχουν τέλος. Είναι, ωστόσο, κάτι που όλοι στον ΣΥΡΙΖΑ ήξεραν ότι κάποια στιγμή θα συνέβαινε.    Ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί να τον στηρίζει, ακόμα κι αν αυτό βλάπτει το κόμμα του. Όσοι απορούν γιατί δεν τον έχει απομακρύνει ακόμα, τους διαφεύγει η πιο βασική ιδιότητα του Νίκου Παππά, αυτό που ήταν πάντα για τον Αλέξη Τσίπρα: απαραίτητος.

Δημοσιεύθηκε στην Lifo 

Φορολογώντας τη φτώχεια

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ

(δημοσιοεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 03.06.2016)

«Μπορούμε να ζήσουμε λιγάκι χωρίς τσιγάρα ή καφέ» είπε, μεταξύ άλλων, τις προάλλες ο υπουργός Εργασίας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις αυξήσεις των τιμών λόγω φόρων σε διάφορα είδη λαϊκής κατανάλωσης, μεταξύ των οποίων και ο καφές.

Ο υπουργός χρησιμοποίησε πρώτο πληθυντικό, είναι όμως βέβαιο ότι εκείνος δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτούς που θα αναγκαστούν να ελαττώσουν ή να κόψουν τον καφέ επειδή θα ακριβύνει. Οχι μόνο γιατί ο μισθός του υπουργού είναι αρκετά υψηλός και δεν χρειάζεται να κάνει τέτοιες περικοπές, αλλά και γιατί –όπως ο ίδιος έχει πει– ανήκει στο 10% των πιο εύπορων στρωμάτων.

Αρα, λοιπόν, όχι μόνο ο ίδιος αλλά και κανένας άλλος από αυτό το 10% των εύπορων στρωμάτων δεν θα χρειαστεί να ελαττώσει ή να κόψει τον καφέ. Το πιθανότερο είναι πως ούτε που θα αντιληφθούν την αύξηση της τιμής του. Τότε, ποιοι είναι αυτοί για τους οποίους ο υπουργός λέει ότι μπορούν να κόψουν λίγο τον καφέ; Προφανώς τα φτωχότερα στρώματα. Οι άνθρωποι που και πριν από την κρίση ζούσαν μετρημένα –ή και φτωχά– αλλά όταν ήρθε η κρίση, η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο.

Είναι γνωστό ότι στις αδύναμες πλάτες των φτωχότερων φορτώθηκαν πολύ περισσότερα βάρη από όσα μπορούσαν να αντέξουν. Την τεράστια αυτή αδικία κλήθηκε να ανατρέψει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ήταν ένας από τους βασικότερους λόγους που κέρδισε τις εκλογές. Να σηκώσει το φορτίο από τις πλάτες των αδυνάμων που είχαν λυγίσει και να απαιτήσει από αυτούς που κατέχουν τον πλούτο, να αναλάβουν τα βάρη που τους αναλογούν.

Αντί γι’ αυτό όμως, η αδικία όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά η σημερινή κυβέρνηση φορτώνει και άλλο βάρος σε αυτούς που είχαν ήδη λυγίσει από την κρίση και τα μνημόνια. Το καφκικού τύπου επιχείρημα των κυβερνώντων είναι ότι οι προηγούμενοι ήταν εκείνοι που φόρτωσαν τα τεράστια και άδικα βάρη στις πλάτες του λαού και ότι αυτοί τους προσθέτουν πολύ μικρότερα. Αποσιωπούν όμως, ότι το όποιο επιπλέον βάρος σήμερα το προσθέτουν σε ανθρώπους που έχουν ήδη εξοντωθεί οικονομικά και ήλπιζαν από αυτήν την κυβέρνηση να τους ανακουφίσει και όχι να τους επιβαρύνει κι άλλο.

Οι υπουργοί της κυβέρνησης με διάφορες δηλώσεις τους, όπως αυτή για τον καφέ, εμμέσως παραδέχονται ότι οι φόροι αυτοί θα πλήξουν τα φτωχότερα οικονομικά στρώματα. Ομολογούν, δηλαδή, ότι πράττουν το αντίθετο από αυτό που προσδοκούσαν από εκείνους οι πιο αδύναμες τάξεις.

Οταν, όμως, μεγάλο μέρος της κοινωνίας πληρώνει ήδη περισσότερους φόρους από όσους αντέχει και χρειάζεται να μάχεται καθημερινά για την επιβίωσή του, τότε οποιαδήποτε πρόσθετη επιβάρυνση –ακόμα και η πιο μικρή– είναι εντελώς παράλογη και ανήθικη.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνεχίζει την επιδρομή στα θύματα της κρίσης και αφήνει ανενόχλητους όσους φοροδιαφεύγουν, αφού τίποτα ουσιαστικό δεν έχει κάνει εδώ και ενάμιση χρόνο για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Ζητεί, όπως και η προηγούμενη, από αυτούς που στερούνται ήδη τα βασικά, να στερηθούν ακόμα περισσότερα, αρνούμενη να κατανείμει δίκαια τα βάρη. Αυτό όμως δεν είναι αποδεκτό, όχι για μια αριστερή κυβέρνηση, αλλά ούτε καν για μια στοιχειώδη δημοκρατία. Και φυσικά καμία ανάπτυξη δεν πρόκειται να έρθει ποτέ φορολογώντας τη φτώχεια.

http://www.kathimerini.gr/862293/opinion/epikairothta/politikh/forologwntas-th-ftwxeia-anery8riasta

Εκλογές ή παραμονή με ρίσκο

τσιπκαρ

Της Βασιλικής Σιούτη

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Επίκαιρα”, 3/2/2016)

Το ερώτημα που διατυπώνεται τις τελευταίες μέρες, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, είναι αν η Ελλάδα ξαναζήσει μία αντίστοιχη κατάσταση με εκείνη του καλοκαιριού του 2015. Με τους δανειστές δηλαδή να μην κάνουν πίσω, την κυβέρνηση να ελπίζει μέχρι την τελευταία στιγμή ότι θα τους πείσει και τη χώρα στο χείλος του γκρεμού, χωρίς εναλλακτικές επιλογές και σχέδιο.
Η αλήθεια είναι ότι λίγα πράγματα είναι διαφορετικά και σήμερα στην κορυφή. Οι δανειστές εξακολουθούν να είναι ανυποχώρητοι. Η κυβέρνηση πάλι ελπίζει. Εναλλακτικές δεν έχουν, ούτε η πολιτική ηγεσία έχει καταρτίσει κάποιο δικό της σχέδιο, πέρα από το μνημόνιο, που θα μπορούσε να οδηγήσει την Ελλάδα στην έξοδο από την κρίση.

Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι έχει ξοδευτεί αρκετό από το πολιτικό κεφάλαιο της κυβέρνησης, υπάρχουν σαφείς ενδείξεις φθοράς, η ανοχή του κόσμου εξαντλείται και υπάρχουν ήδη οι πρώτες κοινωνικές αντιδράσεις. Αυτά είναι τα επιπλέον μειονεκτήματα που έχει σήμερα η κυβέρνηση σε σχέση με το καλοκαίρι του 2015.
Από την άλλη, ορισμένα πράγματα είναι πιο εύκολα αυτή την φορά. «Η κοινοβουλευτική μας ομάδα είναι πολύ πιο ομοιογενής και συμπαγής, είμαστε πιο ρεαλιστές και πιο συνειδητοποιημένοι» υποστηρίζει «προεδρικός» βουλευτής που αρνείται ωστόσο τον χαρακτηρισμό, γιατί όπως λέει γελώντας: «Τώρα είμαστε όλοι προεδρικοί». «Από τότε που αποχώρησαν όσοι δεν άντεχαν το δύσκολο δρόμο και την ευθύνη που αναλάβαμε, κανένας στον ΣΥΡΙΖΑ δεν αμφισβητεί τις επιλογές του Αλέξη Τσίπρα» αναφέρει. Οσο για μια δυο περιπτώσεις βουλευτών που εμφανίζονται δημόσια να μην είναι πολύ πρόθυμοι να ψηφίσουν το ασφαλιστικό και το φορολογικό των αγροτών, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζεται ότι δεν πρόκειται για ουσιαστικές πολιτικές διαφωνίες, αλλά μόνο για τον φόβο του πολιτικού κόστους.

Ο πρωθυπουργός ως τώρα διαβεβαιώνει ότι θα τηρήσει τη συμφωνία με τους δανειστές, αλλά δεν θα κάνει πίσω και από τις κόκκινες γραμμές του. Και τα δύο μαζί ωστόσο, δεν γίνεται, γιατί όλα όσα απαιτούν οι δανειστές είναι πέρα από τις κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης και θα (ξανα)δοκιμάσουν τα όρια της.
Τα μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, με εξαίρεση την αμφιλεγόμενη στάση του Γ. Μιχελογιαννάκη, δηλώνουν, με βαριά καρδιά ή όχι, ότι θαψηφίσουν το ασφαλιστικό. Ποιο ασφαλιστικό όμως; Εκείνοι εννοούν αυτό του Γιώργου Κατρούγκαλου, ενώ θα πρέπει να θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι εκείνο που θα έρθει μετά τις παρεμβάσεις των εκπροσώπων των δανειστών, θα είναι πολύ σκληρότερο. Ισχύει άραγε και για αυτήν την εκδοχή η ίδια βεβαιότητα; Κανένας στο Μέγαρο Μαξίμου δεν απαντάει καταφατικά με σιγουριά. Αυτός είναι άλλωστε και ο προβληματισμός τους: Θα αντέξει η πλειοψηφία των 153 βουλευτών;

Κι επειδή δεν γνωρίζουν αν θα αντέξουν όλοι οι βουλευτές τους, αναζητούν κι άλλα στηρίγματα. Το φλερτ του Μαξίμου με το κόμμα του Βασίλη Λεβέντη δεν φαίνεται να αποδίδει καρπούς τελευταία, κι έτσι στο παρασκήνιο επιχειρείται ξανά προσέγγιση της Φώφης Γεννηματά. Η σχέση τους περνάει διάφορες διακυμάνσεις, από τότε που ο πρωθυπουργός προτίμησε τον Πάνο Καμμένο για κυβερνητικό εταίρο. Τα σύννεφα που προκλήθηκαν τότε δεν διαλύθηκαν, αλλά και από τις δύο πλευρές υπάρχουν πρόσωπα που εργάζονται για την προσέγγιση. Όπως υπάρχουν και αυτοί που δεν την θέλουν. Ειδικά στο ΠΑΣΟΚ όπου κυριαρχεί έντονη καχυποψία. «Ο ΣΥΡΙΖΑ μας θέλει μόνο για να μοιραστούμε μαζί του την ευθύνη και το πολιτικό κόστος. Δεν θέλει να κυβερνήσει μαζί μας. Πιστεύουν ότι αν μας δώσουν κάποια ανταλλάγματα, θα είμαστε άλλος ένας βολικός σύμμαχος» εκτιμά ένας από εκείνους που δεν θέλουν να ενδώσει η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ στον Αλέξη Τσίπρα. «Είναι αρκετοί οι 153 βουλευτές για να τα περάσουν όλα μόνοι τους αλλιώς, αν δεν μπορούν ας παραιτηθούν».

Εκλογές πάντως, δεν θέλει κανένας από τους πολιτικούς αντιπάλους του ΣΥΡΙΖΑ για την ώρα, ούτε και οι Ευρωπαίοι δανειστές. Ειδικά οι τελευταίοι εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι πρέπει να στηριχθεί η κυβέρνηση Τσίπρα, αφού είναι η μόνη τα τελευταία χρόνια που πέρασε μέτρα χωρίς σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις-αν και αυτό το τελευταίο τώρα αρχίζει να αλλάζει.

Στην ηγεσία της Ν.Δ δεν θέλουν εκλογές ακόμα, όχι γιατί φοβούνται να μην τις χάσουν, αλλά γιατί φοβούνται ότι μπορεί να τις κερδίσουν. Ο πραγματικός λόγος είναι ότι θέλουν η σημερινή κυβερνητική πλειοψηφία των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να πιουν μόνοι τους όλο το πικρό ποτήρι των «μεταρρυθμίσεων»- όπως κατ’ ευφημισμό αποκαλούνται τα σκληρά μέτρα. Δημοσίως δεν παραδέχονται ότι αυτό το θέλουν για να χρεωθούν το πολιτικό κόστος και την φθορά και ισχυρίζονται απλώς ότι «τα μέτρα αυτά είναι αποτέλεσμα της ζημιάς που οι ίδιοι προκάλεσαν, άρα πρέπει μόνοι τους να την διορθώσουν».
Στην πορεία και αφού ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει περάσει τα μέτρα και θα έχει υποστεί τη φθορά- αν όχι και την κατάρρευση – τότε η Ν.Δ που ελπίζει ότι θα έχει ανασυνταχθεί πλήρως, θα διεκδικήσει την εξουσία από καλύτερη θέση, σύμφωνα με το σενάριο που επιθυμεί.
καμμενοτσιπρας

Στο Μαξίμου βέβαια, αντιλαμβάνονται απολύτως ότι οι πολιτικοί τους αντίπαλοι και οι δανειστές ελπίζουν να περάσουν μόνοι τους όλα τα αντιλαϊκά μέτρα για να υποστούν και την ζημιά. Και φυσικά δεν σκοπεύουν να μείνουν με σταυρωμένα τα χέρια. Η πρώτη τους προτεραιότητα είναι να διερευνήσουν τις δυνατότητες διεύρυνσης της κοινοβουλευτικής δύναμης που θα μπορούσε να ψηφίσει τα μέτρα. Ιδανικά, θα προτιμούσαν να τα ψηφίσουν μαζί τους η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι.

Οι πιέσεις των Ευρωπαίων προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν φαίνεται να αποδίδουν τα αναμενόμενα μέχρι τώρα. Η κυβέρνηση πάντως, είχε ζητήσει από ευρωπαίους παράγοντες να πιέσουν τους Μητσοτάκη, Γεννηματά και Θεοδωράκη για να βάλουν πλάτη. Διαφορετικά, το όπλο που έχουν είναι να χρησιμοποιήσουν ξανά την απειλή των εκλογών που κανείς τους δεν θέλει. «Αν αρνηθεί να στηρίξει η αντιπολίτευση και οι δικοί μας 153 δεν είναι δεδομένοι, δεν ξέρω αν ο Τσίπρας ρισκάρει το ατύχημα», αναφέρει κυβερνητικός αξιωματούχος. «Εκτιμώ ότι θα προτιμήσει να πάει σε εκλογές- που μπορεί να καταφέρουν και πάλι να τον βγάλουν από τη δύσκολη θέση». Αυτό είναι άλλωστε και το μήνυμα που τους έστειλε τις τελευταίες μέρες: «Στηρίξτε, αλλιώς μπορεί να πάω σε εκλογές».

Τις εκλογές όμως,παρά τα όσα λέει, δεν τις θέλει με τίποτα ο κυβερνητικός του εταίρος, Πάνος Καμμένος όπως και ο Σταύρος Θεοδωράκης. Αλλά και στον ΣΥΡΙΖΑ, πολλοί υπουργοί και βουλευτές διαφωνούν με την επιλογή αυτή και πιστεύουν ότι με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, μπορούν να αντέξουν ακόμα και όλη την τετραετία- όχι απαραίτητα με αυτή την κυβερνητική σύνθεση.

Εκείνοι που εισηγούνται εκλογές στο Μαξίμου, βλέπουν τη φθορά να μεγαλώνει καθημερινά μαζί με τις κοινωνικές διαμαρτυρίες και φοβούνται ότι θα έχουν την τύχη του ΠΑΣΟΚ, με τη διαφορά ότι θα έχουν διανύσει μία απόσταση σαράντα χρόνων μόλις σε έναν. « Αν πάμε τώρα σε εκλογές πριν ψηφίσουμε το ασφαλιστικό, γλιτώνουμε πιθανό αφανισμό και περνάμε στην αντιπολίτευση διατηρώντας μεγάλο μέρος από το πολιτικό μας κεφάλαιο, πριν αυτό εξανεμιστεί, και την προοπτική να επανέλθουμε σύντομα” λένε. “Αν παραμείνουμε στην κυβέρνηση και αναγκαστούμε να ψηφίσουμε ότι μας ζητάνε οι δανειστές για να κλείσει η πρώτη αξιολόγηση του τρίτου μνημονίου, αυτό μπορεί να μας οδηγήσει οριστικά εκτός παιχνιδιού”.
πρόσφυγες
Το ίδιο έργο λοιπόν με τα ίδια διλήμματα. Οι αποφάσεις θα ληφθούν στο “και πέντε” από τον πρωθυπουργό και ένα πολύ στενό επιτελείο, που ουδείς γνωρίζει ακόμα τι θα αποφασίσει. Την ίδια στιγμή η προσφυγική-μεταναστευτική κρίση θεριεύει και ο κίνδυνος να μετατραπεί η Ελλάδα σε Λίβανο της Ευρώπης είναι πλέον ορατός.

Η κυβέρνηση δοκιμάζει τα όριά της

Της Βασιλικής Σιούτη

Στην κατάσταση «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα» βρίσκεται για άλλη μια φορά η κυβέρνηση που δυσκολεύεται να περάσει όλα τα μέτρα για τα οποία έχει δεσμευτεί, καθώς οι δανειστές δεν επέδειξαν την επιείκεια που ανέμενε, πλην των χρονικών παρατάσεων. Αν ψηφίσει όλα τα μέτρα που απαιτούνται για να αρχίσει η αξιολόγηση, όπως της τα ζητάνε οι δανειστές, φοβάται ότι θα υπάρξουν μεγάλοι κλυδωνισμοί, ενώ αν δεν τα ψηφίσει, φοβάται το ενδεχόμενο της ρήξης. Έτσι, μετά από μια μίνι ανταρσία δύο ημερών, η κυβέρνηση φαίνεται να υποχωρεί και πάλι απέναντι στους δανειστές.

τσιπ
Εδώ και καιρό η κυβέρνηση φαινόταν αποφασισμένη να περάσει τα σκληρά μέτρα του δεύτερου πακέτου και οι υπουργοί της διαβεβαίωναν ότι η αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί σύντομα, ώστε να ανοίξει το θέμα της διευθέτησης του χρέους. Η αισιοδοξία αυτή βασιζόταν κυρίως στην πεποίθηση ότι οι δανειστές δεν θα απαιτούσαν μέχρι τέλους την απαρέγκλιτη και κατά γράμμα εφαρμογή του μνημονίου που ψηφίστηκε το καλοκαίρι. Η άτεγκτη στάση τους όμως και η καχυποψία που επικρατεί και στις δύο πλευρές έγιναν η αιτία να εκδηλωθεί η νέα πρόσφατη κρίση με το ΔΝΤ και τον Σόιμπλε. Η κυβέρνηση βέβαια αναδιπλώθηκε, αλλά καθώς τα πιο δύσκολα αναβάλλονται, κανείς δεν είναι βέβαιος για τη συνέχεια.

Από το καλοκαίρι που ψηφίστηκε το τρίτο μνημόνιο και ειδικά από την επανεκλογή της κυβέρνησης και μετά, τόσο ο πρωθυπουργός όσο και οι αρμόδιοι υπουργοί διαβεβαίωναν τους δανειστές ότι θα υλοποιήσουν όλες τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν με την ψήφιση του τρίτου μνημονίου. Την ίδια περίοδο όμως διαβεβαίωναν και τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν πρόκειται να φέρουν στη Βουλή νόμους για την υλοποίηση όλων των μέτρων του μνημονίου, αφού για πολλά από αυτά θα παρουσίαζαν στην τρόικα ισοδύναμα, τα οποία θα την έπειθαν να τα δεχθεί.
Η προσπάθεια εξεύρεσης ισοδυνάμων όμως, δεν στέφθηκε με επιτυχία, όπως ακριβώς είχε ξανασυμβεί και στο παρελθόν με τις προηγούμενες κυβερνήσεις όποτε το προσπάθησαν. Έτσι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκαν μπροστά στο ενδεχόμενο να ψηφίσουν ακριβώς αυτά τα μέτρα που η κυβέρνηση τους είχε πει ότι θα αποφεύγονταν. Οι βουλευτές άρχισαν να αντιδρούν και τα μηνύματα να φτάνουν στο Μέγαρο Μαξίμου.

λογιαλέξη

Τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ θεωρούν καθήκον τους να υπερασπίζονται την κυβέρνηση και το κόμμα προς τα έξω, αλλά η γκρίνια εσωτερικά προς την ηγεσία είναι μεγάλη. Όλο το προηγούμενο διάστημα υπήρχαν αντιδράσεις για τον ΑΔΜΗΕ, για τη διαχείριση των κόκκινων δανείων, για το ενιαίο μισθολόγιο, αλλά και σχεδόν για όλα τα προαπαιτούμενα που υπήρχαν στο δεύτερο πακέτο. Όσο για το ασφαλιστικό, εκεί συμφώνησαν με βαριά καρδιά στην πρόταση που παρουσίασε ο Γιώργος Κατρούγκαλος, πλην όμως αυτή δεν είναι η τελική, αλλά η πρόταση της κυβέρνησης πριν την θέσει υπόψιν της τρόικας.
Έντονη κριτική εδώ και λίγο καιρό δέχεται η κυβέρνηση και από τους Ευρωπαίους, καθώς η ψήφιση των προαπαιτούμενων καθυστερεί και κάθε τόσο μετατίθεται για αργότερα. Ούτε οι Ευρωπαίοι όμως θέλουν να ασκήσουν επισήμως κριτική στην ελληνική κυβέρνηση. Στις δημόσιες δηλώσεις τους περιορίζονται σε διπλωματικές και αόριστες φράσεις για «πρόοδο» και για την «προσπάθεια της χώρας», στο παρασκήνιο όμως είναι πολύ πιο αιχμηροί. Σκληρές αιχμές εναντίον της κυβέρνηση ακούστηκαν και στο πρόσφατο Eurogroup με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο να βρίσκεται σε αμήχανη θέση και να προσπαθεί να πείσει ότι όλες οι εκκρεμότητες θα κλείσουν σύντομα.
Πώς όμως να κλείσουν όταν οι δανειστές επιμένουν στην σχεδόν κατά γράμμα εφαρμογή των δεσμεύσεων της κυβέρνησης και οι βουλευτές περιμένουν την αντικατάστασή τους με λιγότερο επώδυνα μέτρα; Πέρα βέβαια από τα μέτρα που διστάζει να φέρει η κυβέρνηση για λόγους πολιτικού κόστους, υπάρχουν και κάποιες μνημονιακές δεσμεύσεις με τις οποίες διαφωνεί επί της ουσίας, όπως στην σύσταση του ταμείου ιδιωτικοποιήσεων και την ιδιωτικοποίηση του ΑΔΜΗΕ,. Η ιδιότυπη αυτή ομηρεία εγκλωβίζει την κυβέρνηση που δεν μπορεί να κινηθεί , ούτε μπροστά ούτε πίσω.
Αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός διαπιστώνει τώρα ότι ήταν πολύ αισιόδοξος όταν πίστευε ότι η παρότρυνση των Γάλλων, των Ιταλών, του Γιούνκερ και του Σουλτς το καλοκαίρι (που του έλεγαν να προχωρήσει στην υπογραφή του μνημονίου και αυτοί θα τον βοηθούσαν) θα σήμαινε χαλάρωση των μέτρων του μνημονίου. Οι Γάλλοι, οι Ιταλοί και ο Γιούνκερ του λένε τώρα ότι πρέπει να τηρήσει τα συμφωνηθέντα.

΄φωτοτσιπρας
Στην κυβέρνηση πίστευαν εδώ και καιρό ότι το εμπόδιο στην χαλάρωση των όρων του μνημονίου είναι το ΔΝΤ και ο Σόιμπλε. Είναι μάλιστα βέβαιοι ότι πίσω από την άτεγκτη «μεταρρυθμιστική εμμονή» του ΔΝΤ βρίσκεται ο Σόιμπλε, που όπως ισχυρίζονται θέλει να αποτύχει η κυβέρνηση και είτε να πληρώσει το τεράστιο πολιτικό κόστος που συνεπάγεται η εφαρμογή του μνημονίου που υπέγραψε, είτε να μην το εφαρμόσει και να ενεργοποιηθεί το σενάριο του grexit.
Οι υπουργοί υποστηρίζουν ότι «μόνο το ΔΝΤ είναι αυτό που επιμένει στα σκληρά μέτρα – αυτά που δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει ούτε η κυβέρνηση Σαμαρά». «Και θέλουν να τα περάσουμε όλα εμείς τώρα».

Η επίθεση του Αλέξη Τσίπρα προς το ΔΝΤ την περασμένη Δευτέρα, στην συνέντευξη που έδωσε στην ΕΡΤ, ήταν σχεδιασμένη από καιρό. Είχε προβεί άλλωστε σε αντίστοιχες δηλώσεις πρώτος λίγο πριν ο Νίκος Παππάς λέγοντας ότι η Ελλάδα δεν ήθελε την συμμετοχή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα, αλλά ήταν οι χώρες που αντιτάσσονται σε μία ουσιαστική ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αυτές που την ήθελαν, φωτογραφίζοντας τη Γερμανία. Ακολούθησε ο πρωθυπουργός, θέτοντας και επί της ουσίας το ζήτημα της σκοπιμότητας της συμμετοχής του ΔΝΤ, ανεβάζοντας τους τόνους της αντιπαράθεσης.
Ο κύριος σκοπός του Μεγάρου Μαξίμου ήταν, όπως αναφέρει υπουργός της κυβέρνησης, «να εκτεθεί και να αποκαλυφθεί ο ρόλος του Σόιμπλε που κρύβεται πίσω από το ταμείο», πράγμα που πιστεύουν ότι το πέτυχαν. «Το ΔΝΤ δεν απάντησε καν και ήταν ο γερμανός υπουργός Οικονομικών αυτός που έσπευσε να μας απαντήσει» λέει, υποστηρίζοντας ότι με την ειρωνική απάντηση δια της κυβερνητικής εκπροσώπου «τον έβαλαν στην θέση του».

Το άλλο που θέλει να καταδείξει στην κοινή γνώμη ο Αλέξης Τσίπρας είναι ότι όταν οι διαπραγματεύσεις μπλοκάρουν, αυτό συμβαίνει «με ευθύνη των δανειστών» και όχι δική του. «Αν δεν επέμενε το ΔΝΤ, θα είχαμε τελειώσει τώρα» ισχυρίζονται συνεργάτες του. Ο πρωθυπουργός μάλιστα υπερθεματίζοντας στην ΕΡΤ, υποστήριξε ότι το ασφαλιστικό καθυστερεί εξαιτίας των δανειστών και όχι εξαιτίας της ελληνικής κυβέρνησης.
Όσα συνέβησαν τις προηγούμενες μέρες αποτελούν σαφείς ενδείξεις ότι στην πορεία, ειδικά όταν θα πρέπει να νομοθετηθεί το ασφαλιστικό, είναι πιθανό να επαναληφθούν αντίστοιχες αναταράξεις, καθώς η κυβέρνηση δυσκολεύεται να εφαρμόσει τις μνημονιακές δεσμεύσεις που ανέλαβε, από τη στιγμή που οι δανειστές δεν υποχωρούν πουθενά επί της ουσίας.

Ο Αλέξης Τσίπρας εξακολουθεί τις προσπάθειες να χαλαρώσει το σκοινί του μνημονίου, ενώ προειδοποιεί τους βουλευτές του ξεκάθαρα και δημόσια να μην τολμήσει κανείς να διαφοροποιηθεί από την πρωθυπουργική γραμμή, καθώς όπως είπε και στην ΕΡΤ, δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να πει ότι είναι πιο ευαίσθητος. Υποστήριξε επίσης ότι επειδή οι εκλογές έγιναν με λίστα και οι βουλευτές ήξεραν τι περιλαμβάνει το μνημόνιο, δεν μπορούν να διαφοροποιηθούν. Συνεργάτες του αναφέρουν ότι αν κάποιος δεν μπορεί να ψηφίσει τα μέτρα, τότε καλύτερα να παραδώσει την έδρα.
Ακόμα κι έτσι να γίνει όμως, αυτό δεν καθησυχάζει το Μαξίμου. Σε περίπτωση δηλαδή που εμφανίζονταν βουλευτές να διαφωνούν και απέδιδαν την έδρα τους, «αν αυτό λάμβανε έκταση και αφορούσε παραπάνω από 2-3 βουλευτές, τότε θα είχαμε πρόβλημα» αναφέρουν κυβερνητικοί αξιωματούχοι που αναγνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο θα έπληττε την εικόνα της κυβέρνησης, ακόμα και αν δεν απειλούσε την απώλεια της πλειοψηφίας.

Στην άλλη πλευρά, αυτή των δανειστών και ειδικά στο Βερολίνο, η δυσπιστία που δεν υποχώρησε ποτέ, μεγαλώνει. Οι επίσημοι αξιωματούχοι αποφεύγουν να ρίξουν λάδι στη φωτιά, πλην του Σόιμπλε που μιλάει μόνο όταν θέλει να στείλει κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα. Στα γερμανικά ΜΜΕ ωστόσο διαρρέουν πληροφορίες σχετικά με τις εσωτερικές συζητήσεις και «εμπιστευτικές» ενημερώσεις που μεταφέρουν το κλίμα. Η κυβέρνηση τα εκλαμβάνει αυτά ως προειδοποίηση και σπεύδει να προλάβει σε επικοινωνιακό τουλάχιστον επίπεδο, αυτό που θα ακολουθήσει προσπαθώντας να πείσει την κοινή γνώμη με την δική της αφήγηση.

Παρόλα αυτά, τα γερμανικά ΜΜΕ στηλιτεύουν τις καθυστερήσεις της ελληνικής κυβέρνησης και «την μη τήρηση των δεσμεύσεων της» όχι μόνο στις μνημονιακές της υποχρεώσεις, αλλά και στο θέμα της αντιμετώπισης του προσφυγικού.
Σχετικά με το πρόγραμμα, αναδεικνύουν πιο έντονα την καθυστέρηση των ιδιωτικοποιήσεων και των μέτρων που αφορούν στην «ανεξάρτητη διοίκηση» καθώς και στη σύσταση του ειδικού ταμείου ιδιωτικοποιήσεων. Αυτά για τα οποία δέχθηκε αυστηρή προειδοποίηση και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος στο Eurogroup, με τον Μοσκοβισί να δηλώνει απλώς την κατανόησή του για «τη δύσκολη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού».

Στην κυβέρνηση επιχείρησαν να παίξουν το χαρτί της «ελεγχόμενης ρήξης» προειδοποιώντας τους δανειστές μέσω διαρροών στα ΜΜΕ είτε για μονομερείς ενέργειες, όπως την ψήφιση της δικής τους πρότασης για το ασφαλιστικό, είτε για νέο δημοψήφισμα που θα μπορούσε να έχει ακόμα και το ερώτημα, όπως λένε κάποιοι στην κυβέρνηση, αν ο κόσμος συμφωνεί με μία νέα περικοπή των συντάξεων ή όχι. Σε δυο τρεις μέρες όμως, αναδιπλώθηκαν και κανείς -ούτε οι ίδιοι- γνωρίζουν αν θα επανέλθουν.
Ο γερμανός υπουργός Οικονομικών που άστραψε και βρόντηξε πριν λίγες μέρες, επιμένει ότι «η στάμνα» θα σπάσει κάποια στιγμή αν η κυβέρνηση προσπαθεί να μην τηρεί όλες τις δεσμεύσεις της, αλλά κανείς δεν είναι βέβαιος αν πρόκειται απλώς για απειλές προκειμένου να «συνετίσει» την ελληνική κυβέρνηση ή αν σκοπεύει όντως να ενεργοποιήσει το σενάριο Grexit.

Στο Μαξίμου δεν έχουν ληφθεί οριστικές αποφάσεις, λένε οι πληροφορίες, και δεν αποκλείεται να προσπαθήσουν να κερδίσουν χρόνο, τραβώντας κι άλλο την καθυστέρηση σε αυτά που φοβούνται πιο πολύ (αν και υπάρχουν κάποιοι που προτείνουν να περάσουν όλα μέσα στις γιορτές) . Στις Βρυξέλλες, παρά την πίεση που ασκούν για να κλείσει το θέμα της αξιολόγησης, δεν φαίνεται να έχουν πρόβλημα με μια νέα παράταση των εκκρεμοτήτων , κυρίως επειδή πιστεύουν ότι η κυβέρνηση τον Φεβρουάριο θα ξεμείνει από λεφτά και θα βρεθεί σε δύσκολη θέση.

Η διγλωσσία του Αλέξη Τσίπρα

τσιπρόφατσα
Της Βασιλικής Σιούτη

(δημοσιεύθηκε στο MarketFair)

Ο Αλέξης Τσίπρας είναι άθεος, αλλά είναι και με την εκκλησία, θα κυνηγήσει την φοροδιαφυγή, αλλά κλείνει το μάτι στους φοροφυγάδες, εναντιώνεται στα προνόμια των βουλευτών, αλλά δεν καταργεί κανένα, είναι αντίθετος με τους άδικους φόρους, αλλά τους πολλαπλασιάζει. Είναι με τον λαό που δεν θέλει το μνημόνιο, αλλά και με αυτούς που θέλουν τις μεταρρυθμίσεις του μνημονίου. Είναι στην ομάδα της ευρωαριστεράς αλλά είναι και με τους σοσιαλδημοκράτες.

Το φαινόμενο της διγλωσσίας στην ελληνική πολιτική ζωή δεν είναι πρωτόγνωρο, ούτε καινούργιο. Είναι παλιό. Η διγλωσσία του Αλέξη Τσίπρα όμως, έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και τείνει να γίνει παροιμιώδης.

Το 2012, όταν οι λαϊκές αντιδράσεις ενάντια στις πολιτικές αποφάσεις που λήφθηκαν κορυφώνονταν και το ΠΑΣΟΚ αποδεκατιζόταν, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε μία πολύ φιλολαϊκή γλώσσα και συμπεριφορά, προκειμένου να προσελκύσει τα απογοητευμένα πλήθη. To target group ήταν κυρίως το λαϊκό και πατριωτικό ΠΑΣΟΚ που έμενε κομματικά άστεγο, για αυτό και ο Αλέξης Τσίπρας άρχισε να μιμείται την εκφορά του λόγου του Ανδρέα Παπανδρέου και να λέει αυτά που πίστευε ότι θα έπιαναν στο κοινό αυτό. Την ίδια στιγμή έκλεινε το μάτι στα κοινωνικά και επαγγελματικά στρώματα που ένιωθαν εγκαταλελειμμένα από το ΠΑΣΟΚ και έψαχναν έναν «σωτήρα» να τους γλιτώσει από τον τυφώνα που είχε αρχίσει να πλήττει την ελληνική κοινωνία.

Στο πλαίσιο αυτής της τακτικής υιοθέτησε ένα έντονα λαϊκιστικό προφίλ , τάζοντας στους πάντες τα πάντα. Χωρίς σχέδιο. Χωρίς στρατηγική. Χωρίς όραμα.

Ο επιχειρηματικός κόσμος της χώρας, όπως ήταν λογικό, αρχικά τρόμαξε. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν αποφασίσει να προσκολληθούν στους δανειστές σπεύδοντας να βρουν επαφή με την τρόικα. Θεώρησαν ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να αλλάξουν πολλά προς την πλευρά που επιθυμούσαν και οι ίδιοι, αλλά και να προωθήσουν την δική τους ατζέντα. Κάποιοι άλλοι έβλεπαν ότι θίγονται και ορισμένα επιχειρηματικά ελληνικά συμφέροντα με τα μέτρα που προωθούσε η τρόικα και έψαχναν απεγνωσμένα να δουν τι θα κάνουν.

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αποφάσισε να τους ικανοποιήσει όλους. Αρχικά ήταν ο Γιώργος Σταθάκης και ο Γιάννης Δραγασάκης που ανέλαβαν να καθησυχάσουν τον επιχειρηματικό κόσμο. Αυτοί ήταν οι συνομιλητές τους για λογαριασμό του ΣΥΡΙΖΑ και είναι γεγονός ότι κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό να τους καθησυχάσουν. Βιομήχανοι, εφοπλιστές και τραπεζίτες, εξέφραζαν συχνά την ικανοποίηση τους από όσα τους έλεγαν τα συγκεκριμένα στελέχη, κάποιες φορές και δημόσια.
Στη συνέχεια, όταν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, εκτίμησε ότι ο λαός θα την ακολουθούσε έτσι κι αλλιώς, αφού δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική, αποφάσισε να κάνει ένα βήμα παραπάνω, ως προς την προσέγγιση του επιχειρηματικού κόσμου. Για να σταματήσουν να τον φοβούνται. Για να πάψουν να βάζουν κάποιοι εμπόδια και γιατί όχι; Ακόμα και να συνεργαστούν. Το σήμα δόθηκε με την παρουσία του Αλέξη Τσίπρα στον ΣΕΒ αλλά και την κοινή εμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα με τον τότε πρόεδρο του ΣΕΒ, Δημήτρη Δασκαλόπουλο, ο οποίος δεν έκρυβε την συμπάθειά του.

Τι είχε συμβεί; Έγιναν αριστεροί οι επιχειρηματίες της χώρας; Φυσικά και όχι. Αυτό που συνέβη ήταν ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ τους είχε πείσει ότι όσα λέει στο μπαλκόνι είναι για να κατευνάσει τα λαϊκά πάθη και να καθησυχάζει το αριστερό τμήμα του κόμματος. Τους είχε διαβεβαιώσει ότι δεν είναι καθόλου στις προθέσεις της οποιαδήποτε σύγκρουση με την Ευρώπη καθώς και ότι επιθυμεί και η ίδια τις μεταρρυθμίσεις. Ένα μεγάλο τμήμα του επιχειρηματικού κόσμου, που ήταν θυμωμένο με τον Αντώνη Σαμαρά, άλλοι γιατί δεν μοίραζε καλά την πίτα που μίκραινε και άλλοι γιατί δεν τον έβλεπαν αποφασιστικό με τις μεταρρυθμίσεις, αποφάσισαν να ποντάρουν στον Αλέξη Τσίπρα.

Από τότε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ μιλούσε σταθερά δύο διαφορετικές γλώσσες. ¨Άλλα έλεγε στον λαό και στο κόμμα του και άλλα στους επιχειρηματίες. Όταν μάλιστα κάποιες φορές σε εσωκομματικές διεργασίες ορισμένοι από την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται για τις σχέσεις με τους επιχειρηματίες, τα επιχειρήματα τους ήταν περίπου σαν αυτά που λέγονταν προς εκείνους αλλά αντίστροφα: ότι δηλαδή τους λένε και μία φιλική κουβέντα παραπάνω, ώστε να τους καθησυχάζουν και να μην αρχίσουν την «αντεπανάσταση».
Το πρώτο διάστημα της διακυβέρνησης τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν. Όσο όμως δεν αποφάσιζε η κυβέρνηση που θα πάει, μπορούσε να συνεχίζει να παίζει και στα δύο ταμπλό. Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου και η εκκαθάριση της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ ικανοποίησε και έπεισε μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού κόσμου ότι ο Τσίπρας ήταν αυτός που ήθελαν και ότι σύντομα θα προχωρήσει στις σαρωτικές μεταρρυθμίσεις που αναμένουν.
Την ίδια στιγμή ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ διαβεβαίωνε το κόμμα του ότι το τρίτο μνημόνιο ήταν απλώς ένας «τακτικός συμβιβασμός» και ότι κανένα από τα αντιλαϊκά μέτρα που ψήφισε η κυβέρνηση του δεν πρόκειται να εφαρμοστεί στην πράξη.

Περίπου τα ίδια έκανε και με τους Ευρωπαίους. Τους διαβεβαίωνε ότι δεν θέλει τη ρήξη, αλλά ήταν η αριστερή πτέρυγα που τον πίεζε και δεν μπορούσε να εφαρμόσει όσα του ζητάνε. Τους άφηνε να πιστεύουν ότι θα συνεργαστεί με το Ποτάμι, όπως ήθελαν, ενώ η πρώτη του επιλογή ήταν πάντα ο Καμμένος. Τώρα που ψήφισε το τρίτο μνημόνιο και «ξεφορτώθηκε» όσους δεν συναίνεσαν, οι Ευρωπαίοι περιμένουν να εφαρμόσει όσα τους είπε. Όχι ακριβώς όλοι βέβαια, μια και ο Σόιμπλε παραμένει δύσπιστος και είναι βέβαιος ότι θα δικαιωθεί κόντρα στους Γάλλους και στους «καλόπιστους».

Για δέκα μήνες ο Τσίπρας κατάφερε να πατάει σε δύο βάρκες, χωρίς να πέσει στο νερό. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της πολιτικής διακυβέρνησης του όλο αυτό το διάστημα ήταν η αναβλητικότητα. Δεν κυβερνούσε. Δεν έπαιρνε μέτρα. Δεν πήγαινε ούτε εμπρός, ούτε πίσω. Έτσι μπορείς να κρατηθείς για λίγο χωρίς να πέσεις στο νερό. Αυτό συνήθως δεν κρατάει για πολύ. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ όμως πιστεύει ότι μπορεί να κρατήσει και το μοντέλο είναι το ΠΑΣΟΚ. Αλλά εκείνες ήταν άλλες εποχές.

Η νίκη του Τσίπρα και η ήττα της αριστεράς

τσιπρόφατσα

της Βασιλικής Σιούτη

Δύο εβδομάδες μετά τις εκλογές, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αφού ανανέωσε την εντολή που είχε λάβει τον περασμένο Ιανουάριο, ετοιμάζεται να κυβερνήσει.
Αυτή τη φορά σκοπεύει να το κάνει λένε τα στελέχη της, καθώς το προηγούμενο επτάμηνο ισχυρίζονται ότι τους εμπόδιζε η διαπραγμάτευση και η απειρία τους, την οποία ως ένα βαθμό παραδέχονται. Σκοπεύουν μάλιστα να κυβερνήσουν για μια ολόκληρη τετραετία όπως είναι το κανονικό, το οποίο όμως οι Έλληνες έχουν ξεχάσει τα τελευταία πέντε χρόνια, αφού το μνημόνιο κατάπινε κάθε νέα κυβέρνηση πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη θητεία της.

Θα καταφέρει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ να πετύχει τον στόχο της τετραετίας; Εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να υπάρχει κανένα εμπόδιο για αυτό. Διαθέτει άνετη πλειοψηφία και δεν μεσολαβούν άλλες εκλογές μέχρι τη λήξη της θητείας της. Δεν έχει δηλαδή μπροστά της κάποιο σκόπελο, όπως είχε ο Αντώνης Σαμαράς με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει επίσης την τύχη να μην διαθέτει ουσιαστική αντιπολίτευση. Το μνημόνιο, το οποίο αποτελεί βασικό κυβερνητικό πρόγραμμα πλέον, δεν αμφισβητείται από την αξιωματική αντιπολίτευση και τα περισσότερα κόμματα, που εκ των πραγμάτων θα περιοριστούν να την αντιπολιτευθούν στα δευτερεύοντα.

Όσο για την περίπτωση -η οποία δεν είναι ορατή για την ώρα- που εξεγερθούν κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και αρνηθούν να ψηφίσουν τους αντιλαϊκούς νόμους που θα έρχονται στη Βουλή, υπάρχει πλήθος προθύμων βουλευτών από τη Ν.Δ, το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι, που θα σπεύσουν να συνδράμουν, προκειμένου να συνεχιστεί απρόσκοπτα η δουλειά.

Οι δανειστές, αν και το περασμένο επτάμηνο ήταν απέναντι βάζοντας συνεχώς εμπόδια, αυτή τη φορά βρίσκονται στην ίδια πλευρά με την κυβέρνηση. Λογικό, αφού όλα άλλαξαν από την στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας υποχώρησε, αποδεχόμενος τους δικούς τους κανόνες. Ας μην ξεχνάμε ότι το μόνο ενδιαφέρον της Γερμανίας και των δανειστών στην προεκλογική περίοδο ήταν να συμμετάσχει ο ΣΥΡΙΖΑ στην νέα κυβέρνηση που θα εκλέγονταν, για να είναι εκείνος που θα εφαρμόσει το τρίτο μνημόνιο, το δικό του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας προσέφεραν στη γερμανική κυβέρνηση ένα πολύτιμο δώρο. Διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση και ότι η πολιτική λιτότητας που τόσα χρόνια επιβάλλουν στην Ελλάδα είναι μονόδρομος.

Μέχρι τώρα, είτε με την κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου, είτε του Λουκά Παπαδήμου, είτε των Σαμαρά-Βενιζέλου, υπήρχαν πάντα κάποιοι που διαφωνούσαν και ισχυρίζονταν ότι ένας άλλος δρόμος ήταν δυνατός. Όταν νικήθηκε ο Σαμαράς και τα Ζάππεια, βρέθηκε ο Τσίπρας και το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Σήμερα στην ελληνική Βουλή δεν ακούγεται άλλη πρόταση.

Οι μεγάλοι νικητές αυτών των εκλογών ήταν αναμφισβήτητα οι δανειστές και η γερμανική κυβέρνηση, αφού το δικό τους πολιτικό πρόγραμμα κέρδισε. Οι δανειστές πέτυχαν επίσης να διαλύσουν το αντιμνημονιακό μέτωπο και να διώξουν από τη Βουλή κάθε φωνή που αντιστάθηκε σθεναρά. Αυτό δεν θα το πετύχαιναν φυσικά χωρίς τον Αλέξη Τσίπρα, καθώς στο τέλος υπήρξε κοινός τους στόχος και επιδίωξη. Για αυτό άλλωστε έγιναν οι εκλογές.

Η νίκη είναι λοιπόν μόνο των δανειστών; Όχι, βεβαίως είναι και του Αλέξη Τσίπρα. Παρά την έλλειψη γενναιοδωρίας μερικών πολιτικών του αντιπάλων, η οποία τους εμποδίζει να το παραδεχθούν, ο Αλέξης Τσίπρας, όπως και να ’χει, κέρδισε. Πήρε ξανά την εξουσία και αυτός ήταν όπως φάνηκε ο μοναδικός του στόχος. Πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, από εκείνα που ανήκουν στον κύκλο των λεγόμενων προεδρικών, το έλεγαν πολύ πριν από τις εκλογές, όταν υποστήριζαν ότι μοναδική κόκκινη γραμμή ήταν να μην απολέσουν την εξουσία.

Όλα αυτά ήταν πρωτόγνωρα ως τώρα για την αριστερά, αλλά ποιος λέει άλλωστε ότι κέρδισε η αριστερά ; Ο Τσίπρας και ο κύκλος του κέρδισαν. Η αριστερά ηττήθηκε όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος σύντομα, μετά από τις αλλαγές που δρομολογούνται, δεν θα θυμίζει σε τίποτα αυτό που ήταν μέχρι πρότινος.
Η αριστερά ηττήθηκε βαριά, αφού δεν κατάφερε να πείσει ότι ο άλλος δρόμος που πρότεινε είναι εφικτός και βρέθηκε ξανά στην εξουσία μόνο το τμήμα εκείνο του κόμματος που δέχθηκε να μεταλλαχθεί, αποδεχόμενο να εφαρμόσει την νεοφιλελεύθερη πολιτική που μέχρι τότε κατήγγειλε.

Το αριστερό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ πετάχτηκε από την ηγεσία του στο καλάθι των αχρήστων, όπως και το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Αριστερή πολιτική είναι η πολιτική που ανατρέπει τις ανισότητες υπέρ των αδυνάμων. Η κυβέρνηση Τσίπρα αποφάσισε να κυβερνήσει διαιωνίζοντας και εντείνοντας τις ανισότητες και αυτό δεν έχει σχέση με την αριστερά.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όμως, έχει (άλλο) ένα πλεονέκτημα έναντι των προηγούμενων κυβερνήσεων, το οποίο αρκετά στελέχη έχουν σχεδόν κυνικά ομολογήσει. Σε αυτές τις εκλογές ο κόσμος γνώριζε ότι αν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, θα εφαρμοστεί το μνημόνιο. Επαίρονται λοιπόν ότι αυτή τη φορά το μνημόνιο έχει και λαϊκή νομιμοποίηση. Είναι όμως έτσι; Και ναι και όχι. Γιατί όταν ρώτησαν τον ελληνικό λαό αν το θέλει, τους είπε όχι. Στις εκλογές μπορεί να είχε προηγηθεί η υπερψήφιση του μνημονίου από τον ΣΥΡΙΖΑ, τα στελέχη του όμως προεκλογικά υπόσχονταν ότι δεν θα το εφαρμόσουν, αφού δεν θα αυξήσουν τον ΦΠΑ, ούτε θα κόψουν μισθούς και συντάξεις όπως ψήφισαν, γιατί θα βρουν ισοδύναμα. Άρα, αν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ πίστεψαν κι αυτή τη φορά τις υποσχέσεις του, δεν ψήφισαν ακριβώς την εφαρμογή του μνημονίου, αλλά την αντικατάστασή του διά των ισοδυνάμων.

Πέρα από αυτό όμως, αν δει κανείς τους απόλυτους αριθμούς των αποτελεσμάτων των εκλογών, θα διαπιστώσει ότι επί της ουσίας ούτε το μνημόνιο, ούτε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε καν η Βουλή αυτή έχουν ισχυρή λαϊκή νομιμοποίηση. Η πρωτοφανής για τη μεταπολίτευση αποχή σε βουλευτικές εκλογές (56,57% από 63,62% τον Ιανουάριο) αδυνατίζει το δικαίωμα αυτού του ισχυρισμού.

Οι 898.506 πολίτες που ψήφισαν τον Ιανουάριο, αλλά αρνήθηκαν να προσέλθουν στις κάλπες του Σεπτεμβρίου, δείχνουν το μέγεθος της απογοήτευσης που υπήρξε αυτό το επτάμηνο. Το ίδιο μαρτυρά και η απώλεια ψήφων του ΣΥΡΙΖΑ από τον Ιανουάριο μέχρι τον Σεπτέμβριο (320.074). Αν υπολογίσει λοιπόν κανείς την πρωτοφανή αποχή, που προφανώς εμπεριείχε το μήνυμα της απαξίωσης, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ψηφίστηκε παρά μόνο από ένα 18%-20% των ψηφοφόρων. Ποτέ πριν από το μνημόνιο το κυβερνών κόμμα δεν είχε τόσο μικρή αποδοχή. Την κυβέρνηση όμως δεν μοιάζει να την απασχολεί αυτό, αφού η επιδίωξή της ήταν η κατάκτηση της εξουσίας με κάθε τρόπο.

Το καλό σενάριο για την κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου είναι οι απελπισμένοι πολίτες να συνηθίσουν αυτήν την κατάσταση και να εγκαταλείψουν κάθε ελπίδα για να την αλλάξουν. Αυτό θα εξασφάλιζε στην κυβέρνηση ενδεχομένως την ολοκλήρωση της θητείας της, καθώς μόνο η λαϊκή αντίδραση αν εκδηλωνόταν, θα μπορούσε να αποτελέσει αιτία ανατροπής της.

Η άλλη πιθανότητα πτώσης αυτής της κυβέρνησης -στην οποία όμως δεν στοιχηματίζουν πολλοί- είναι να δηλώσει αδυναμία εφαρμογής των νεοφιλελεύθερων μέτρων που ψήφισε, καθώς σχεδόν κανείς δεν πιστεύει ότι θα τα καταφέρει να βρει φιλολαϊκά ισοδύναμα. Αυτό θα της στερούσε τη δυνατότητα εκταμίευσης των δόσεων και θα οδηγούσε σε νέο αδιέξοδο.

Η Βουλή που προέκυψε μετά τις εκλογές, κατά γενική ομολογία, είναι μια υποβαθμισμένη βουλή και αντικειμενικά, καθώς δεν επιτελεί η ίδια το νομοθετικό της καθήκον, αλλά και υποκειμενικά. Η Βουλή αυτή πάντως, ακόμα και αν η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου για δικούς της λόγους δεν αντέξει, δίνει τη δυνατότητα πολλών εναλλαγών στην σύνθεση, αν χρειαστεί.

Σε αυτό το παρακμιακό σκηνικό, η Νέα Δημοκρατία συνεχίζει να μοιάζει αποκομμένη από την κοινωνία και να αδυνατεί να διαβάσει το αποτέλεσμα των εκλογών.

Στη Συγγρού ψάχνουν να βρουν τον αρχηγό «που θα κερδίσει τον Τσίπρα» χωρίς να έχουν καταλάβει γιατί τους κέρδισε. Η Νέα Δημοκρατία εισπράττει συνεχώς μηνύματα απόρριψης, αλλά αρνείται πεισματικά να αλλάξει. Στο μεταξύ, ο Αλέξης Τσίπρας που έχει μετακινηθεί στο χώρο του κέντρου, συνεχίζει να απλώνεται προς τα δεξιά, επιχειρώντας να καταλάβει όλο και περισσότερο (και από τον δικό της) χώρο.

Η Νέα Δημοκρατία δεν αντιλαμβάνεται ακόμα τα αυτονόητα, ότι η βασική αιτία της εκλογικής εκτόξευσης του ΣΥΡΙΖΑ που τον έφερε στην εξουσία, ήταν ότι οι πολίτες έπαψαν να εμπιστεύονται την ίδια και το ΠΑΣΟΚ. Τα δύο κόμματα δηλαδή, που εναλλάσσονταν στην εξουσία τα τελευταία σαράντα χρόνια. Ο ελληνικός λαός προτίμησε τον άπειρο και ανέτοιμο ΣΥΡΙΖΑ, κυρίως επειδή δεν είχε κυβερνήσει και άρα δεν είχε συμμετοχή στο «έγκλημα».

Φυσικά από τον ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά το Ιανουάριο, πολλοί ήλπιζαν να ανατρέψει την άδικη πολιτική του μνημονίου. Αλλά ακόμα και όταν ο Τσίπρας υποχώρησε σε αυτό, τους υποσχέθηκε: α) ότι δεν θα εφαρμόσει πολλά από αυτά που ψήφισε γιατί θα βρει ισοδύναμα και β) θα εφαρμόσει ένα παράλληλο πρόγραμμα που θα ακυρώνει κατά κάποιον τρόπο το μνημόνιο.

Ακόμα και στην περίπτωση που είχαν να επιλέξουν ποιος «μνημονιακός» πρωθυπουργός θα κυβερνήσει την χώρα, όπως το έθεσε τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ, ήταν λογικό να προτιμήσουν τον λιγότερο φθαρμένο.

Το επτάμηνο του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν βέβαια ένα θετικό επτάμηνο. Δεν έγινε το παραμικρό για να ανακουφιστούν από την φτώχεια και την αδικία όσοι υπέφεραν αυτά τα πέντε χρόνια. Αντιθέτως, έφεραν άλλο ένα βαρύ μνημόνιο και αύξησαν κατά πολύ τον λογαριασμό που θα πάει και πάλι στον λαό για να τον πληρώσει.

Αλλά ο Τσίπρας μπορούσε να ισχυρίζεται ότι δεν προκάλεσε αυτός το πρόβλημα και ότι είναι λιγότερο φθαρμένος από αυτούς που κυβέρνησαν σαράντα χρόνια. Όπως τα είπε δηλαδή και είναι και αλήθεια. Τους έταξε βέβαια «το παράλληλο πρόγραμμα» και τα ισοδύναμα που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα βρει, όμως ο ελληνικός λαός σταθερά τα τελευταία χρόνια, ψηφίζει όποιον του τάζει τα περισσότερα. Και τα περισσότερα -συν τοις άλλοις- τα έταξε ο Αλέξης Τσίπρας.

Υπάρχει βέβαια σοβαρό ενδεχόμενο τα «ισοδύναμα» και το «παράλληλο πρόγραμμα» να αναδειχθούν σύντομα στο νέο «λεφτά υπάρχουν». Αλλά μέχρι τότε…

Η επιλογή του λαού λοιπόν ήταν πάνω κάτω η αναμενόμενη. Γιατί να προτιμούσαν τη Ν.Δ και τον Βαγγέλη Μειμαράκη που κυβερνούσαν εναλλάξ με το ΠΑΣΟΚ επί σαράντα χρόνια, φέρουν τεράστια ευθύνη για το χάλι της χώρας και κρύβουν ένα σωρό σκελετούς στις ντουλάπες τους;

Η Ν.Δ θέλει να πάρει πίσω την εξουσία, χωρίς να αλλάξει το παραμικρό. Σε όλη την προεκλογική περίοδο δεν παρουσίασε κανένα σχέδιο εξόδου από την κρίση, κανένα σχέδιο ανάπτυξης της οικονομίας, κανένα σχέδιο μεταρρυθμίσεων. Ήταν φανερό πως πέρα από το μνημόνιο, η Ν.Δ δεν είχε τίποτα άλλο να παρουσιάσει. Μάλιστα ο Β. Μειμαράκης παραδέχθηκε -με ειλικρίνεια ή κυνισμό;- ότι αν κέρδιζε, δεν θα άλλαζε τίποτα από το μνημόνιο, γιατί αυτά ψηφίστηκαν και πρέπει να εφαρμοστούν.

Το άλλο που είναι προφανές σήμερα, είναι ότι πέρα από τα τζάκια, τους βαρόνους, τους συγγενείς και τους προστατευόμενους, δεν έχουν σκοπό να αφήσουν κανέναν άλλον να πάρει τα σκήπτρα του κόμματος. Καμία ανανέωση, καμία συζήτηση για θέσεις, καμία συναίσθηση των αναγκών της κοινωνίας και της χώρας. Προτιμούν να χάνουν μέχρι να εξαφανιστούν, παρά να αλλάξουν.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πολιτικά αποτελεί έναν σταθμό μίας μεταβατικής κατάστασης, η οποία σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί το νέο και αυτό φαίνεται από το ανύπαρκτο έργο της και την φτώχεια ιδεών και προτάσεων. Η Νέα Δημοκρατία όμως, αποτελεί οπωσδήποτε τμήμα του παλιού και ξεπερασμένου, που δεν ανταποκρίνεται σε καμία από τις απαιτήσεις της εποχής. Το πιο θλιβερό από όλα είναι που ούτε καν το αντιλαμβάνονται.

Οι δανειστές έχουν ηρεμήσει προς το παρόν και δεν ανησυχούν όπως πριν. Απέδειξαν άλλωστε, ότι ακόμα και ο «έλληνας Τσάβες» (όπως αποκαλούσαν κάποιοι τον Τσίπρα) να γίνει πρωθυπουργός στην Ελλάδα, δεν θα παρεκκλίνει από τον πολιτικό δρόμο που αυτοί χάραξαν.

Το δυναμικό κομμάτι της κοινωνίας απογοητευμένο συνεχίζει να εγκαταλείπει τη χώρα και το κινηματικό για την ώρα είναι ηττημένο.

Από τη στάση και τις πρωτοβουλίες του λαϊκού παράγοντα θα κριθούν πολλά τα επόμενα χρόνια, καθώς μόνο αυτός θα μπορεί να ασκήσει ουσιαστική αντιπολίτευση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΝΔ και ο πραγματικός νικητής της Δευτέρας

Της Βασιλικής Σιούτη

Ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΝΔ και ο πραγματικός νικητής της Δευτέρας
Επαφές ΣΥΡΙΖΑ με ΠΑΣΟΚ στο παρασκήνιο

(δημοσιεύθηκε στα “Επίκαιρα”)

Λίγα 24ωρα πριν ανοίξουν οι κάλπες, στον ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονται βέβαιοι για την πρωτιά τους, ενώ στη ΝΔ εκτιμούν ότι θα είναι κερδισμένοι όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτών των εκλογών ωστόσο, είναι ότι για πρώτη φορά γνωρίζουν όλοι το πολιτικό πρόγραμμα που θα εφαρμοστεί, ανεξάρτητα από το ποια πολιτική δύναμη θα κερδίσει.

Στην Κουμουνδούρου, παρά την αρχική αισιοδοξία, χαμηλώνουν τώρα τον πήχη των προσδοκιών (ειδικά για την αυτοδυναμία που προσδοκούσαν) και εξακολουθούν να εύχονται να μπουν οι ΑΝΕΛ στη Βουλή. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν έκρυψε ποτέ ότι το κόμμα του Πάνου Καμμένου αποτελεί για αυτήν τον ιδανικό κυβερνητικό εταίρο, με τον οποίο υπάρχει πολιτική και προσωπική χημεία.
papnik5
Οι πολιτικές διεργασίες για την εξεύρεση κυβερνητικού εταίρου, ωστόσο, στην περίπτωση που οι ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου δεν τα καταφέρουν, έχουν ήδη ξεκινήσει.
Τα στελέχη που βρίσκονται κοντά στον πρώην πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, δεν κρύβουν ότι η αμέσως επόμενη καλύτερη επιλογή εταίρου για αυτούς είναι το ΠΑΣΟΚ. «Με το ΠΑΣΟΚ, εάν απαλλαγεί από τα βαρίδια, θα μπορέσουμε να τα βρούμε. Με το Ποτάμι όμως όχι» λένε. Πιστεύουν ότι η σύμπραξη με τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ θα είναι αριθμητικά ικανή για να σχηματιστεί η κυβέρνηση και δεν θα χρειαστεί η συμβολή του Ποταμιού.
Στην ερώτηση γιατί είναι θετικοί για το ΠΑΣΟΚ και αρνητικοί για το Ποτάμι, απαντούν ότι « Το Ποτάμι είναι ένα νεοφιλελεύθερο κόμμα».
«Το κακό με αυτούς είναι ότι είναι ιδεολόγοι και ομνύουν στον νεοφιλελευθερισμό. Πιστεύουν πραγματικά στην πολιτική που μας επιβάλλουν οι δανειστές. Δεν την αποδέχονται από ανάγκη. Για αυτούς δεν αποτελεί προϊόν εκβιασμού».
Αντιθέτως για το ΠΑΣΟΚ, λένε ότι «δεν είναι νεοφιλελεύθερο κόμμα, απλώς κάνει τα πάντα για να βρίσκεται στην εξουσία».
SYRIZA
«Με το ΠΑΣΟΚ, χωρίς Βενιζέλο, Λοβέρδο και Χρυσοχοίδη, μπορούμε να τα βρούμε» υποστηρίζουν.
Η αλήθεια είναι ότι η ομάδα που βρίσκεται δίπλα στην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Φώφη Γεννηματά, δεν δείχνει καμία ιδιαίτερη προθυμία να κάνει ξανά υπουργούς τον Β. Βενιζέλο, τον Α. Λοβέρδο και τον Μ. Χρυσοχοίδη, στην περίπτωση σχηματισμού κυβέρνησης με τον ΣΥΡΙΖΑ. Η υπουργοποίηση τους δεν φαίνεται να βρίσκεται καθόλου μέσα στις προθέσεις της, ίσα ίσα, εάν η μη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση μπει ως όρος από τον ΣΥΡΙΖΑ στο ΠΑΣΟΚ, μάλλον θα την διευκολύνει.
Σημαντικό ρόλο στη συνεννόηση του ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ λέγεται ότι παίζει και ο Κώστας Λαλιώτης, ο οποίος διατηρούσε πάντα μία επαφή με κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ με τα οποία συνομιλούσε.
Πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρει ότι όταν γίνονταν οι προσπάθειες ανασυγκρότησης της κεντροαριστεράς, ο Κώστας Λαλιώτης είχε επισημάνει ότι «Χωρίς το ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχει η νέα κεντροαριστερά».
«Η γραμμή Λαλιώτη ήταν πάντα υπέρ ενός λαϊκού, πατριωτικού, σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ και κάπου εκεί το πηγαίνει τώρα και η Φώφη» ισχυρίζεται υποψήφιος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στη Β’ Αθήνας.
Την συνεργασία με το Ποτάμι, ωστόσο, όσο κι αν δεν την θέλουν , δεν την αποκλείει κατηγορηματικά κανένας στην Κουμουνδούρου. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν φαίνεται να έχει καλή προσωπική σχέση με τον Σταύρο Θεοδωράκη τελευταία. Στην αρχή έμοιαζε ότι μπορεί να υπάρξει μια συνεννόηση, αλλά στην συνέχεια κάτι στράβωσε στην σχέση τους και πλέον φαίνεται να υπάρχει σοβαρό πρόβλημα (μη) εμπιστοσύνης.
Αν οι βουλευτές που θα συγκεντρώσει ο ΣΥΡΙΖΑ και οι δυνάμεις με τις οποίες θα συνεργαστεί, δεν επαρκούν, τότε το πιθανότερο είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα κάνει την ανάγκη φιλοτιμία και θα προτείνει τελικά συνεργασία και στον Σταύρο Θεοδωράκη, ο οποίος περιμένει πρόταση από όποιον κερδίσει.
Όσο για το σενάριο κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ, στη Κουμουνδούρου επιμένουν ότι δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να το δούμε στην πράξη.
«Σε αυτήν την περίπτωση εμείς έχουμε μόνο να χάσουμε και η Ν.Δ μόνο να κερδίσει» υποστηρίζει στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ. «Ποιος ο λόγος να συμπράξουμε με τη Ν.Δ αν είναι να διαλυθούμε; Ποτέ και πουθενά δεν βγήκε σε καλό η σύμπραξη της αριστεράς με τη δεξιά. Στην Ελλάδα απόδειξη είναι το 1989 και η οικουμενική κυβέρνηση».

images
Στη Ν.Δ έχουν καταφέρει να πετύχουν, από την έναρξη της προεκλογικής καμπάνιας, μια πολύ υψηλή συσπείρωση των δυνάμεων τους και για αυτό είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένοι. Ο βασικός λόγος είναι ότι κατάφεραν να «αναστηθούν» και να διεκδικήσουν ξανά την εξουσία (προοπτική που έχει λειτουργήσει σαν συγκολλητική ουσία στο κόμμα τους).
Η αρχηγία Μειμαράκη μπόρεσε να ενώσει ξανά στο κόμμα της Ν.Δ τις διαιρεμένες βαρονίες και τις πολιτικές φυλές, καθώς πέτυχε να κατευνάσει τα πνεύματα και να δώσει την αίσθηση ότι «τους βάζει όλους στο παιχνίδι».
Την εξουσία δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι και την επιθυμούν και την επιδιώκουν. Πολλοί όμως πιστεύουν ότι κομματικά τους συμφέρει μάλλον να έρθουν δεύτεροι με ελάχιστη διαφορά και να μην μπουν σε αυτήν την κυβέρνηση που θα αναγκαστεί να πάρει νέα σκληρά μέτρα με πολιτικό κόστος.
Εκτιμούν ότι μία κυβέρνηση με κορμό το ΣΥΡΙΖΑ δεν θα αντέξει για πολύ και ότι μετά τα πρώτα μέτρα και τους εφαρμοστικούς νόμους που θα έρθουν για ψήφιση στη Βουλή, δεν θα καταφέρει να επιβιώσει για πολύ ακόμα. Αυτό θα οδηγήσει ξανά σε εκλογές- σύμφωνα με αυτό το σενάριο- και σε αυτή την περίπτωση η Ν.Δ εκτιμά ότι θα μπορούσε να καταγράψει εκλογική νίκη με τα μεγάλα ποσοστά των παλαιών εποχών.

μειμάρ
«Η Ν.Δ του Μειμαράκη κατάφερε και έκλεισε την ψαλίδα. Η Ν.Δ είχε τεράστια διαφορά με τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι πριν από ένα μήνα και τώρα όλοι μιλάνε για ντέρμπι. Ο Βαγγέλης Μειμαράκης είναι κερδισμένος έτσι κι αλλιώς» αναφέρουν συνεργάτες του που περιγράφουν το κλίμα ως πολύ αισιόδοξο εντός της Ν.Δ αφού η καθοδική πορεία αντεστράφη.
Παρά το συναινετικό προφίλ που έχει επιλέξει ο πρόεδρος της Ν.Δ για αυτή την περίοδο όμως, και παρά τις παραινέσεις προς τον ΣΥΡΙΖΑ για να συγκυβερνήσουν, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κι εκείνοι θα προτιμούσαν να αποκτήσουν την εξουσία αυτοδύναμα. Κάποια στελέχη μάλιστα έχουν μπει στον πειρασμό να προτείνουν στον Β.Μειμαράκη μήπως θα ήταν σκόπιμο να μην βιαστούν και να μην επιδιώξουν να μπουν τώρα στην κυβέρνηση, ώστε να διεκδικήσουν την εξουσία σε λίγο καιρό με καλύτερους για αυτούς όρους.

21_05_20150127_kt_1751_sooc1422360879 (1)1426006315
Διάθεση για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις από την ηγεσία της Ν.Δ, πάντως, δεν φαίνεται να υπάρχει και ούτε έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε άλλη πρόταση πέρα από αυτές που περιλαμβάνονται στο μνημόνιο.
Στην πραγματικότητα ο στόχος της Ν.Δ δεν είναι άλλος από την ανακατάληψη της εξουσίας και την ήττα της αριστεράς, έστω και αν για να τα πετύχει, χρειάζεται να παραστήσει πρώτα τον πρόθυμο σύμμαχο.
Γνωρίζουν ωστόσο ότι τα όποια κέρδη τους, όπως και οι όποιες απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ ως τώρα, δεν οφείλονται στη δική τους αντιπολιτευτική δεινότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ αναμετρήθηκε με τους δανειστές και την πολιτική της Ευρωζώνης, όχι με τη Ν.Δ.
Για αυτό και σε αυτές τις εκλογές υπάρχει και αναμετράται κι άλλος ένας παίχτης ο οποίος είναι και ο νικητής εκ των προτέρων, αφού το δικό τους πολιτικό πρόγραμμα είναι που θα εφαρμοστεί από την ερχόμενη Δευτέρα.

Οι εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου έχουν κριθεί από πριν

κυβέρνηση

«Δεν έχει σημασία ποια θα είναι η επόμενη κυβέρνηση» είπε πριν από λίγες μέρες ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), Κλάους Ρέγκλινγκ, αφού «το 80% των Ελλήνων βουλευτών έχει υπερψηφίσει τη συμφωνία».

της Βασιλικής Σιούτη

Με αυτόν τον τρόπο υπενθύμισε ότι όποια κι αν είναι η κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου, το πολιτικό πρόγραμμα που θα ακολουθηθεί είναι αυτό που συνοδεύει την δανειακή συμφωνία με τους όρους που επέβαλαν οι δανειστές. Και όλοι γνωρίζουν ότι το πρόγραμμα αυτό δεν είναι παρά η κλασική συνταγή του ΔΝΤ με μικρές παραλλαγές.

Από τη στιγμή που ψηφίστηκε και από τα δύο μεγάλα κόμματα που διεκδικούν τη νίκη και άρα την εξουσία, κανένα από τους δύο δεν θα μπορεί να το αμφισβητήσει την επόμενη μέρα. Δημαγωγικές ρητορείες και φραστικοί λεονταρισμοί, μπορεί να ακουστούν. Οι κουτοπόνηρες τακτικές που ροκανίζουν το χρόνο ή επιχειρούν να βαφτίσουν το κρέας ψάρι, όπως γίνεται αυτά τα πέντε χρόνια, μπορεί να συνεχιστούν. Αλλά τίποτα περισσότερο από αυτό.

Ουσιαστικές και πραγματικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας δεν πρόκειται να γίνουν, καθώς κανένας από τους διεκδικητές της εξουσίας δεν έχει παρουσιάσει το παραμικρό σχέδιο για κάτι τέτοιο. Ούτε για την οικονομική ανάπτυξη έχουν παρουσιάσει κάτι, η οποία χρησιμοποιείται μόνο ως σύνθημα στις ομιλίες των πολιτικών, χωρίς όμως να έχει περιεχόμενο. Κανένα από τα δύο κομματικά επιτελεία δεν έχουν εργαστεί για αυτό και είναι παραπάνω από προφανές για τους έλληνες πολίτες.

Και οι δύο δηλαδή αμφισβητούν στα λόγια την νεοφιλελεύθερη συνταγή του ΔΝΤ που επιβάλλεται στην Ελλάδα, αλλά εδώ και πέντε χρόνια κανένας τους δεν έχει ετοιμάσει ένα εθνικό σχέδιο για να δείξει στην πράξη ότι ένας άλλος δρόμος είναι εφικτός.

Οι δανειστές προσπαθούν αυτά τα πέντε χρόνια να επιβάλλουν στην Ελλάδα την πολιτική αυτή, ει δυνατόν με καθολική συναίνεση και χωρίς αντιδράσεις, αλλά μέχρι τώρα έβρισκαν πάντα μπροστά τους ένα ισχυρό αντιμνημονιακό μέτωπο που εκφράστηκε πολιτικά κυρίως μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ, μετατρέποντας τον από ένα μικρό κόμμα διαμαρτυρίας της αριστεράς σε ένα κόμμα που βρέθηκε στην εξουσία.

Η πρόσφατη και μεγάλη νίκη των δανειστών ήταν ότι κατάφεραν να διασπάσουν αυτό το αντιμνημονιακό μέτωπο. Έσυραν την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εκεί που ήθελαν, αναγκάζοντας την να ψηφίσει τη συμφωνία που της επέβαλλαν, γεγονός που θα οδηγούσε αναπόφευκτα το κόμμα σε διάσπαση, αφού ήταν γνωστό ότι η αριστερή του πτέρυγα δεν θα υπάκουε. Η εξέλιξη αυτή φαίνεται ότι εξαφανίζει από τον πολιτικό χάρτη και τους ΑΝΕΛ, τον κυβερνητικό εταίρο του ΣΥΡΙΖΑ.

tsipkam2

Οι ΑΝΕΛ, ένα δεξιό λαϊκίστικο κόμμα, είχε λόγο ύπαρξης μόνο για να φιλοξενεί τους δεξιούς που διαφωνούσαν με το μνημόνιο. Από την στιγμή που πέρασε κι αυτό στο μνημονιακό στρατόπεδο ψηφίζοντας τη νέα συμφωνία, οι ψηφοφόροι τους δεν έχουν κανένα λόγο να παραμείνουν εκεί.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χάσει την ψυχή του κόμματός του, αφού δεν είναι μόνο η Αριστερή Πλατφόρμα που αποχώρησε, αλλά και το πιο κινηματικά δραστήριο και πολιτικοιδεολογικά σκεπτόμενο τμήμα της πλειοψηφίας του κόμματος μαζί με τους νέους.

Χαρακτηριστικό της παρακμής που παρατηρείται πλέον στο εσωτερικό του μετά την πολιτική στροφή της ηγεσίας, είναι ότι πηγαίνει στις εκλογές χωρίς το κόμμα να έχει γραμματέα (παραιτήθηκε χωρίς να αντικατασταθεί ) και με διαλυμένη τη Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ μετά την αποχώρηση της πλειοψηφίας. Εξίσου χαρακτηριστικό είναι ότι για πρώτη φορά αριστερό κόμμα στην Ελλάδα, προσέτρεξε σε συνεργεία επί πληρωμή για την προεκλογική δουλειά, αφού δεν έβρισκαν εθελοντές για να την κάνουν.

Η βασική επικοινωνιακή δουλειά έγινε από επαγγελματίες και μέσω των ΜΜΕ, που παρά τις φραστικές και γενικόλογες κατηγορίες κατά της διαπλοκής, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κηρύξει ανακωχή με τους περισσότερους εκπροσώπους της, ενώ αρκετοί του παρέχουν από διακριτική έως ελάχιστα διακριτική υποστήριξη.

Γνωρίζουν όμως πολύ καλά ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Οι απώλειες από τα αριστερά του συνεχίζονται και θα συνεχιστούν και μετά τις εκλογές. Την ίδια στιγμή τον εγκαταλείπου και δεξιοί ψηφοφόροι (που τον ψήφισαν τον περασμένο Ιανουάριο για να διαμαρτυρηθούν για τον ΕΝΦΙΑ).

Η στρατηγική τους ήταν η προσέλκυση των κεντροαριστερών και κεντροδεξιών ψηφοφόρων, με το σκεπτικό ότι αφού εγκατέλειψαν τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα τους δεν έχουν λόγο να τους φοβούνται. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετατρέπεται ταχύτατα σε ένα αρχηγικό κόμμα, με τα κομματικά όργανα να έχουν ακυρωθεί και όλη την καμπάνια να στρέφεται αποκλειστικά στον αρχηγό του και στο πλεονέκτημα ότι είναι νεότερος και άρα λιγότερο φθαρμένος. Όλο αυτό χωρίς κανένα ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο.

Η χώρα διανύει μάλλον την κρισιμότερη περίοδο από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, αλλά ταυτόχρονα παρατηρείται η αντίφαση ότι αυτές οι εκλογές είναι από τις πιο υποβαθμισμένες. Ο βασικός λόγος είναι αυτός που δημόσια δήλωσε ο Κλάους Ρέγκλινγκ. Είναι η πρώτη φορά που «το αποτέλεσμα δεν μετράει». Οι Έλληνες δεν θα ψηφίσουν για να επιλέξουν το πρόγραμμα που θα εφαρμοστεί. Όλοι γνωρίζουν ότι αυτό έχει κριθεί και οι εκλογές δεν θα το αλλάξουν.

Αυτό που καλούνται να αποφασίσουν είναι τον διαχειριστή του προγράμματος, χωρίς να ενθουσιάζει κανένας.

τσιπγιουνκερ

Ο Τσίπρας αποδείχθηκε πολύ αδύναμος και καθόλου έτοιμος να αντιμετωπίσει μία τόσο δύσκολη κατάσταση. Αλλά κυρίως αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ειλικρινής. Εξελέγη υποσχόμενος ότι θα διώξει το ΔΝΤ και θα τερματίσει την πολιτική λιτότητας. Μετά από λίγο ρώτησε τον ελληνικό λαό με δημοψήφισμα αν θέλει τη νέα συμφωνία. Ο κόσμος είπε όχι, όπως και ο ίδιος, αλλά αμέσως μετά το μετέτρεψε (πραξικοπηματικά λένε οι διαφωνούντες) σε ναι και υπέγραψε μια συμφωνία ακόμα πιο σκληρής λιτότητας, με μέτρα ΔΝΤ.

Ο Μειμαράκης ανήκει στην νομενκλατούρα των κομματικών στελεχών που κυβέρνησαν την Ελλάδα για 40 χρόνια και ο ελληνικός λαός τους θεωρεί υπαίτιους για την κατάσταση της χώρας.

Ο λόγος που το κόμμα του φαίνεται να αναστήθηκε είναι κυρίως η επιστροφή των ψηφοφόρων του που είχαν πάει στον ΣΥΡΙΖΑ και δεν βλέπουν πια τον λόγο για να παραμείνουν. Ο Αλέξης Τσίπρας άλλωστε, με την στροφή του δικαίωσε όσους μιλούσαν για μονόδρομο του μνημονίου και της πολιτικής του ΔΝΤ.

Στην ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, που δεν αγαπούν ιδιαίτερα την πολιτική ανάλυση και συνηθίζουν να παραβλέπουν τις συνέπειες που έχουν οι όποιες αποφάσεις, μοιάζει να ξεχνούν τον λόγο που εκτίναξε το κόμμα τους από το 4% στο 36% και αυτός δεν ήταν άλλος από την αντίθεσή του στην πολιτική του μνημονίου και τη δέσμευσή του ότι θα το καταργήσει. Σήμερα ο λόγος αυτός εκλείπει. Για αυτό και έσπευσαν να κάνουν άμεσα τις εκλογές, πριν προλάβει ο κόσμος να διαπιστώσει στην πράξη τα νέα αντιλαϊκά μέτρα. Καθυστερούν ακόμα και την είσπραξη των φόρων για να μην ταράξει τίποτα δυσάρεστο τους ψηφοφόρους, δημιουργώντας μία σύντομη παρένθεση εικονικής πραγματικότητας, ενώ μετά τις εκλογές, η φούσκα αυτή θα σκάσει, προκαλώντας βέβαιη οργή. Αλλά οι εκλογές θα έχουν περάσει.

Θα έρχονται όμως τα νέα μέτρα και είναι βέβαιο ότι αυτά θα φθείρουν εκ νέου τον ΣΥΡΙΖΑ εάν είναι στην κυβέρνηση, γεγονός που θα τον οδηγήσει να απολέσει κι άλλες δυνάμεις.

Η ρευστοποίηση του πολιτικού σκηνικού και η κινητικότητα αναμένεται να συνεχιστεί, ενώ δεν διαφαίνεται ακόμα πως θα μπορούσε να βγει η χώρα και η ελληνική κοινωνία από αυτόν τον φαύλο κύκλο.

(Δημοσιεύθηκε στο ThePressProject)

http://www.thepressproject.gr/article/81481/Ellinikes-ekloges-The-dice-are-loaded

Οι στρατηγικές, οι ανατροπές και τα σενάρια της επόμενης μέρας

Της Βασιλικής Σιούτη
(δημοσιεύθηκε στο περιοδικό”Επίκαιρα”)

Έντονο προβληματισμό προκάλεσαν στον ΣΥΡΙΖΑ οι πρώτες δημοσκοπήσεις του Σεπτεμβρίου που μιλούσαν για «ντέρμπι», καθώς μέχρι πριν από δυο-τρεις εβδομάδες υπήρχε η βεβαιότητα, όχι μόνο για νίκη, αλλά και για διψήφιο ποσοστό διαφοράς με τη Ν.Δ.
Τώρα η βεβαιότητα για τη νίκη έχει γίνει ελπίδα, παραμένει όμως ζωντανή αν και η απαισιοδοξία για την αλλαγή του κλίματος θριάμβου είναι εμφανής. Η αυτοδυναμία στην οποία ελπίζανε όταν αποφάσιζαν τις εκλογές, μοιάζει με όνειρο και η κυβερνητική συνεργασία «μόνο με τους ΑΝΕΛ» δεν είναι σίγουρη, αφού φαίνεται ότι οι τελευταίοι θα δυσκολευτούν να μπουν στην Βουλή, αν τελικά τα καταφέρουν.
Αλλά και η εσωτερική εικόνα του κόμματος είναι αρκετά αποθαρρυντική, με την Κεντρική Επιτροπή να έχει μείνει σχεδόν μισή, τη Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ να την έχει εγκαταλείψει η πλειοψηφία της και αρκετές οργανώσεις να έχουν σχεδόν διαλυθεί. Κομματικό στέλεχος της Κουμουνδούρου έλεγε ότι αναγκάστηκαν για πρώτη φορά να πληρώσουν συνεργείο για αφισοκόλληση, επειδή δεν έβρισκαν κόσμο να πάει -γεγονός πρωτοφανές για κόμμα της αριστεράς, αλλά αναμενόμενο, καθώς αυτοί που έφυγαν ήταν κυρίως οι κινηματικοί, οι συνδικαλιστές και η νεολαία, δηλαδή εκείνοι που αναλάμβαναν συνήθως αυτού του είδους την προεκλογική δουλειά. Γιατί δεν ήταν μόνο τα στελέχη και τα μέλη που αποχώρησαν για να πάνε στην «Λαϊκή Ενότητα», αλλά κι ένα σημαντικό κομμάτι της πλειοψηφίας που αποχώρησε πηγαίνοντας σπίτι του ή περιμένοντας την επόμενη μέρα.

μειμάρ
Όπως αναφέρουν στον ΣΥΡΙΖΑ, η ελπίδα για αύξηση της συσπείρωσης τους είναι η πόλωση που περίμεναν ότι θα είχε αρχίσει ήδη από τον Βαγγέλη Μειμαράκη. «Όταν ο πρόεδρος της Ν.Δ αρχίσει να μας επιτίθεται με το γνώριμο παλαιοδεξιό στυλ, οι αριστεροί ψηφοφόροι θα θυμηθούν τι σημαίνει δεξιά και αυτό θα λειτουργήσει συσπειρωτικά» λένε.
Ο πρόεδρος της Ν.Δ φαίνεται όμως ότι έχει κάνει και αυτός την ίδια εκτίμηση, ότι δηλαδή η πόλωση θα βοηθήσει τον ΣΥΡΙΖΑ για να συσπειρωθεί και για το λόγο αυτό, για την ώρα κάνει ότι μπορεί για να την αποφύγει.
Παρουσιάζεται ως ήπιος και χαμηλών τόνων, καταπιέζοντας το ταμπεραμέντο του, τείνει συνεχώς χείρα φιλίας προς τον ΣΥΡΙΖΑ και δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει ότι είναι πρόθυμος να συνεργαστεί μαζί του για να σχηματίσουν κυβέρνηση, παρά τις βαρύτατες κατηγορίες που έχει εξαπολύσει εναντίον του περί ανικανότητας κι επικινδυνότητας.
Ο ρόλος του συναινετικού και μειλίχιου, αν και είναι κόντρα στην πολιτική προσωπικότητα του, όπως την ξέραμε μέχρι πρότινος, είναι ο ρόλος που φαίνεται να έχει επιλέξει για αυτήν την προεκλογική περίοδο.
Κανείς δεν γνωρίζει εάν θα διατηρήσει αυτό το προφίλ και στη συνέχεια, αλλά όπως αναφέρουν στη Ν.Δ, δεν είναι διατεθειμένος να μετακινηθεί από αυτό μέχρι τις εκλογές.

Με αυτόν τον τρόπο παρουσιάζεται ως «καλός μαθητής» στους Ευρωπαίους που θέλουν την συναίνεση των κομμάτων προκειμένου να υλοποιηθεί απρόσκοπτα η πολιτική των μνημονίων, αλλά ανταποκρίνεται και στο αίτημα μιας μερίδας απογοητευμένων και κουρασμένων ψηφοφόρων που θεωρούν ότι η ύστατη λύση είναι να συνεννοηθούν όλοι μαζί μήπως και καταστρώσουν μία εθνική στρατηγική εξόδου από την πολύχρονη πλέον κρίση.

«Η Ν.Δ και ο Β.Μειμαράκης δεν έχουν να χάσουν τίποτα αυτή τη στιγμή από την στρατηγική της προσέγγισης και του σεναρίου για μια κοινή εθνική προσπάθεια» σύμφωνα με συνεργάτες του προέδρου της Ν.Δ. «Η συσπείρωση του κόμματος είναι αδιαμφισβήτητη και ο Μειμαράκης τα πήγε ως τώρα πολύ καλύτερα από ότι θα μπορούσε να περιμένει κανείς μας. Η διαφορά με τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν τεράστια πριν ένα-δυο μήνες και αυτή τη στιγμή έχει σχεδόν εκμηδενιστεί. Ότι και να γίνει, είναι κερδισμένος» ισχυρίζονται.

Είναι γεγονός ότι η συζήτηση για κυβέρνηση συνεργασίας της Ν.Δ με τον ΣΥΡΙΖΑ βλάπτει μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος πραγματικά δεν την θέλει, παρότι κάποιοι εκτιμούν ότι υπάρχουν στελέχη που δεν θα είχαν αντίρρηση. Η ιδέα και μόνο μιας τέτοιας συνεργασίας ενοχλεί ωστόσο πολλούς αντιδεξιούς ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ και καλλιεργεί την αντίληψη ότι όσοι στηρίζουν τα μνημόνια καταλήγουν να είναι ίδιοι. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν το θέλει με τίποτα αυτό και η εμμονή του Βαγγέλη Μειμαράκη για κυβερνητική συνεργασία γνωρίζουν ότι τους δημιουργεί πρόβλημα. Γι’αυτό και την αποκρούουν σθεναρά κάθε φορά που διατυπώνεται η πρόταση αυτή, από όπου κι αν προέρχεται, καθώς δεν είναι μόνο η Ν.Δ που την προωθεί.

o-samaras-moirase-psixoula-kai-etakse-tha.w_l
Στον ΣΥΡΙΖΑ πάντως, αναζητούν τρόπους να ανεβάσουν την ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης με την Ν.Δ , ώστε να αναδειχθούν οι διαφορές και να δημιουργήσουν ένα «αντιδεξιό» μέτωπο, κάτι που μέχρι τώρα δεν είχαν καταφέρει. Ίσως σε αυτό να παίζει ρόλο ότι προσπαθούσαν ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν και τις απώλειες από τα αριστερά τους, προβάλλοντας επιχειρήματα περί μονοδρόμου του μνημονίου και ανυπαρξίας οποιασδήποτε άλλης ρεαλιστικής λύσης, ώστε να απαντήσουν στην «Λαϊκή Ενότητα». Κάθε επιχείρημα όμως εναντίον της «Λαϊκής Ενότητας», που επιμένει στον αντιμνημονιακό αγώνα, μοιάζει σαν δικαίωση της λογικής του μονοδρόμου της Ν.Δ. «Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να πείσει τους πολίτες ότι έχει σημασία ποιος θα εφαρμόσει το μνημόνιο και αν μπορεί ταυτόχρονα με αυτό να εφαρμόσει ένα παράλληλο φιλολαϊκό πρόγραμμα» υποστηρίζει πρώην υπουργός.

Στο επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα το κλίμα δεν μοιάζει με αυτό του Γενάρη, παρότι η επιθυμία για νίκη είναι μεγάλη. Δεν υπάρχει όμως ο ενθουσιασμός που υπήρχε πριν από εφτά μήνες. Μία από τις βασικές αλλαγές, που δεν περνά απαρατήρητη, είναι ότι αυτή τη φορά απουσιάζουν αρκετοί συνεργάτες, πολιτικά στελέχη που πρωταγωνιστούσαν στις προηγούμενες εκλογικές μάχες και έφυγαν πρόσφατα μετά την ψήφιση του τρίτου μνημονίου, ενώ υπάρχουν πλέον αρκετοί επαγγελματίες.

τσιπράκι

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ έχει αρχίσει να πιστεύει ότι εκτός από την «τρόικα εξωτερικού» όπως αποκαλεί τους δανειστές, του έπαιξε ένα περίεργο παιχνίδι και η «τρόικα εσωτερικού», όπως αποκαλεί «τους εγχώριους υπερασπιστές των δανειστών». Συνεργάτες του παραδέχονται τώρα, ότι ίσως ήταν λάθος που εμπιστεύτηκαν δημοσκοπήσεις που παρουσίαζαν τον Τσίπρα ως τον αδιαμφισβήτητο ηγέτη που ο κόσμος θα επιβράβευε αυξάνοντας τα ποσοστά του αν έφερνε μία, έστω κι επώδυνη, συμφωνία. Όπως λάθος θεωρούν ότι εμπιστεύθηκαν και τους επικοινωνιολόγους που τον διαβεβαίωναν ότι αν απαλλαγεί από τα «αριστερά βαρίδια» θα κυριαρχήσει αυτομάτως στο χώρο της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς, συντρίβοντας Ν.Δ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι. Οι συνεργάτες αυτοί υποψιάζονται τώρα ότι ίσως υπήρξε ένα μαγείρεμα σχετικά με τις δημοσκοπήσεις αυτές και μια καλοστημένη παγίδα.
Όλα αυτά, μετά το πρώτο ξάφνιασμα των δημοσκοπήσεων, προκάλεσαν μία σύγχυση σχετικά με την στρατηγική που θα ακολουθούσαν. Άλλη μία τακτική που κάποιοι στην Κουμουνδούρου κρίνουν ως λανθασμένη ήταν ότι αρχικά έστρεψαν σχεδόν όλα τα βέλη τους προς τον Παναγιώτη Λαφαζάνη και την Ζωή Κωνσταντοπούλου, προκειμένου να περιορίσουν την απώλεια προς τα αριστερά. Παρέβλεψαν έτσι αυτό που δείχνουν οι σημερινές δημοσκοπήσεις ότι υπάρχουν σημαντικές ροές ψηφοφόρων προς τα δεξιά, τις οποίες σπεύδουν να περιορίσουν τώρα.
«Μία ερμηνεία είναι ότι πρόκειται για τους δεξιούς ψηφοφόρους που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ τον Ιανουάριο για να τιμωρήσουν τον Σαμαρά λόγω ΕΝΦΙΑ. Αυτοί τώρα επιστρέφουν, αφού ο ΕΝΦΙΑ παραμένει και ο Σαμαράς έφυγε» εκτιμούν κάποιοι δημοσκόποι. Επισημαίνουν ωστόσο ότι αντίστοιχη ροή από τη ΝΔ προς τον ΣΥΡΙΖΑ, λόγω ψήφισης μνημονίου όπως ήλπιζαν στην Κουμουνδούρου, δεν υπάρχει για την ώρα.

Δεν τολμούν όμως να διατυπώσουν συμπεράσματα δημοσίως και τονίζουν διαρκώς ότι κάθε πρόβλεψη είναι παρακινδυνευμένη τα τελευταία χρόνια που η χώρα έχει μπει σε μια περίοδο μεγάλης πολιτικής ρευστότητας. «Υπάρχουν πολλοί αναποφάσιστοι που θα κρίνουν την έκβαση την τελευταία στιγμή. Δεν ξέρουμε ακόμα που θα πάνε και ανήκουν κυρίως στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ του Ιανουαρίου» υποστηρίζουν.

Από τα υπόλοιπα κόμματα, σύμφωνα με τις δημοκοπικές ενδείξεις, την έκπληξη φαίνεται να κάνει το ΠΑΣΟΚ που δείχνει άνοδο υπό την ηγεσία της Φώφης Γεννηματά, ενώ το Ποτάμι φαίνεται σταθερό. Η Χρυσή Αυγή παρουσιάσει κι αυτή κάποια άνοδο και οι ΑΝΕΛ θα δώσουν σκληρή μάχη για να μπουν στην Βουλή. Η Λαϊκή Ενότητα, πριν την σύμπραξη της Ζωής Κωνσταντοπούλου, έφτανε μέχρι το 5% , αλλά τα στελέχη της ελπίζουν ότι θα είναι παραπάνω, ενώ άνοδο εμφανίζει και το ΚΚΕ.

τσιπκαρ
Το κεντρικό ζήτημα της επόμενης μέρας ωστόσο δεν είναι άλλο από το ποιες πολιτικές δυνάμεις θα συμμαχήσουν για να σχηματίσουν κυβέρνηση. Το ευρωπαϊκό διευθυντήριο έχει στείλει το μήνυμα του που λέει ότι ιδανικά θα προτιμούσε μία κυβέρνηση στην οποία θα συμμετείχαν σχεδόν όλα τα κόμματα και θα προωθούσε με ευρεία συναίνεση τις «μνημονιακές μεταρρυθμίσεις».
Η σύμπραξη του ΣΥΡΙΖΑ με τη Ν.Δ είναι ένα σενάριο που αποδέχεται η ηγεσία της Ν.Δ αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει ούτε να το ακούσει για την ώρα, αφού ξέρει ότι μια τέτοια προοπτική μπορεί να τον αφανίσει άμεσα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο, τώρα που βλέπει ότι οι ΑΝΕΛ μπορεί να μην είναι στη Βουλή, δεν αρνείται πια το άλλο σενάριο, για κυβέρνηση με το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ, παρότι οι δυσκολίες θα ήταν πολλές.
Ένα ακόμα σενάριο είναι αυτό που θέλει κυβέρνηση συνεργασίας με κορμό τη Ν.Δ, αν κατορθώσουν να συγκεντρώσουν την απαιτούμενη πλειοψηφία. Πιθανοί εταίροι σε αυτή την περίπτωση είναι πάλι το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι. Επίσης, ποτέ δεν αποσύρθηκε η ιδέα μιας οικουμενικής κυβέρνησης με προσωπικότητες και τεχνοκράτες.
Ιδιαίτερη αίσθηση πάντως έκανε η ένταξη του Νικηφόρου Διαμαντούρου στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του Ποταμιού. Πρόκειται για ένα πρόσωπο που το όνομά του παίζει διαρκώς από την περίοδο της κυβέρνησης Παπαδήμου για έναν παρόμοιο μελλοντικό ρόλο. Είναι προφανές ότι η είσοδός του στην Βουλή σχετίζεται με τα σενάρια αυτά, ως μία εναλλακτική πρόταση, στον οποίο μάλιστα προσφέρεται και η βουλευτική έδρα προκειμένου να τον προφυλάξουν από την κατηγορία του «δοτού εξωκοινοβουλευτικού πρωθυπουργού» που είχαν προσάψει στον Λουκά Παπαδήμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καθολική η αποδοχή για το πρόσωπό του από τις δυνάμεις αυτές, καθώς υπάρχουν εσωτερικές έριδες και διενέξεις και στο μπλοκ αυτό. Ο Νικηφόρος Διαμαντούρος υποστηρίζεται ένθερμα από τους Ευρωπαίους και από μεγάλο τμήμα της «φιλευρωπαικής ελίτ» της χώρας, υπάρχουν όμως και δυνάμεις της «ντόπιας διαπλοκής» και της δεξιάς που δεν τον θέλουν και προωθούν άλλα πρόσωπα.

Σε κάθε περίπτωση τα σενάρια των πιθανών κυβερνήσεων χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ μέσα δεν είναι καθόλου επιθυμητά από τους Ευρωπαίους. Κι αυτό γιατί φοβούνται πως αν ο ΣΥΡΙΖΑ μείνει εκτός, θα αρχίσει πάλι να εναντιώνεται στην εφαρμογή του μνημονίου, προτρέποντας σε λαϊκή αντίδραση. Έτσι το ιδανικό σενάριο για αυτούς είναι είτε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με Ν.Δ, είτε ΣΥΡΙΖΑ με Ποτάμι και ΠΑΣΟΚ και τη Ν.Δ στην αντιπολίτευση, ώστε να διασφαλίσουν ότι «δεν θα κουνιέται φύλλο».
Είναι όμως έτσι; Κανένας δεν θα μπορούσε να έχει βεβαιότητες για την σημερινή πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, που μοιάζει με κινούμενη άμμο. Όσο για τις δυνατότητες επιρροής που θα έχει ο ΣΥΡΙΖΑ αν χάσει τις εκλογές και περάσει στην αντιπολίτευση, υπάρχουν σοβαρές αντιρρήσεις και πολιτικοί αναλυτές που κρίνουν ως υπερβολικούς τους φόβους των Ευρωπαίων.
«Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει διαβεί τον Ρουβίκωνα. Δεν υπάρχει επιστροφή στον παλιό εαυτό του» υποστηρίζει στέλεχος που ήταν εξαρχής υπέρ της «ρεαλιστικής» στροφής. «Δεν γίνεται να παίξουμε κι εμείς τον ρόλο που ανέλαβε να παίξει η «Λαϊκή Ενότητα». Εμείς πρέπει να παραμείνουμε μία προοδευτική εναλλακτική δύναμη διακυβέρνησης, διαφορετικά θα γίνουμε πάλι ένα μικρό κόμμα διαμαρτυρίας».
Ένα είναι βέβαιο. Ότι οι αλλαγές και οι ανατροπές θα συνεχίζονται για πολύ καιρό ακόμα, τουλάχιστον όσο στην Ελλάδα συνεχίζεται η οικονομική κρίση και η εφαρμογή των συνταγών του ΔΝΤ.

Η πρώτη εσωκομματική ήττα του Τσίπρα και η αναμονή της επόμενης κίνησης

Της Βασιλικής Σιούτη

Στη δυσκολότερη πολιτική στιγμή της ζωής του βρίσκεται ο Αλέξης Τσίπρας, καθώς αμέσως μετά την υποχώρηση που απαιτούσε ο συμβιβασμός με τους δανειστές , διαπιστώνει ότι τα προβλήματα του, όπως και της χώρας, αντί να μειώνονται, πολλαπλασιάζονται.
Η ολοκλήρωση της συμφωνίας μέχρι τις 20 Αυγούστου παραμένει αβέβαιη. Το περιεχόμενο της δεν είναι ακόμα γνωστό. Η οικονομία βυθίζεται, η κοινωνία πιέζεται και όλα αυτά μαζί με τις πρωτοφανείς μεταναστευτικές ροές που η κυβέρνηση δεν ήταν έτοιμη να αντιμετωπίσει, δημιουργούν ένα κλίμα ασφυκτικό .

20150304175457_img_27451425491537 (1)1426159082
Το «φάντασμα» του Grexit συνεχίζει να πλανάται πάνω από τη χώρα και να στοιχειώνει το Μαξίμου, ενώ για πρώτη φορά αμφισβητείται η κυριαρχία του Αλέξη Τσίπρα στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.
Για την ακρίβεια, ενώ στην κοινωνία φαίνεται να διαθέτει για την ώρα αρκετή ανοχή, παρά την αδυναμία να ανταποκριθεί στις προεκλογικές του δεσμεύσεις, στο κόμμα η αμφισβήτηση είναι έντονη και όχι μόνο από τον Παναγιώτη Λαφαζάνη.
Η πρώτη εσωκομματική ήττα του Τσίπρα ήταν στην Κ.Ο του ΣΥΡΙΖΑ, όταν απείλησε πως αν δεν ψηφίσουν όλοι οι βουλευτές του το νομοσχέδιο για τη σύναψη της συμφωνίας, θα παραιτηθεί και εκείνοι θα έχουν την ευθύνη για την πτώση της πρώτης κυβέρνησης της αριστεράς.

Μεγάλος αριθμός βουλευτών αγνόησε την προειδοποίηση του καταψηφίζοντας, αλλά εκείνος δεν υλοποίησε την απειλή του, ούτε προέβη σε «αντίποινα». Το ίδιο επαναλήφθηκε και στην επόμενη ψηφοφορία. Τον αγνόησαν ξανά, και πάλι εκείνος δεν τόλμησε να προχωρήσει σε διαγραφές όπως τον συμβούλευαν αρκετοί . Οι «αντάρτες» μάλιστα, τον κατηγόρησαν ότι αυτός παραβίασε τις αρχές και τις δεσμεύσεις του κόμματος και όχι οι ίδιοι, άρα δεν είναι εκείνοι που πρέπει να υποστούν τις κυρώσεις.

Οι εσωκομματικές προκλήσεις κορυφώθηκαν με την μεγάλη συγκέντρωση της Αριστερής Πλατφόρμας και την ηγετική εμφάνιση του Παναγιώτη Λαφαζάνη, ο οποίος ξεκάθαρα επιχείρησε να εμφανιστεί ως εκφραστής του “πραγματικού ΣΥΡΙΖΑ” και του «Όχι» του 62% του δημοψηφίσματος. Του «Όχι», που όπως είπαν, συνεχίζεται καθώς «εκείνοι δεν θα το εγκαταλείψουν».
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Τσίπρας εμφανίστηκε αδύναμος να αντιδράσει, παρά τις απειλές μέσω των συνεργατών του για εσωκομματική πειθαρχία και απαίτηση παράδοσης των εδρών, με τις οποίες είχε προειδοποιήσει το προηγούμενο διάστημα.

«Η Αριστερή Πλατφόρμα λειτουργεί σαν κόμμα μέσα στο κόμμα με ξεχωριστή δική της γραμμή. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί» υποστηρίζουν αρκετοί προεδρικοί, από εκείνους που κρατάνε σκληρή στάση απέναντι στην εσωκομματική αντιπολίτευση.
Τα στελέχη της Αριστερής Πλατφόρμας όμως απαντάνε: «Δεν θα τους κάνουμε τη χάρη να φύγουμε. Θα μείνουμε να δώσουμε τη μάχη. Αν θέλει ο Τσίπρας ας προσπαθήσει να μας διώξει. Από πού όμως; Εμείς εκφράζουμε τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός υποχώρησε χωρίς να υπάρχει καμία κομματική απόφαση για αυτό».
Παρά την άρνηση να εγκαταλείψουν αυτή τη στιγμή το κόμμα, ωστόσο, σχεδόν όλοι τους θεωρούν αναπόφευκτη τη διάσπαση το επόμενο διάστημα. «Ας περιμένουμε να δούμε ποιος θα είναι αυτός που θα φύγει» λένε με νόημα κάποιοι άλλοι.
Παρ’όλα αυτά τα πάντα παραμένουν ανοιχτά για την ώρα (από την συνεννόηση μέχρι τη ρήξη) και τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται βέβαιο ακόμα, καθώς οι οριστικές αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί .

Ο υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης Νίκος Βούτσης , από τους στενούς συνεργάτες κι αυτός του πρωθυπουργού, είναι από εκείνους που θεωρούν πολυτέλεια τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και δεν κρύβει την ανησυχία του. Ο Ν.Βούτσης και κάποια άλλα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, σε ρόλο κυανόκρανων τις τελευταίες μέρες, προσπαθούν να πείσουν τις δύο πλευρές να συνεννοηθούν.
Η Αριστερή Πλατφόρμα και ο Παναγιώτης Λαφαζάνης δεν θέλουν να χρεωθούν μία διάσπαση του κόμματος κι έτσι -παρότι πιστεύουν ότι έχουν το πλεονέκτημα και την πρωτοβουλία των κινήσεων- δεν σκοπεύουν να βιαστούν και να διευκολύνουν την ηγεσία.

Ο Αλέξης Τσίπρας δέχεται -πολύ καιρό τώρα- εισηγήσεις «να τους διώξει» και «να φερθεί σαν Αντρέας». Όλοι αυτοί που του το πρότειναν, θεωρούσαν ότι η καταψήφιση του νομοσχεδίου για τη συμφωνία ήταν η ιδανική αφορμή για αυτό. Ο Τσίπρας όμως δεν μπόρεσε να το κάνει. Και η αλήθεια είναι ότι δεν είναι εύκολο. Δεν αισθάνεται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ιδιοκτησία του (όπως ενδεχομένως ένιωθε ο Ανδρέας για το ΠΑΣΟΚ) και από την άλλη, δεν πρόκειται για 2-3 άτομα αλλά για δεκάδες και δεν έχει τη νομιμοποίηση να προβεί μόνος του σε μαζικές διαγραφές.

Την περασμένη Δευτέρα ο Παναγιώτης Λαφαζάνης τον αμφισβήτησε για πρώτη φορά ανοιχτά και δημόσια υπό τις ζωηρές επιδοκιμασίες ενός σημαντικού αριθμού μελών του ΣΥΡΙΖΑ. «Εμείς δεν θα προδώσουμε την λαϊκή εντολή» έλεγαν τα στελέχη που βρέθηκαν στην συγκέντρωση του Πανελλήνιου.

Τα στελέχη των προεδρικών πριν από το δημοψήφισμα έλεγαν ότι η «κόκκινη γραμμή» ήταν η παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση. Σήμερα οι περισσότεροι από αυτούς εξακολουθούν να επιθυμούν την παραμονή στην κυβέρνηση σχεδόν πάση θυσία, αλλά ο πρωθυπουργός δεν δείχνει πολύ σίγουρος. Τις τελευταίες μέρες ταλαντευόταν συνεχώς και έτσι κανένας δεν ήξερε -προφανώς ούτε ο ίδιος- ποιες αποφάσεις θα λάβει τελικά.
Δεν είναι μόνο η Αριστερή Πλατφόρμα άλλωστε που του ασκεί πίεση μέσα στο κόμμα. Υπάρχουν αρκετές ομάδες που το κάνουν, ακόμα και εκείνη των «53» που συμμετέχει στην κυβέρνηση κι έχει δικό της τον γραμματέα (Τάσο Κορωνάκη) αλλά παρόλα αυτά διατηρεί μία επιφύλαξη- για την οποία οι «σκληροί» προεδρικοί θεωρούν ότι δεν διευκολύνει την κατάσταση.

Ο Αλέξης Τσίπρας μοιάζει σαν να βρέθηκε σε έναν αγώνα άρσης βαρών και τώρα περνάει στην επόμενη φάση με τα μεγαλύτερα βάρη, χωρίς να έχει καταφέρει να σηκώσει τα προηγούμενα λιγότερα (αλλά οπωσδήποτε πολλά) κιλά.
Η συνέχεια στη Βουλή, στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, στην κοινωνία.