Το μεγάλο κόλπο του Ερντογάν με το προσφυγικό και η σιωπή για τις ευθύνες της Τουρκίας

 

TAGIP

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 13.10.2019 |LIFO

 

Η Τουρκία και το προσφυγικό ως εργαλείο.

Πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι βάζουν στο ίδιο τσουβάλι την Τουρκία με την Ελλάδα, λέγοντας πως οι δύο αυτές χώρες σηκώνουν το βάρος του προσφυγικού-μεταναστευτικού. Κάποιοι, μάλιστα, υποστηρίζουν ότι το φορτίο της Τουρκίας είναι πολύ μεγαλύτερο, αφού έχει 5.000.000 πρόσφυγες, σύμφωνα με τους τουρκικούς ισχυρισμούς, ενώ η Ελλάδα μόνο 80.000.

Πρώτα απ’ όλα, οι δύο χώρες δεν είναι ίδιου μεγέθους. Από την άλλη, η Τουρκία φουσκώνει τους αριθμούς των προσφύγων και μεταναστών, ανεβάζοντάς τους κάθε φορά όσο θέλει, ενώ η Ελλάδα κάνει ακριβώς το αντίθετο. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν ότι ο αριθμός των 80.000, που αναφέρει επισήμως,  είναι πλασματικός και ότι στην πραγματικότητα ο αριθμός των προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα είναι πολύ μεγαλύτερος. Αυτό είναι κάτι που έχουν παραδεχτεί και υπουργοί της προηγούμενης κυβέρνησης, ενώ πρόσφατα και ο Μιχάλης Χρυσοχοίδης μίλησε για δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες που μπήκαν στη χώρα μας και αγνοούνται. Εξ ού και η συχνή κριτική κάποιων Ευρωπαίων προς την Ελλάδα (την οποία όμως απέφευγαν τα ελληνικά ΜΜΕ να αναδεικνύουν) ότι δεν τους κατέγραφε όλους .

Η βασική διαφορά της Ελλάδας με την Τουρκία είναι ότι η Τουρκία ευθύνεται για τη δημιουργία των προσφυγικών κυμάτων, ενώ η Ελλάδα όχι. Η Τουρκία είναι μεταξύ των χωρών που προκάλεσαν το συριακό δράμα και τον ξεριζωμό εκατομμυρίων ανθρώπων. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να παριστάνει την αμέτοχη και να διαμαρτύρεται για τους πρόσφυγες που κατέφυγαν εκεί, διεκδικώντας συνεχώς χρήματα από την Ε.Ε. και απειλώντας την.

Αλλά δεν είναι ούτε αυτό μόνο. Ο Ταγίπ Ερντογάν  στις αρχές του συριακού δράματος προσκαλούσε ο ίδιος τα «αδέλφια του από τη Συρία», όπως αποκαλούσε τους Σύριους πρόσφυγες, να καταφύγουν στην Τουρκία κι έλεγε ότι θα τους υποδεχόταν με ανοιχτή αγκαλιά. Όχι από φιλανθρωπία, όπως αποδείχτηκε, αλλά από σκοπιμότητα, αφού θέλει να τους εγκαταστήσει στα βόρεια σύνορα της Συρίας, εκτοπίζοντας τους Κούρδους. Η περίφημη «ασφαλής ζώνη» (safe zone operation), όπως την ονομάζει ο Ερντογάν, είναι ασφαλής ζώνη μόνο γι’ αυτόν, αλλά απαιτεί να τη χρηματοδοτήσει η Ευρώπη στο πλαίσιο της αντιμετώπισης του προσφυγικού.

Πρώτη φορά και εντελώς απρόθυμα, λίγο μετά την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης που ξεκίνησε η Τουρκία, ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, που ήταν υποχρεωμένος να πει κάτι, δήλωσε πως «καμία ευρωπαϊκή χρηματοδότηση δεν πρόκειται να δοθεί για τη “ζώνη ασφαλείας”».   «Εάν το σχέδιο της Τουρκίας είναι η δημιουργία μιας “ζώνης ασφαλείας”, μην περιμένετε χρηματοδότηση από την Ε.Ε» είπε ο Γιούνκερ, ενώ αυτές τις μέρες όλοι, από τον Ζεεχόφερ μέχρι τον Μητσοτάκη, δήλωναν ότι πρέπει να δοθεί υποστήριξη στην Τουρκία για το προσφυγικό και περισσότερα λεφτά, όπως ζητάει.

Ο Ερντογάν τους πίεζε εδώ και πάρα πολύ καιρό για την «ασφαλή ζώνη», αλλά μόνο όταν ξεκίνησε η παράνομη εισβολή στη Συρία κάποιοι στην Ε.Ε. εμφανίστηκαν αντίθετοι, κρατώντας ωστόσο τις όποιες πραγματικές ή όχι αντιρρήσεις τους σε πολύ χαμηλούς τόνους.

Ο Ταγίπ Ερντογάν, κατά την ομιλία του σε κομματική συγκέντρωση του ΑΚΡ πριν από λίγο καιρό, είχε ξαναπεί ότι η Τουρκία φιλοξενεί 3.650.000 πρόσφυγες και ότι αν δεν υποστηριχτούν τα σχέδιά του, θα ανοίξει τις πύλες, επειδή «δεν μπορούν να σηκώνουν μόνο οι Τούρκοι το βάρος αυτό». Στην ίδια ομιλία είχε αποκαλύψει ότι η Τουρκία ήταν αποφασισμένη να δημιουργήσει την «ασφαλή ζώνη» στη βορειοανατολική Συρία σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, αλλά θα το έκανε και μόνη της, αν χρειαζόταν.

Αυτή η «ασφαλής ζώνη» σημαίνει τουρκικές στρατιωτικές βάσεις στη βόρεια Συρία και επίσης χιλιάδες κατοικίες για τους πρόσφυγες που θέλουν να εγκαταστήσουν εκεί, δηλαδή μεγάλα κέρδη για τις κατασκευαστικές εταιρείες των ημετέρων.

koyrdikiphoto.PNG

Ο Ερντογάν έβλεπε πάντα τους Κούρδους ως απειλή, γι’ αυτό τους αποκαλεί τρομοκράτες. Βασικός του φόβος είναι ότι οι Κούρδοι της Συρίας θα επιδιώξουν να συνδεθούν με τους Κούρδους στο Ιράκ και να δημιουργήσουν «κουρδικό κράτος», με το οποίο θα θελήσουν να ενωθούν και οι Κούρδοι της Τουρκίας. Ένα τέτοιο σχέδιο δεν είναι καθόλου εύκολο να υλοποιηθεί άμεσα, αλλά η Τουρκία σχεδιάζει μακροπρόθεσμα, με ιστορική ματιά. Και μπορεί ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ να δήλωσε μόλις την περασμένη Τετάρτη την αντίθεσή του στα σχέδια της Τουρκίας λες και τα άκουγε πρώτη φορά, αλλά ο Ερντογάν τα είχε παρουσιάσει ακόμα και στον ΟΗΕ κατά την πρόσφατη ομιλία του εκεί, δείχνοντας μέχρι και χάρτες.

Αναγκαία προϋπόθεση για την έναρξη της υλοποίησης του σχεδίου του Ερντογάν ήταν να πάρει το ok από τις ΗΠΑ, οι δυνάμεις των οποίων έπρεπε να αποχωρήσουν από την περιοχή, όπου βρίσκονταν για να στηρίζουν τους Κούρδους. Η στήριξη αυτή άλλωστε (των ΗΠΑ προς τους Κούρδους) ήταν η αιτία της ψυχρότητας στις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις. Και ναι μεν ο Τραμπ δεν είχε καμία αντίρρηση να διευκολύνει τον Ερντογάν, ωστόσο άλλα κέντρα εξουσίας των ΗΠΑ,  είχαν.

Ο Ερντογάν, αφού συνέβαλε στη διάλυση της Συρίας και στον ξεριζωμό εκατομμυρίων Σύριων, προσκάλεσε τους πρόσφυγες στη χώρα του για να τους εργαλειοποιήσει και να πετύχει αυτά που ήθελε. Κι αφού συγκέντρωσε 2-3 εκατομμύρια με σκοπό να τους εγκαταστήσει στη ζώνη που θέλει να φτιάξει για να εκτοπίσει τους Κούρδους, άρχισε να ζητά πάλι χρήματα από τους Ευρωπαίους, εκβιάζοντάς τους, ενώ ταυτόχρονα στέλνει στην Ελλάδα μερικές χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες για προφανείς λόγους.

Μ’ έναν σμπάρο δηλαδή, πολλά τρυγόνια για τον Ερντογάν, αφού χρησιμοποιεί το προσφυγικό για να χτυπήσει τους Κούρδους,  να ελέγξει τον Άσαντ,  να απειλήσει την Ευρώπη και να της πάρει λεφτά και να δημιουργήσει πρόβλημα στην Ελλάδα.

Η μόνιμη δικαιολογία του Ερντογάν για να διεκδικεί και να παίρνει τα δισεκατομμύρια που θέλει, εκτός από την υποτιθέμενη διαχείριση του προσφυγικού, είναι ότι πολεμάει την τρομοκρατία στη Συρία. Μόνο που αυτός αποκαλεί τρομοκράτες τους Κούρδους που δίνουν έναν εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και με τους πραγματικούς τρομοκράτες δεν φαίνεται να δυσανασχετεί στ’ αλήθεια.

Ας δούμε, λοιπόν, ποιος είναι ο «αγώνας» της Τουρκίας απέναντι στους τζιχαντιστές και τους πραγματικούς τρομοκράτες.

Το 2011, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στη Συρία, οι ΗΠΑ είχαν ενεργή ανάμειξη σε αυτόν, καθώς ήθελαν να ρίξουν τον Πρόεδρο της Συρίας, Μπασάρ αλ Άσαντ. Η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ χρηματοδοτούσαν το «αντάρτικο» κατά του καθεστώτος Άσαντ και η Τουρκία εκπαίδευε τις ένοπλες ομάδες που πολεμούσαν εναντίον του, μερικές εκ των οποίων ήταν ακραίες ισλαμιστικές.

 

Το 2013, μέσα από τις τάξεις του αντικαθεστωτικού στρατού, δημιουργήθηκε η ακραία ισλαμιστική οργάνωση των τζιχαντιστών του ISIS, που δεν έλεγχαν πλέον οι ΗΠΑ, η οποία κατάφερε να καταλάβει μεγάλο μέρος της Συρίας, συν τις πετρελαιοπηγές που ήθελαν να αξιοποιήσουν για λογαριασμό τους. Διαπιστώνοντας οι ΗΠΑ ότι το λεγόμενο Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ) του ISIS είχε γίνει επικίνδυνο και ανεξέλεγκτο, αναγκάστηκαν να συνεργαστούν με τους Κούρδους για να τους βάλουν μπροστά, ώστε να τους αντιμετωπίσουν εκείνοι.

Τότε η Τουρκία συμμάχησε στενότερα με τον ISIS και, σύμφωνα με παλαιότερα δημοσιεύματα, μέλη της οικογένειας του Ερντογάν έκαναν δουλειές μαζί του, αγοράζοντας πετρέλαιο από τις πετρελαιοπηγές που είχε καταλάβει.   Όταν η Τουρκία είδε ότι οι ΗΠΑ συνέχιζαν να υποστηρίζουν τους Κούρδους και μετά την ήττα του ISIS, απαίτησε να τους εγκαταλείψει, καθώς φοβήθηκε ότι αυτό θα οδηγούσε στη δημιουργία κουρδικού κράτους και στην Τουρκία. Οι ΗΠΑ δεν της έκαναν τη χάρη, ίσως και γιατί προτιμούν να ελέγχουν τα πετρέλαια της περιοχής οι Κούρδοι. Τότε ο Ερντογάν, για να πιέσει τις ΗΠΑ, στράφηκε ευκαιριακά προς τη Ρωσία κι εκείνη το εκμεταλλεύτηκε, εξακολουθώντας ωστόσο να στηρίζει τον Άσαντ.

Τα σχέδια της Τουρκίας για εισβολή στη Συρία, εκδίωξη των Κούρδων και έλεγχο του βόρειου τμήματος δεν άλλαξαν και όλο αυτό το διάστημα απαιτούσε από τις ΗΠΑ να τη στηρίξει. Εκείνες σε έναν βαθμό ανταποκρίθηκαν, π.χ. με τις κοινές περιπολίες και βάζοντας τους Κούρδους να καταστρέψουν τα οχυρωματικά τους έργα.

 

Οι σχέσεις του Ερντογάν με το Ισλαμικό Κράτος

Τι έκανε ο Ερντογάν όσο οι Κούρδοι θυσίαζαν τους νέους τους για να αντιμετωπίσουν το τέρας του ISIS, που άλλοι εξέθρεψαν, εξόπλισαν και ενίσχυσαν; Το 2015 δημοσιεύτηκαν στον διεθνή Τύπο ρεπορτάζ και ντοκουμέντα που αποκάλυπταν την ανάμειξη του γιου του Ταγίπ Ερντογάν σε αγοραπωλησίες πετρελαίου ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισλαμικό Κράτος του ISIS.

XartisBloomBloomberg

Τον Νοέμβριο του 2014 είχε προηγηθεί ο υπουργός Πληροφοριών της Συρίας Omran al-Zoubi, ο οποίος δήλωσε δημόσια πως η εταιρεία μεταφορών που ανήκε στον Μπιλάλ Ερντογάν έπαιρνε πετρέλαιο από τον ISIS, από τις  περιοχές που βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των τζιχαντιστών. Την επόμενη χρονιά το ρωσικό υπουργείο Άμυνας κατήγγειλε «εμπλοκή της ανώτατης ηγεσίας της Άγκυρας, του Προέδρου Ερντογάν και της οικογένειάς του» στο λαθρεμπόριο ιρακινού και συριακού πετρελαίου σε συνεργασία με τον ISIS. Παρουσίασαν, μάλιστα, στοιχεία ενώπιον ξένων δημοσιογράφων στη Μόσχα (φωτογραφίες από αερολήψεις και δορυφόρους), σύμφωνα με τα οποία, η μεταφορά γινόταν με κομβόι βυτιοφόρων που περνούσαν από τα νότια σύνορα της Τουρκίας. Βασική αφετηρία, κατά τους Ρώσους, ήταν η πόλη Ντέιρ εζ Ζορ στην ανατολική Συρία, ενώ παρουσιάστηκαν και τρεις διαδρομές απ’ όπου γινόταν η μεταφορά στην Τουρκία.   Οι Ρώσοι είχαν μιλήσει για λαθρεμπόριο που απέφερε κέρδη 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως, τα οποία όμως, όπως ισχυρίστηκαν, μειώθηκαν μετά τις ρωσικές επιδρομές στη Συρία. Ο Ταγίπ Ερντογάν  τα χαρακτήρισε «ρωσικές συκοφαντίες» και απείλησε με αντίποινα, ισχυριζόμενος ότι αυτοί που εμπλέκονται στο λαθρεμπόριο με τον ISIS είναι το καθεστώς Άσαντ και δύο Ρώσοι. 

 

Λίγους μήνες μετά τα ρωσικά δημοσιεύματα, η γερμανική εφημερίδα «Handelsblatt» δημοσίευσε ρεπορτάζ, στο οποίο χαρακτήριζε βάσιμες τις ρωσικές καταγγελίες, με τον τίτλο «Είναι ο γιος του Ερντογάν ο υπουργός πετρελαίου του ISIS;». Το ρεπορτάζ υπενθύμιζε ότι το 2013 ο γιος του Ερντογάν είχε κατηγορηθεί ότι ξέπλενε χρήματα για λογαριασμό του πατέρα του, ενώ το 2014 υπήρξε ένα ακόμα καταγεγραμμένο τηλεφώνημα, όπου ο Μπιλάλ μιλούσε με τον Ταγίπ Ερντογάν για μία πληρωμή 10 εκατομμυρίων δολαρίων.

Υπήρξαν, επίσης, δημοσιεύματα που μιλούσαν για ένα νοσοκομείο στην Τουρκία, κοντά στα σύνορα με τη Συρία, όπου περιθάλπονταν οι τραυματισμένοι τζιχαντιστές.

To 2016  διέρρευσαν από τα WikiLeaks δεκάδες χιλιάδες emails του γαμπρού του Ερντογάν, από τα οποία προέκυπταν στενές σχέσεις με το Ισλαμικό Κράτος. Ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ, υπουργός Ενέργειας της Τουρκίας, σε περισσότερα από 57.000 emails εμφανιζόταν να έχει σχέσεις με την εταιρεία Powertrans, η οποία σχετιζόταν με τροφοδοσία πετρελαίου και τον ISIS.   

τουιτwiki.PNG

Οι αποκαλύψεις για τις σχέσεις του καθεστώτος Ερντογάν με το Ισλαμικό Κράτος, όμως, δεν σταμάτησαν εκεί. Ακολούθησε η δημοσίευση πολλών ακόμα στοιχείων και μαρτυριών που κατέδειξαν τη στενή σχέση των τουρκικών υπηρεσιών με το Ισλαμικό Κράτος και την υποκρισία όλων των άλλων χωρών.

Δηλαδή, όλοι γνωρίζουν αν και πόσο πολεμάει την ισλαμική τρομοκρατία η Τουρκία. Εξίσου καλά γνωρίζουν και τον ρόλο της στο προσφυγικό.

Πώς γίνεται, λοιπόν, μια χώρα που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και εισβάλλει παράνομα σε μία άλλη χώρα για να καταλάβει ξένα εδάφη, διώχνοντας χιλιάδες ανθρώπους από τον τόπο τους, να αντιμετωπίζεται ως χώρα που βοηθά στην επίλυση του προσφυγικού και πρέπει να χρηματοδοτηθεί από την Ευρώπη;

Πολύ περισσότερο όταν η χρηματοδότηση που ζητά στην πραγματικότητα αφορά την εξόντωση των Κούρδων, που αποκαλεί τρομοκράτες, κάνοντας τα στραβά μάτια στους πραγματικούς.

****

 

 

Αναφορές

https://wikileaks.org/berats-box/

https://www.kathimerini.gr/1020619/gallery/epikairothta/kosmos/agkyra-kai-isis-eixan-stenes-sxeseis

 

Η κωλοτούμπα του Ζεεχόφερ και οι γερμανικές ευχαριστίες στην Τουρκία

 

 

ΖεερΤουρκ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 13.10.2019 | LIFO

«Η Τουρκία έχει προσφέρει μεγάλη υπηρεσία όχι μόνο στη Γερμανία αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Όπου μπορούμε να προσφέρουμε, είμαστε πρόθυμοι να βοηθήσουμε την Τουρκία, σε ό,τι επιθυμεί. Χωρίς τη δική σας αλληλεγγύη, το μεταναστευτικό πρόβλημα στην περιοχή μας δεν θα μπορούσε να ξεπεραστεί. Είναι ένα επίτευγμα που θα μείνει στην παγκόσμια ιστορία».

Αυτά ήταν τα λόγια του Γερμανού υπουργού Εσωτερικών, Χορστ Ζεεχόφερ, προς τους Τούρκους αξιωματούχους κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Άγκυρα. Είχε προηγηθεί η φράση «ευχαριστώ από την καρδιά μου» και η δέσμευση για περισσότερη ευρωπαϊκή βοήθεια.

Ας θυμηθούμε, όμως, ποιος είναι και τι πρέσβευε μέχρι πρόσφατα ο Χορστ Ζεεχόφερ.

Πρόκειται για τον δεξιό Βαυαρό, πρόεδρο μέχρι πρότινος του κόμματος της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης της Βαυαρίας (CSU), πολιτικό εταίρο της Άνγκελα Μέρκελ και νυν ομοσπονδιακό υπουργό Εσωτερικών στην τέταρτη κυβέρνησή της. Από το 2008 έως το 2018 ήταν ο πρωθυπουργός του κρατιδίου της Βαυαρίας.

Ο Ζεεχόφερ από το 2015 μέχρι και πέρσι, που πέρασε στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, ήταν γνωστός για τις αντιμεταναστευτικές του θέσεις και για τη σκληρή κριτική που ασκούσε όλα αυτά τα χρόνια στη Γερμανίδα καγκελάριο για τη διαχείριση του προσφυγικού-μεταναστευτικού.

Μέχρι και πέρσι ζητούσε να μην πατούν καν στο γερμανικό έδαφος όσοι μετανάστες δεν έχουν εξασφαλίσει άσυλο και να εμποδίζεται η άφιξή τους από τα σύνορα με την Αυστρία. «Το μεταναστευτικό είναι η μητέρα όλων των προβλημάτων» συνήθιζε να λέει.

Από τον Αύγουστο του 2015 μέχρι πριν από μερικούς μήνες δεν σταματούσε να καταγγέλλει την απόφαση της Μέρκελ να επιτρέψει να εισέλθουν στη χώρα εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες εκείνη τη χρονιά.

Όσο για την Τουρκία, την οποία πριν από λίγες μέρες εγκωμίασε, ο Ζεεχόφερ δήλωνε ότι το λιγότερο που έπρεπε να κάνει η Ε.Ε. ήταν να αναστείλει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις και να ακυρώσει οποιοδήποτε σχέδιο προσφέρει στους Τούρκους τη δυνατότητα να εισέρχονται στον Χώρο Σένγκεν χωρίς θεώρηση διαβατηρίου.

«Δεν μπορεί να γίνει συμφωνία για ταξίδια χωρίς βίζες με μια χώρα σαν κι αυτή» υποστήριζε.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια δεν σταματούσε να πιέζει για αυστηρότερη πολιτική στο μεταναστευτικό, ζητώντας «άμεση επαναπροώθηση των μεταναστών που φτάνουν στα γερμανικά σύνορα από άλλη χώρα της Ε.Ε., στην οποία είχαν αιτηθεί άσυλο που είχε απορριφθεί, ή την επαναπροώθηση μεταναστών οι οποίοι δεν έχουν στην κατοχή τους έγκυρα έγγραφα». Το μεταναστευτικό-προσφυγικό ήταν το πρώτο θέμα στην ατζέντα του. «Η επιβολή περιορισμών στη μετανάστευση αποτελεί προϋπόθεση για την ασφάλεια σε αυτήν τη χώρα» έλεγε.

Ο Χορστ Ζεεχόφερ κατηγορούσε την καγκελάριο Μέρκελ και για την ενίσχυση του ξενοφοβικού ακροδεξιού κόμματος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), καθώς τη θεωρούσε υπεύθυνη, λόγω της πολιτικής διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης.

Ήταν από εκείνους που δεν πίστευαν ότι η συνεργασία με την Τουρκία είχε φέρει αποτελέσματα και υποστήριζαν ότι δεν ήταν η συμφωνία Ε.Ε-Τουρκίας που είχε οδηγήσει στη μείωση του αριθμού των προσφύγων και μεταναστών αλλά το κλείσιμο του βαλκανικού διαδρόμου που πέτυχαν η Αυστρία και οι χώρες του Βίζεγκραντ.

 

«Έρχονται λιγότεροι αιτούντες άσυλο, γιατί ο βαλκανικός διάδρομος έχει κλείσει από τη Βόρεια Μακεδονία και την Αυστρία» υποστήριζε, επισημαίνοντας ότι η συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας απλώς ακολούθησε, αλλά «τη δουλειά την είχαν κάνει ήδη άλλοι», εννοώντας την Αυστρία και τα βαλκανικά κράτη (άποψη που συμμερίζονται πολλοί στην Ε.Ε., αλλά δεν αναφέρουν δημόσια).

Η αυστηρότητά του απέναντι στην Τουρκία δεν εξαντλούνταν στην αντίθεσή του να ενταχθεί στην Ε.Ε. Ο Χορστ Ζεεχόφερ έως πρόσφατα ζητούσε γενικότερα σκληρή στάση απέναντι στον Ταγίπ Ερντογάν, υποστηρίζοντας ότι «δεν πρέπει να επιτραπεί ο εκβιασμός» που επιχειρεί. Ισχυριζόταν σθεναρά πως «το Ισλάμ δεν ανήκει στη Γερμανία, η οποία διαμορφώθηκε από τον χριστιανισμό. Η Τουρκία, ως αυτοαποκαλούμενος εκπρόσωπος του μουσουλμανικού κόσμου, σαφώς δεν ταιριάζει στην Ε.Ε.» υποστήριζε.

Ακόμα και πριν από την κρίση του προσφυγικού, το 2010, είχε πει ότι «οι Τούρκοι και οι Άραβες μετανάστες δεν χρειάζονται πλέον στη Γερμανία», προκαλώντας αρκετές αντιδράσεις.   Το 2011 είχε δηλώσει ότι όσοι επιθυμούν να παραμείνουν στη Γερμανία θα πρέπει να ενστερνιστούν τις γερμανικές αξίες. Αλλά και τα τελευταία χρόνια καλούσε συνεχώς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να μειώσει τον αριθμό των προσφύγων που μπορούσε να δεχτεί η Γερμανία, απειλώντας ακόμα και με προσφυγή στο Συνταγματικό Δικαστήριο κατά της κυβερνητικής πολιτικής στο μεταναστευτικό.

 

Αυτός, λοιπόν, είναι ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών, Χορστ Ζεεχόφερ, που την περασμένη εβδομάδα είπε στον Τούρκο ομόλογό του Σουλεϊμάν Σοϊλού «ευχαριστώ από την καρδιά μου», υποσχόμενος περισσότερη ευρωπαϊκή βοήθεια.

Προφανώς, όσο ήταν πρωθυπουργός της Βαυαρίας μπορούσε να κάνει πολιτικές δηλώσεις για εσωτερική κατανάλωση, αλλά τώρα, που υπηρετεί την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, συμμορφώνεται με τις γραμμές της εθνικής στρατηγικής.

Έτσι, ο σχεδόν «τουρκοφάγος» και θιασώτης της σκληρής αντιμεταναστευτικής πολιτικής, Χορστ Ζεεχόφερ, άκουγε, γνέφοντας καταφατικά, τον Τούρκο υπουργό Εσωτερικών να του λέει: «Έχοντας επίγνωση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών προκλήσεων της φιλοξενίας 3,8 εκατομμυρίων Σύρων… η Τουρκία επέδειξε μια υποδειγματική συμπεριφορά στον κόσμο, όσον αφορά τόσο τα προσφυγικά της στρατόπεδα όσο και τη φιλοξενία».

Κανείς από την γερμανική αποστολή δεν σκέφτηκε να υπενθυμίσει στους τούρκους αξιωματούχους τη συμβολή και την ευθύνη της Τουρκίας στη διάλυση της Συρίας και στην πρόκληση του προσφυγικού.

 

Η μετάλλαξη του Χορστ Ζεεχόφερ και τα εγκώμια στην Τουρκία

 

ΖεερΤουρκ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε το πρόσφατο ταξίδι του Γερμανού υπουργού Εσωτερικών, Χορστ Ζεεχόφερ, σε Ελλάδα και Τουρκία, όπου παρατηρήθηκε η πλήρης μετάλλαξη του άλλοτε σκληρού πολιτικού με τις αντιμεταναστευτικές θέσεις και σχεδόν «τουρκοφάγου».

Ο Ζεεχόφερ, που τα τελευταία χρόνια έκανε πολιτική καριέρα επικρίνοντας τη μεταναστευτική πολιτική της Άνγκελα Μέρκελ,  κατακεραυνώνοντας την Ελλάδα για ανικανότητα και την Τουρκία για σκοπιμότητα, μεταλλάχθηκε ξαφνικά σε έναν πολιτικό γεμάτο κατανόηση για το προσφυγικό-μεταναστευτικό, ο οποίος είχε πολλά καλά λόγια για την Ελλάδα και εγκώμια για την Τουρκία!

 

«Η Τουρκία έχει προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες όχι μόνο στη Γερμανία αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη» είπε, προκαλώντας μεγάλη έκπληξη σε όσους τον παρακολουθούσαν τα προηγούμενα χρόνια. «Όπου μπορούμε να προσφέρουμε, είμαστε πρόθυμοι να βοηθήσουμε την Τουρκία σε ό,τι επιθυμεί» δήλωσε, προσθέτοντας μια ακόμα μεγαλύτερη υπερβολή, απευθυνόμενος στους Τούρκους αξιωματούχους: «Χωρίς τη δική σας αλληλεγγύη το μεταναστευτικό πρόβλημα στην περιοχή μας δεν θα μπορούσε να ξεπεραστεί. Είναι ένα επίτευγμα που θα μείνει στην παγκόσμια ιστορία».

 

Ίσως η απάντηση να κρύβεται στη στενότερη οικονομική συνεργασία της Γερμανίας με την Τουρκία, που προχωράει αθόρυβα τον τελευταίο καιρό, όπως και η γενικότερη ενίσχυση των σχέσεων των δύο χωρών. Ο κ. Ζεεχόφερ, μάλιστα, έδειξε να συμμερίζεται τη θέση της Τουρκίας ότι η συμφωνία Ε.Ε.-Τουρκίας για το προσφυγικό δεν εφαρμόζεται πλήρως εξαιτίας της Ελλάδας. Ο Γερμανός υπουργός, σε συνέντευξή του σε γερμανικά ΜΜΕ, δήλωσε ότι μετέφερε την τουρκική κριτική και στον Έλληνα πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, υποστηρίζοντας ότι βασικό μέλημα της τουρκικής πλευράς είναι η Ελλάδα να επαναπροωθεί παράνομους μετανάστες στην Τουρκία!

ζεεχοφερ.PNG

Σχεδόν παρόμοια κριτική στην Ελλάδα, για μη υλοποίηση της συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας, άσκησε και ο ευρωβουλευτής των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών Μάρκους Φέρμπερ, ο οποίος κατηγόρησε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν κατέγραφε, ούτε έλεγχε τους μετανάστες που έρχονταν στην Ελλάδα.

Η κριτική αυτή για την Ελλάδα έχει ξαναγίνει στην Ε.Ε. κατά καιρούς από πολλούς Ευρωπαίους πολιτικούς, αλλά σχεδόν πάντα κεκλεισμένων των θυρών και όχι δημόσια.

Οι εξελίξεις στην περιοχή αναμένεται να είναι πυκνές το επόμενο διάστημα, με το προσφυγικό-μεταναστευτικό να παραμένει πρώτο θέμα και την Ελλάδα να παραμένει μέρος του προβλήματος, αδυνατώντας για την ώρα να αναλάβει πρωτοβουλίες που θα της επιτρέψουν να γίνει μέρος της λύσης.

Προσφυγικό ή μεταναστευτικό, το πρόβλημα παραμένει το ίδιο σοβαρό

 

φωτομορια

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ 2.10.2019 | LIFO

Τη διαπίστωση ότι η συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας για το προσφυγικό – μεταναστευτικό δεν λειτούργησε ποτέ σωστά κάνουν τώρα πολλά γερμανικά ΜΜΕ, μετά τα τελευταία δραματικά γεγονότα που ανέδειξαν για άλλη μια φορά το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται καν περί τυπικής συμφωνίας με νομική ισχύ και σε κάθε περίπτωση ‒για αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους‒ δεν θα μπορούσε, έτσι κι αλλιώς, να λύσει το πρόβλημα της Ελλάδας, για την οποία τηρεί απλώς τα προσχήματα.

Η «συμφωνία» αυτή εξυπηρετεί βασικά τη Γερμανία και την υπόλοιπη Ε.Ε., γιατί κρατά τους πρόσφυγες και τους μετανάστες στην Ελλάδα, την οποία έχουν μετατρέψει de facto σε αποθήκη ψυχών ‒ αλλά και την Τουρκία, η οποία, εργαλειοποιώντας τους ανθρώπους αυτούς, κερδίζει χρήματα και άλλα ανταλλάγματα. Βέβαια, και στην Ελλάδα έχει αναπτυχθεί μια αγορά που κερδοσκοπεί σε βάρος των προσφύγων και των μεταναστών, από διακινητές μέχρι κάθε λογής μεσάζοντες, περίεργες ΜΚΟ, προμηθευτές και εμπόρους.

 

Όλες οι χώρες της Ε.Ε., και όχι μόνο ο «κακός Όρμπαν», έχουν στην ουσία κλείσει τα σύνορά τους για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, αφήνοντας το πρόβλημα στη βολική και αδύναμη Ελλάδα.

Αυτό κάνει και η Γερμανία, παρότι παριστάνει τη φιλάνθρωπη ηγέτιδα δύναμη, καθώς παίρνει μόνο όσους και όποιους κρίνει ότι χρειάζεται η οικονομία της. Είναι χαρακτηριστικό (έχουν κυκλοφορήσει και φωτογραφίες) ότι τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, μετά τα επεισόδια στην Ειδομένη, φυλάσσονται από Γερμανούς αστυνομικούς της Frontex, οι οποίοι φροντίζουν να μη βγαίνει από τα σύνορά μας κανένας μετανάστης ή πρόσφυγας με κατεύθυνση τη βόρεια Ευρώπη.

Μόνο η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία έχει στείλει από το 2015 στην Ελλάδα 146 αστυνομικούς για να φυλάνε την ελληνική μεθόριο, ώστε να μη βγαίνει κανείς στη βαλκανική οδό.

Στα γερμανικά ΜΜΕ έχει γραφτεί πολλές φορές ‒παρότι στα ελληνικά το γεγονός υποβαθμίζεται‒ ότι oι Γερμανοί αστυνομικοί βρίσκονται σε αποστολή στα ελληνικά σύνορα κατ’ εντολή της Ευρωπαϊκής Συνοριοφυλακής, με στόχο να εμποδίσουν τους μετανάστες να φτάσουν στην κεντρική Ευρώπη μέσω των Βαλκανίων. Χαρακτηριστική του γερμανικού ενδιαφέροντος είναι και η επίσκεψη του δεξιού υπουργού Εσωτερικών της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας Xέρμπερτ Ρόιλ σε ρόλο επιθεωρητή, τον περασμένο Μάιο, στα ελληνικά βόρεια σύνορα, όπου βρίσκονται και οι Γερμανοί αστυνομικοί.

ΓΕΡΜΑΝΟΙFRONTEX.PNG

Γερμανοί αστυνομικοί της Frontex στην Ειδομένη

Αντιθέτως, οι Γερμανοί δεν δείχνουν το ίδιο ενδιαφέρον για τη φύλαξη των ελληνικών συνόρων για να μην μπει κανείς μέσα στη χώρα. Δεν τους ενδιαφέρει δηλαδή τόσο το ποιος μπαίνει στην Ελλάδα, αρκεί να μη βγαίνει. Για τον λόγο αυτό επιθυμούν να παραμένουν οι πρόσφυγες στα νησιά και να μη μεταφέρονται στην ηπειρωτική χώρα, απ’ όπου είναι πιο εύκολο να φύγουν προς τον βορρά.

Δεν είναι ο Ερντογάν που τους θέλει στα νησιά, όπως νομίζουν μερικοί, αλλά οι Ευρωπαίοι. Είναι απολύτως αναμενόμενο, λοιπόν, η Ελλάδα να πλημμυρίζει με πρόσφυγες και μετανάστες όποτε το θέλουν ο Ερντογάν, τα κυκλώματα των διακινητών ή όποιοι άλλοι εκμεταλλεύονται το δράμα αυτών των ανθρώπων για να κερδίσουν οικονομικά ή πολιτικά ανταλλάγματα.

ΚουρτςΓευγελή.PNG

Φωτο από την επίσκεψη του Σεμπάστιαν Κουρτς στην Γευγελή, για το κλείσιμο των συνόρων το 2017*

 

Όσο για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, είναι εύλογο να αναζητούν μια καλύτερη ζωή, όταν γνωρίζουν ότι, για να κερδίσουν στις χώρες τους όσα χρήματα αντιστοιχούν σε ένα μηνιαίο επίδομα στην Ε.Ε., πρέπει να εργαστούν σκληρά μισό χρόνο. Το θέμα είναι ότι για την υπόλοιπη Ε.Ε. το θέμα έχει κλείσει, έστω όπως όπως, αφήνοντας την Ελλάδα να το σηκώσει για λογαριασμό όλων. Γι’ αυτό και δεν επείγονται καθόλου για τη συνολική διευθέτησή του. Αντιθέτως, είναι ένα διαρκές παιχνίδι γύρω από το οποίο έχει στηθεί ένας πολιτικός τζόγος που εξυπηρετεί πολλές σκοπιμότητες.

 

Επειδή όμως η Ε.Ε., και ειδικά η Γερμανία, δεν θέλει να το λύσει, αντιθέτως μοιάζει να την εξυπηρετεί η εκκρεμότητα, είχε συμφωνήσει με την προηγούμενη κυβέρνηση να ακολουθηθεί η πολιτική που είδαμε τα προηγούμενα χρόνια. Αυτό που προσπαθεί τώρα είναι να πείσει και την κυβέρνηση Μητσοτάκη να ακολουθήσει την ίδια πολιτική. Και εδώ είναι το πρόβλημα.

Η κυβέρνηση Τσίπρα δεν χρειαζόταν προσπάθεια για να πειστεί, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε βασικές αντιρρήσεις στην πολιτική που επέβαλε η Γερμανία για το μεταναστευτικό στην Ελλάδα. Αντιθέτως, η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές ασκώντας σκληρή κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ για τη διαχείριση του προσφυγικού – μεταναστευτικού και προτείνοντας μια αρκετά αυστηρότερη πολιτική.

Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, οι ψηφοφόροι της ΝΔ απαιτούν μια πολύ πιο περιοριστική πολιτική, αλλά η έκπληξη ήταν ότι με αυτό συμφωνεί μεγάλο μέρος ψηφοφόρων κι άλλων κομμάτων, μεταξύ των οποίων και του ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή, δεν συμμερίζονται όλοι οι ψηφοφόροι του τις θέσεις του κόμματος, όπως και στο θέμα του ασύλου, των Εξαρχείων κ.λπ.

Η μεγάλη πίεση, όμως, στην κυβέρνηση Μητσοτάκη για το προσφυγικό – μεταναστευτικό έρχεται από τους ίδιους τους ψηφοφόρους του, που τον κατηγορούν ότι ακολουθεί την πολιτική Τσίπρα. Η πίεση είναι αισθητή από τις πρώτες μέρες και όσο περνάει ο καιρός εντείνεται. Την ίδια στιγμή, η Γερμανία την πιέζει να μην αλλάξει πολιτική.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε προετοιμαστεί για αρκετά από αυτά που είχε ως προτεραιότητες η ίδια αλλά όχι για όλα. Το προσφυγικό – μεταναστευτικό ήταν ένα από αυτά για τα οποία δεν ήταν προετοιμασμένη. Εκτός αυτού, το ανέθεσαν σε ένα στέλεχος της ΝΔ, τον Γ. Κουμουτσάκο, ο οποίος δεν φαίνεται να έχει την επάρκεια να το διαχειριστεί, όπως δείχνουν οι πρώτοι μήνες. Ακόμα και οι τελευταίες κινήσεις της κυβέρνησης, που επιχείρησε να δείξει ότι παίρνει έκτακτα μέτρα και βάζει αυστηρό πλαίσιο κ.λπ., περισσότερο με προσπάθεια να κερδίσει χρόνο μοιάζουν.

Η απόφασή τους να το ονομάσουν από σκέτο «προσφυγικό», όπως το αποκαλούσε η προηγούμενη κυβέρνηση, σε σκέτο «μεταναστευτικό»,  μικρή σημασία έχει. Όλα τα υπόλοιπα, όπως το ότι οι αιτήσεις ασύλου θα εξετάζονται αμέσως και όποιος δεν έχει τις προϋποθέσεις θα απελαύνεται σε τρεις μέρες, μπορεί να συντομευθούν κάπως, αλλά δεν θα γίνουν όπως εξαγγέλθηκαν, καθώς υπάρχουν ευρωπαϊκά στάνταρ, και λέγονται μόνο για να καθησυχάσουν κάποιους ψηφοφόρους.

Το προσφυγικό – μεταναστευτικό παραμένει εδώ πιεστικά και δεν μπαίνει κάτω από το χαλί. Όσο δεν το λύνουν, θα το βρίσκουν μπροστά τους να μεγεθύνεται.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO Πηγή: https://www.lifo.gr/articles/opinions/253863/prosfygiko-i-metanasteytiko-to-provlima-paramenei-to-idio-sovaro?fbclid=IwAR02l9reDRcLh_N3j-xYT9y8xQNfOx39lwn2Ksi8Bwc5kHRV2GYI3Z2dbl8

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ την επόμενη μέρα

 

ΤσιπραςΕπόμενηΜέραΦωτο.PNG

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ LIFO 26.9.2019

Οι πληροφορίες λένε ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει συνέλθει ακόμα από τη βαριά και –παραδόξως– απροσδόκητη για εκείνον ήττα. Κι επειδή δεν είχε προετοιμαστεί για την απώλεια της εξουσίας, δυσκολεύεται ακόμα να προσαρμοστεί. Ούτε εκείνος, ούτε κανείς άλλος στο κόμμα ήταν έτοιμος για αυτό. Νέο αφήγημα να παρουσιάσουν δεν έχουν, αφού κάτι τέτοιο θα ήθελε πολλή δουλειά και για την ώρα κανείς δεν είναι διατεθειμένος να την κάνει.

Εκείνο όμως με το οποίο ασχολείται τόσο ο ίδιος ο Τσίπρας, όσο και τα στελέχη του κόμματος, είναι το προσεχές συνέδριο, στο οποίο θα κριθούν τα πάντα για τον ΣΥΡΙΖΑ της επόμενης μέρας. Όλη τους η ενέργεια καταναλώνεται στο ποιος θα κυριαρχήσει σε αυτό και παρεμπιπτόντως μόνο κάνουν και αντιπολίτευση, όπως π.χ. όταν τους καλούν στα ΜΜΕ.

      Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ την επομένη της ήττας των εθνικών εκλογών μίλησε για «εντολή µετασχηµατισµού µε γοργά βήµατα, από ένα κόµµα µε τεράστια αναντιστοιχία µελών και ψηφοφόρων, σε µία µεγάλη παράταξη...» δηλώνοντας ότι θα δώσει όλες του τις δυνάμεις για αυτό. Στην πρώτη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραµµατείας του κόµµατος μάλιστα, επισήμανε με νόημα ότι δεν θα δεχτεί την πραγµατοποίηση ενός συνεδρίου που θα έχει ως στόχο την ενίσχυση των µηχανισµών, στέλνοντας σαφή µηνύµατα στην νομενκλατούρα του κόμματος, που του ασκεί έμμεσα κριτική, μιλώντας για «πασοκοποίηση». «Σας καλώ να τολµήσουµε» και «σας προτρέπω να µη φοβηθούµε να µολυνθούµε» είχε πει στα στελέχη της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος, αφήνοντας αιχμές για όσους φοβούνται μια αρχηγοκεντρική λειτουργία του κόμματος κι επισημαίνοντας ότι εξίσου θα έπρεπε να αποφύγουν και μία άγονη αναπαραγωγή και ηγεμονία μηχανισμών.   

 

Είναι γεγονός ότι όσο καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνούσε, όλοι είχαν ξεχάσει ότι κάποτε θεωρούνταν ο ορισμός του πολυφωνικού κόμματος. Από τη στιγμή όμως που έχασαν την εξουσία, άρχισαν να αναβιώνουν και πάλι οι διχόνοιες και οι εχθρότητες που όλα αυτά τα χρόνια είχαν μπει κάτω από το χαλί. Εδώ και λίγο καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χωριστεί σε δύο στρατόπεδα, με περισσότερες υποδιαιρέσεις στο καθένα από αυτά. Οι πολιτικές διαφωνίες τους αφορούν στο πώς βλέπουν τον ρόλο του κόμματος την επόμενη μέρα και κυρίως πώς εννοεί η κάθε πλευρά τον μετασχηματισμό του, που έχει ήδη εξαγγελθεί από τον Αλέξη Τσίπρα.

Στην πραγματικότητα το θέμα που τους διχάζει αυτή την περίοδο είναι αν θα έχει όλη την εξουσία μόνος ο Τσίπρας ή αν θα την μοιράζεται με την κομματική νομενκλατούρα.

Αν δηλαδή θα είναι ένας παντοδύναμος αρχηγός, μετατρέποντας οριστικά τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα αρχηγικό κόμμα, ή αν θα επιστρέψουν στην κατάσταση που ήταν πριν πάρουν την εξουσία. Αυτοί που δεν θέλουν τον αρχηγό παντοδύναμο, θα προτιμούσαν κάτι παραπάνω από απλή επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση, ώστε να ενισχυθεί ο ρόλος των «καπετανάτων» και κυρίως των «καπετάνιων» του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Η παραμονή του Αλέξη Τσίπρα στην ηγεσία δεν αμφισβητείται από κανέναν, ούτε υπάρχουν δελφίνοι για την ώρα. Ακόμα και αν τολμούσε κάποιος, όποιος και αν ήταν αυτός, να διεκδικήσει την αρχηγία, δεν θα είχε καμία τύχη. Γι’ αυτό λοιπόν, όσοι θέλουν να συναποφασίζουν, ξέρουν ότι τώρα είναι η ώρα. Ή θα επιβάλουν τους όρους τους αποτρέποντας τον να γίνει ο «απόλυτος άρχων» ή θα υποταχθούν.

Επί πέντε σχεδόν χρόνια δέχθηκαν αδιαμαρτύρητα τα πάντα, όπως δεν έχει ξαναγίνει ποτέ σε αστικό κόμμα εξουσίας. Από την de facto μετατροπή του κόμματος σε αρχηγικό (αφού οι σημαντικές αποφάσεις στην πραγματικότητα έπαψαν να λαμβάνονται συλλογικά όσο κυβερνούσαν, απλώς ανακοινώνονταν από τον Τσίπρα) και τη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ από αντιμνημονιακό σε μνημονιακό, μέχρι τη συναναστροφή της ηγεσίας με τη διαπλοκή που κατήγγειλαν και τη συνεργασία με ακροδεξιούς και εθνικιστές, κάποιοι εκ των οποίων βρέθηκαν και στις εκλογικές λίστες του κόμματος.

Λαιφοφωτο2

Η ανοχή των παραπάνω, ωστόσο, και πολλών ακόμα, είχε σοβαρά ανταλλάγματα στη νομή της εξουσίας. Τώρα που αυτά δεν υπάρχουν, η ανοχή έχει περιοριστεί. Οι διαφωνίες που διατυπώνονται εδώ και λίγο καιρό αφορούν τον τρόπο εκλογής του αρχηγού και στο πόσο ανοιχτό κόμμα θέλουν. Ο Αλέξης Τσίπρας και όσοι αποτελούν την «προεδρική αυλή» θα ήθελαν η εκλογή να γίνει από τη «βάση» με ανοιχτές διαδικασίες, όπως δηλαδή γίνεται τα τελευταία χρόνια στο ΠΑΣΟΚ και στη ΝΔ. Όποιος επιθυμεί δηλαδή, να πηγαίνει και να ψηφίζει, ώστε αν ο αρχηγός εκλεγεί από 200.000-300.000 ψηφοφόρους να μην αναγκάζεται να λογοδοτεί στην κομματική νομενκλατούρα, αλλά να επικαλείται την «πλατιά λαϊκή βάση» που νομιμοποίησε την εξουσία του.

Ο Αλέξης Τσίπρας επιθυμεί επίσης ένα πολύ ανοιχτό μαζικό κόμμα, στα πρότυπα του παλαιού ΠΑΣΟΚ, ώστε να αυξηθούν τα οργανωμένα μέλη και να αποκτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ ρίζες στην κοινωνία.

Τόσο η παταγώδης αποτυχία τους στις δημοτικές εκλογές όσο και η αδυναμία τους στον συνδικαλισμό καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως τώρα δεν κατάφερε να ριζώσει, με αποτέλεσμα στους δύο αυτούς τομείς να τον περνάει ακόμα κατά πολύ το ΠΑΣΟΚ, παρά την εκλογική του συρρίκνωση.

Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, ανησυχεί ότι το κόμμα κινδυνεύει να συρρικνωθεί και πολιτικά.

Το άνοιγμα άλλωστε, δεν του προξενεί καμία ανασφάλεια και κανένα άγχος, καθώς γνωρίζει ότι αυτοί που θα προστρέξουν είναι κατά κύριο λόγο προσωπικοί του οπαδοί. Αυτό ακριβώς είναι που δεν θέλουν οι Σκουρλέτης, Τσακαλώτος, «53» κ.ά., ο καθένας για τους δικούς του λόγους, αλλά και για μερικούς κοινούς. Πολλοί φοβούνται την «επιμόλυνση από τους πασόκους», γιατί εκτιμούν ότι αυτοί που θα έρθουν είναι οι ανέστιοι πρώην οπαδοί του ΠΑΣΟΚ, και δεν πέφτουν έξω σε αυτό, καθώς σε γενικές γραμμές έτσι είναι.

Πιστεύουν επίσης ότι οι περισσότεροι θα έχουν ιδιοτελή κίνητρα, όπως το να «πάρουν σειρά» για την επόμενη φορά που θα πάρει ο ΣΥΡΙΖΑ την κυβέρνηση. Η «πίτα» της εξουσίας είναι συγκεκριμένη και αν αυξηθούν όσοι θα θέλουν να την μοιραστούν, θα μικρύνουν πολύ τα «κομμάτια».   Όσοι αντιδρούν, εκπροσωπούν συγκεκριμένες ομάδες του κόμματος που καθόλη τη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου συναλλάσσονταν με τον αρχηγό, δια αντιπροσώπου. Οι ομάδες ήταν συγκεκριμένες και υπήρχε μια ισορροπία.

Η έλευση χιλιάδων νέων μελών, έστω και αν ελάχιστα θα είναι ενεργά, θα δημιουργήσει εκ των πραγμάτων νέες ομάδες και νέα κέντρα ισχύος μέσα στο κόμμα, που θα έχουν κι αυτά τους εκπροσώπους τους, και κανείς δεν θέλει να μοιράζεται μαζί τους την εξουσία. Αυτοί είναι σε γενικές γραμμές οι λόγοι που προκαλούν τις εσωκομματικές διαμάχες στον ΣΥΡΙΖΑ αυτό τον καιρό και δεν θα σταματήσουν μέχρι να γίνει και να λήξει το συνέδριο.   Για το θέμα του τρόπου εκλογής του αρχηγού ο Αλέξης Τσίπρας έχει κάνει πίσω για την ώρα, αλλά κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα αν είναι ένας τακτικός ελιγμός, προκειμένου να επανέλθει αργότερα ή αν πραγματικά υποχώρησε.

 

Για το θέμα της διεύρυνσης, ο Τσίπρας έχει θέσει ως στόχο να αποκτήσει το κόμμα 170.000-180.000 μέλη, δηλαδή το 10% των ψηφοφόρων του, ώστε να αποκτήσει έναν χαρακτήρα μαζικό και λαϊκό, όπως ήταν το κόμμα του ΠΑΣΟΚ.

Ο αριθμός αυτός δεν είναι εύκολο να επιτευχθεί όμως για ένα κόμμα που μόλις έχασε την εξουσία και δεν έχει την κουλτούρα του ανοίγματος. «Αυτό τον αριθμό θα τον πετυχαίναμε εύκολα, αν η εκλογή αρχηγού γινόταν από τη βάση και όποιος ψήφιζε, γραφόταν και μέλος. Αλλιώς, θα είναι δύσκολο» εκτιμά συνεργάτης του Αλέξη Τσίπρα.   Είναι γεγονός, και το έχουν επισημάνει πολλοί, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ όλα αυτά τα χρόνια, παρά την αύξηση της εκλογικής του δύναμης, παρέμενε ένα μικρό κόμμα.

Οργανωτικά δεν μεγάλωσε ποτέ. Διαθέτει 25.000-30.000 μέλη, από τα οποία ενεργά δεν είναι ούτε τα μισά. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπέστη μεγάλη αιμορραγία μετά το καλοκαίρι του 2015, όταν έφυγαν από το κόμμα τα μέλη της Αριστερής Πλατφόρμας και όσοι διαφώνησαν με το τρίτο μνημόνιο, καθώς επρόκειτο για τα πιο ενεργά και δραστήρια μέλη που έκαναν μεγάλο μέρος της οργανωτικής δουλειάς, αλλά και την λεγόμενη «λάντζα». Όταν έφυγαν αυτοί, πολλά τοπικά γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ σχεδόν ερήμωσαν. Έκτοτε το κόμμα πέρασε σε μεγάλο βαθμό στον έλεγχο των «53» καθώς από εκείνους που είχαν απομείνει, αυτοί ήταν που ήξεραν να κάνουν τη λεγόμενη οργανωτική δουλειά.

 

Την περασμένη τετραετία που ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν στην εξουσία, «το κόμμα και οι τοπικές οργανώσεις δέχθηκαν πολλές αιτήσεις για εγγραφή», λέει προεδρικό στέλεχος γκρινιάζοντας ότι «οι περισσότερες κατέληγαν στα σκουπίδια», αφού κάποιοι με διάφορα προσχήματα και καθυστερώντας διαρκώς, δεν τις έκαναν δεκτές.   Το περίφημο «άνοιγμα» δεν το θέλει με τίποτα και ο γραμματέας του κόμματος, Πάνος Σκουρλέτης, που έχει χαρακτηρίσει τον ΣΥΡΙΖΑ «μαγαζί γωνία», δηλώνοντας πως δεν χρειάζονται followers, αλλά ενεργά μέλη.

 

Οι προεδρικοί ισχυρίζονται ότι όχι μόνο δεν το θέλει, αλλά το πολεμάει κιόλας. Στελέχη προερχόμενα από το ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζουν ότι ο Σκουρλέτης έβλεπε πάντα ως εισβολή «αλλοθρήσκων», που θα αλλοίωναν τον χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ, όλους εκείνους τους «μετανάστες» του ΠΑΣΟΚ, που ήθελαν να έρθουν στο κόμμα. Μαζί του πάντως συμφωνεί και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος που παρουσιάζεται ως επικεφαλής της ομάδας των «53» καθώς και κάποια ακόμα παλαιά στελέχη.

 

Όλοι αυτοί έχουν ταμπουρωθεί πίσω από το καταστατικό του κόμματος, το οποίο είναι αλήθεια ότι βάζει εμπόδια στο άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι όπως το θέλει ο Τσίπρας, αφού δεν προβλέπονται αυτές οι διαδικασίες. Πληροφορίες από το περιβάλλον της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρουν ότι αυτό ακριβώς είναι που μελετά αυτή την περίοδο ο Τσίπρας και οι συνεργάτες του. Πώς θα καταφέρουν δηλαδή να παρακάμψουν τα εμπόδια του καταστατικού, και η λύση στην οποία φαίνεται να καταλήγουν είναι ότι όλα αυτά θα ξεπεραστούν στο συνέδριο, αφού είναι το μόνο όργανο που μπορεί να πάρει τις σχετικές αποφάσεις.

Έτσι ο Τσίπρας δεν έχει κανέναν λόγο να συντηρήσει την ένταση ως τότε και για αυτό εμφανίζεται να υποχωρεί, ώστε να ηρεμήσουν τα πνεύματα. «Δεν υπάρχει λόγος να καταναλώνουμε πολιτικό κεφάλαιο τόσο νωρίς και να αφήνουμε τον αντίπαλο να το εκμεταλλεύεται» λένε. Ο αιφνιδιασμός, άλλωστε, ήταν πάντα το γερό χαρτί του Τσίπρα, που σε γενικές γραμμές του έβγαινε σχεδόν κάθε φορά στα εσωκομματικά και όχι μόνο.

ΤΣΙΠΗΛ.PNG

Μεγάλη συζήτηση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ γίνεται και για τη δηµιουργία της ψηφιακής πλατφόρµας –µε τη συνδροµή έμπειρων στελεχών που έχουν κάνει τη δουλειά με επιτυχία και για το ΠΑΣΟΚ– η οποία θα λειτουργήσει κυρίως για να υποδεχθεί µαζικές εγγραφές. Προϋπόθεση βέβαια είναι η συναίνεση της Κουμουνδούρου στην πράξη, ώστε να μην το σαμποτάρει, κάτι που η ηγεσία θεωρεί πιθανό και λαμβάνει τα μέτρα της.

Κατά τ’ άλλα, ο Αλέξης Τσίπρας φροντίζει να μοιράζει ρόλους, διατηρώντας τις ισορροπίες, όπως π.χ. αναθέτοντας να γράψει την «πολιτική διακήρυξη για το νέο ξεκίνημα» στον Νάσο Ηλιόπουλο, που θεωρείται «αριστερή πτέρυγα», και το νέο πρόγραμμα του κόμματος στον Γιώργο Σταθάκη που ανήκει στη «δεξιά πτέρυγα».

Παρόλα αυτά εκείνο που ανησυχεί τον Αλέξη Τσίπρα είναι ότι διαπιστώνει με τρόμο ότι δεν διαθέτει ικανούς συμμάχους εντός του ΣΥΡΙΖΑ, που εξακολουθεί να διατηρεί τα αντανακλαστικά μικρού κόμματος.   Το επόμενο διάστημα θα εξακολουθήσουν όλοι να εστιάζουν στο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Αλέξης Τσίπρας προετοιμάζοντας την ντρίπλα και η κομματική νομενκλατούρα πώς θα τον κόψει. Αν ο Αλέξης Τσίπρας καταφέρει να ανοίξει το κόμμα, θα κυριαρχήσει απόλυτα και η εξουσία των «υπαρχηγών» του ΣΥΡΙΖΑ θα περιοριστεί πολύ. Κάποιοι ενδεχομένως να παραμεριστούν εντελώς, καθώς η διεύρυνση είναι βέβαιο ότι θα αφορά μόνο τον κόσμο που ομνύει στο όνομα του.

https://www.lifo.gr/articles/opinions/253036/poy-einai-kai-ti-kanei-o-tsipras-o-syriza-tin-epomeni-mera?fbclid=IwAR0L7letMF7vP9v90nJnKhkoMt0y2x5VlfQIvczlMfXpPCJOM_7-i5v06TI

 

Οι πρώτες μέρες της κυβέρνησης Μητσοτάκη

 

φωτοLifoKM

 

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ  3.9.2019

Κυριάκος Μητσοτάκης και οι υπουργοί του προσπάθησαν να δείξουν από την πρώτη μέρα ότι θα ήταν εντελώς διαφορετικοί από τους προηγούμενους. Επιχείρησαν να πείσουν την κοινή γνώμη ότι είχαν έτοιμο σχέδιο διακυβέρνησης και ήταν καλά προετοιμασμένοι, ότι είχαν όρεξη για σκληρή δουλειά και θα πήγαιναν στα γραφεία τους από τα ξημερώματα.

Σχεδόν δύο μήνες μετά, τα κυβερνητικά στελέχη φέρονται ικανοποιημένα, εκτιμώντας ότι οι πρώτες εντυπώσεις κερδήθηκαν σχετικά εύκολα. Τα δύσκολα, ωστόσο, είναι μπροστά τους και υπάρχουν ήδη οι πρώτες απογοητεύσεις από επιλογές, πράξεις και παραλείψεις. Ο νέος πρωθυπουργός μπορεί να έπεισε ότι θα κυβερνήσει διαφορετικά από τον προκάτοχό του και κατόρθωσε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των ψηφοφόρων του τις πρώτες 2-3 εβδομάδες.

Ο ενθουσιασμός των πρώτων ημερών, όμως, έχει αρχίσει να υποχωρεί. Τώρα χρειάζεται να πείσει για την αποτελεσματικότητά του και μένει να αποδειχθεί υπέρ ποίων θα κυβερνήσει.   Από ιδρύσεως της η Νέα Δημοκρατία έχει ως πολιτικό στόχο τον αστικό εκσυγχρονισμό που επιδιώκει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Από τη δεκαετία του ’90 και μετά, όμως, στα χωράφια της στριμώχνονται και οι πολιτικοί της αντίπαλοι, που δεν μιλούν πια για ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος.

Όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας που διεκδικούν την εξουσία μιλούν για εκσυγχρονισμό και μεταρρυθμίσεις. Ακόμα και ο ΣΥΡΙΖΑ, κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του, προσπάθησε να πείσει ότι μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικός σε εκείνα που κάποτε ήταν αποκλειστικά θέσεις και στόχοι της Νέας Δημοκρατίας (επενδύσεις, μεταρρυθμίσεις κ.λπ).

 

Αυτό ήταν που επιχείρησε να διαψεύσει προεκλογικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προβάλλοντας ότι εκείνος και το κόμμα του είναι οι αυθεντικοί εκφραστές του αστικού εκσυγχρονισμού και γι’ αυτό ξέρουν να κάνουν καλύτερα τη δουλειά – για την οποία και θα κριθούν από εδώ και πέρα.   Το έργο των πρώτων ημερών Από τις πρώτες ανακοινώσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη ήταν η συρρίκνωση του αριθμού των μετακλητών και η απαγόρευση διορισμού συγγενών πολιτικών, ενώ μέσα στον πρώτο μήνα ψήφισαν τρία νομοσχέδια: τη μείωση του ΕΝΦΙΑ και τη βελτίωση της ρύθμισης των 120 δόσεων, το σχέδιο για το «επιτελικό κράτος» και την άρση του πανεπιστημιακού ασύλου, που αποτελούσε βασική δέσμευση της ΝΔ προς τους ψηφοφόρους της.

Η κατάργηση των Capital Controls ήταν άλλος ένας «άσος» στο μανίκι του Κυριάκου Μητσοτάκη, αν και δεν κατάφερε να την κεφαλαιοποιήσει επικοινωνιακά, όπως προσδοκούσε.   Όλα τα παραπάνω και μερικά ακόμα, που είχαν υποσχεθεί ότι θα πραγματοποιούσαν από τον πρώτο μήνα, δημιούργησαν την εικόνα μιας κυβέρνησης που σπεύδει να εκπληρώσει όσα υποσχέθηκε από τις πρώτες μέρες. Επιπλέον, οι χαμηλοί τόνοι που είχε κρατήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο ξεκίνημα της κυβερνητικής του θητείας μαζί με το ντεμπούτο του καθηγητή Γιώργου Γεραπετρίτη ως υπουργού Επικρατείας και κυρίως το θεσμικό ύφος με το οποίο εμφανίστηκε στη Βουλή, τόνισαν την αντίθεση με το πολιτικό ύφος των Φλαμπουράρη, Πολάκη και άλλων υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ, που πρωταγωνίστησαν την τελευταία τετραετία στο πλευρό του πρώην πρωθυπουργού.

Μεγάλο μέρος του πολιτικού κεφαλαίου των πρώτων εκατό ημερών, ωστόσο, εξακολουθούν να το ξοδεύουν επικοινωνιακά, χωρίς αντίστοιχο πολιτικό περιεχόμενο, ενώ έδωσαν τεράστια προβολή σε απλά καθημερινά ζητήματα που οφείλει να επιλύει χωρίς τυμπανοκρουσίες ο κρατικός μηχανισμός, όπως τη μεταφορά των καμμένων υλικών που είχαν συγκεντρωθεί σε οικόπεδο στο Μάτι ή τον αριθμό Έκτακτης Ανάγκης «112» που λειτούργησε δοκιμαστικά. Παρουσίασαν δηλαδή ως κυβερνητικά επιτεύγματα τις υποχρεώσεις του κράτους, προκειμένου να τονίσουν τις παραλείψεις της προηγούμενης κυβέρνησης.

ΓεραπετρίτηςΦωτοΛάιφο

Η επιλογή των υπουργών που στελεχώνουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη, ούτε ενθουσίασε, ούτε απογοήτευσε τους ψηφοφόρους της ΝΔ. Υπήρχαν κάποια πρόσωπα που κέρδισαν τις εντυπώσεις όπως ο Γ. Γεραπετρίτης και η Νίκη Κεραμέως, κάποιες «ασφαλείς» νεοδημοκρατικές επιλογές όπως ο Χρ. Σταϊκούρας και κάποια «φουσκωμένα» βιογραφικά που μένει να αποδειχθεί η αξία τους. Υπάρχουν δύο βενιζελικοί υπουργοί, με προέλευση από το ΠΑΣΟΚ, ο Κυρ. Πιερρακάκης και η Λίνα Μενδώνη, η αναμενόμενη επιλογή του «κεντροαριστερού» Μιχ. Χρυσοχοΐδη στο Δημόσιας Τάξης, η έκπληξη του Ν. Δένδια στο υπουργείο Εξωτερικών (που έχει άγνοια του τομέα αυτού και δεν διαθέτει και τις καλύτερες σχέσεις με τον Κυριάκο Μητσοτάκη) και η απουσία του Άγγελου Συρίγου που αναμενόταν για τη θέση αυτή.

 

Στη νέα κυβέρνηση εκπροσωπήθηκαν και οι λεγόμενες «βαρωνίες» της ΝΔ, με τον Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη αναπληρωτή στο υπουργείο Εξωτερικών και τον Κώστα Καραμανλή, τον νεότερο, στο υπουργείο Υποδομών. Δύο πρόσωπα που δεν φημίζονται ούτε για την τεχνοκρατική, ούτε για την πολιτική τους επάρκεια, αλλά θεωρείται περίπου υποχρέωση κάθε πρωθυπουργού της ΝΔ να έχει στην κυβέρνηση του μέλη των πολιτικών οικογενειών του κόμματος.

Οι δεσμεύσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τους ψηφοφόρους του

 

Είναι γεγονός ότι ο σημερινός πρωθυπουργός δεν υποσχέθηκε ούτε πολλά, ούτε μεγάλα στον ελληνικό λαό. Έβαλε εξαρχής σχετικά χαμηλά τον πήχη, χωρίς να καλλιεργεί μεγάλες προσδοκίες, πλην της περίφημης «κανονικότητας», στην οποία ο καθένας έδινε όποιο περιεχόμενο ήθελε. Εμφανίστηκε ως ρεαλιστής, αξιόπιστος και τεχνοκράτης. Κι επειδή δεν είναι ο τύπος του πολιτικού που διεγείρει το συναίσθημα των πολιτών, απευθύνθηκε –μάλλον αναγκαστικά– στον νου των ψηφοφόρων. Αυτό όμως έχει ένα βασικό μειονέκτημα.

Οι ψηφοφόροι που τον ακολούθησαν –εκτός του σκληρού νεοδημοκρατικού πυρήνα– δεν είναι διατεθειμένοι, καθώς φαίνεται, να καταπίνουν την κάμηλο, ούτε να δικαιολογούν και να του συγχωρούν τα πάντα, όπως έκανε ένα μεγάλο μέρος των όψιμων οπαδών του Αλέξη Τσίπρα. Τουλάχιστον αυτό δείχνουν οι πρώτες αντιδράσεις του εκλογικού κοινού που τον έφερε στην εξουσία – χάρη στο οποίο ξεπέρασε τα όρια της κομματικής βάσης της ΝΔ (που είχαν συρρικνωθεί κατά πολύ μετά το ξέσπασμα της κρίσης).

Σε κάθε περίπτωση, το μέλλον της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη θα κριθεί από το αν εκείνος καταφέρει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των δικών του ψηφοφόρων, εκείνων που τον οδήγησαν στην εξουσία. Αν υλοποιήσει την ατζέντα για την οποία δεσμεύτηκε προεκλογικά και του έφερε τη νίκη. Το Μακεδονικό, το προσφυγικό και η ασφάλεια είναι τρία από αυτά για τα οποία η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα πείσει. Μαζί με την αξιοκρατία.

 

      Ασφάλεια

Μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων του Κυριάκου Μητσοτάκη τον ψήφισε για τα θέματα ασφάλειας, τα οποία προεκλογικά έθετε ως προτεραιότητα, λαμβάνοντας υπόψη προφανώς και τις δημοσκοπήσεις. Σύμφωνα με τις έρευνες κοινής γνώμης, η ασφάλεια ήταν και είναι ένα από τα πιεστικότερα αιτήματα. Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ωστόσο την κρατούσε πάντα χαμηλά, θεωρώντας το αίτημα για ασφάλεια ως «δεξιά ατζέντα».

Στο θέμα αυτό η νέα κυβέρνηση έκανε κάποιες κινήσεις εντυπωσιασμού με επίδειξη αστυνομικών δυνάμεων στην Αθήνα, οι οποίες όμως δεν έλυσαν κανένα πρόβλημα. Η δέσμευση Χρυσοχοΐδη ότι θα «καθαρίσει» τα Εξάρχεια από τον πρώτο μήνα «αθετήθηκε» αφού είναι ήδη στον τρίτο μήνα, απογοητεύοντας όσους ψήφισαν ΝΔ για τον λόγο αυτό.

χρυσομητσο

 

Για πολλά από τα περισσότερα από σαράντα κτίρια που τελούν υπό κατάληψη στην Αθήνα, έχουν υποβληθεί εδώ και χρόνια μηνύσεις από τους ιδιοκτήτες τους, που ζητούσαν να τους παραδοθούν, και είχαν εκδοθεί και εισαγγελικές παραγγελίες για την εκκένωσή τους.

Η Αστυνομία επί ΣΥΡΙΖΑ δεν τις εκτελούσε και δεχόταν κριτική για αυτό. Ούτε επί Νέας Δημοκρατίας όμως, έχουν εκκενωθεί και δοθεί στους ιδιοκτήτες τα ακίνητα, πλην μιας-δυο περιπτώσεων, και αυτό είναι ένα θέμα για το οποίο οι ψηφοφόροι της ΝΔ δεν δείχνουν ανοχή.   Αυτό που είδαμε την πρώτη εβδομάδα είναι να φεύγουν από την ΑΣΟΕΕ οι μικροπωλητές και οι χρήστες και αρκετές περιπολίες στο κέντρο της Αθήνας, αλλά έναν μήνα μετά η κατάσταση ήταν περίπου η ίδια.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε για τη θέση του υπουργού Προστασίας του Πολίτη τον «κεντροαριστερό» Μιχάλη Χρυσοχοΐδη και όχι κάποιον σαν τον Μάκη Βορίδη, όπως πολλοί δεξιοί ψηφοφόροι θα επιθυμούσαν, καθώς συνδυάζει τη φήμη του αποτελεσματικού χωρίς τη «ρετσινιά» του δεξιού. Με αυτή την επιλογή ήθελε να αποφύγει να κατηγορηθεί για αυταρχική και κατασταλτική πολιτική, αφού επιθυμεί να διατηρεί το προφίλ του φιλελεύθερου κεντρώου, αλλά ταυτόχρονα να καθησυχάσει το κοινό του που ζητάει περισσότερη ασφάλεια. Παρά τη φήμη πάντως που συνοδεύει τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, υπάρχει αρκετή κριτική για την αποτελεσματικότητά του και από πολλούς θεωρείται υπερεκτιμημένος.

 

Στον τομέα της ασφάλειας, που η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε κάνει σημαία, δύο μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων της δεν έχει να επιδείξει κάτι ουσιαστικό. Η περίφημη κατάληψη του City Plaza διαλύθηκε από μόνη της με το που άλλαξε η κυβέρνηση, χωρίς να χρειαστεί να κάνει οτιδήποτε ο νέος υπουργός. Διάφορες άλλες καταλήψεις, όπως αυτή του σχολείου της οδού Οκταβίου Μερλιέ, πάνω από την οδό Διδότου, συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά, παρά τις διαμαρτυρίες των κατοίκων και παρότι έχουν ασκηθεί μηνύσεις από τον δήμο Αθηναίων (επί Καμίνη) καθώς χρειαζόταν το κτίριο για να λειτουργήσει ως σχολείο για τα παιδιά της περιοχής που αναγκάζονται να πηγαίνουν σε μακρινά σχολεία.

Για την ώρα λοιπόν, ο κόσμος που ψήφισε τον Κυριάκο Μητσοτάκη για να δει διαφορά στα θέματα της ασφάλειας όχι μόνο δεν έχει ικανοποιηθεί, αλλά έχει αρχίσει ήδη να διαμαρτύρεται.   Από τις πρώτες και πιο έντονες κριτικές που δέχθηκε ο πρωθυπουργός, ήταν για την επιλογή του να κάνει γενικό γραμματέα Προστασίας του Πολίτη τον πρώην αρχηγό της ΕΛΑΣ, επί ΣΥΡΙΖΑ, Κωνσταντίνο Τσουβάλα, ο οποίος είχε κατηγορηθεί και αυτός τόσο για την τραγωδία στο Μάτι όσο και για την συμμετοχή του στην επικοινωνιακή φιέστα που στήθηκε την επομένη.

τσουβάλαςφωτο

 

Μάλλον κανείς από το επιτελείο του πρωθυπουργού δεν θυμήθηκε ότι ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης σε συνέντευξη Τύπου για το Μάτι πριν από ένα περίπου χρόνο, ως πρόεδρος της ΝΔ, είχε ζητήσει την παραίτηση –μεταξύ άλλων– και του Κωνσταντίνου Τσουβάλα, τότε αρχηγού της Αστυνομίας. Ο Κυρ. Μητσοτάκης είχε κατονομάσει τους Τόσκα, Σκουρλέτη, Δούρου, γενικό γραμματέα Πολιτικής Προστασίας και τον αρχηγό της Αστυνομίας, λέγοντας ότι έχουν τεράστιες ευθύνες και δεν θα έπρεπε να συνεχίσουν να βρίσκονται στις θέσεις τους. Αναρωτιόταν μάλιστα ποιος Έλληνας πολίτης έχει εμπιστοσύνη σε αυτούς τους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν άλλη μία φυσική καταστροφή.

Μετά τις έντονες αντιδράσεις που σημειώθηκαν, οι συνεργάτες του πρωθυπουργού ισχυρίστηκαν ότι ο Κωνσταντίνος Τσουβάλας μπήκε στο κάδρο των ευθυνών από λάθος και ότι στην κριτική του εννοούσε τον αρχηγό της Πυροσβεστικής. Παρόλα αυτά, όλοι θυμούνται και προκύπτει και από τα ρεπορτάζ που δημοσιεύθηκαν, ότι η αστυνομία μόνο υποδειγματικά δεν έδρασε εκείνη τη μέρα της πυρκαγιάς στο Μάτι, ενώ δεν αμφισβητείται η συμμετοχή του Κ. Τσουβάλα στη συνέντευξη-παρωδία για τις ευθύνες όπου και αυτός μαζί με τους άλλους προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Οι πληροφορίες πάντως αναφέρουν ότι η συγκεκριμένη επιλογή του Κ. Τσουβάλα έγινε μετά από πρόταση-σύσταση του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη.

 

      Μακεδονικό

Σημαντικό ρόλο στη μεταστροφή ψηφοφόρων υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη στις πρόσφατες εκλογές έπαιξε η στάση του στο Μακεδονικό και η κριτική που άσκησε στη Συμφωνία των Πρεσπών.

Αυτό που αμφισβητήθηκε από τους πολιτικούς αντιπάλους του –και όχι μόνο– ήταν εάν επρόκειτο για την ειλικρινή του θέση ή αν ήταν ένας τακτικός ελιγμός. Πολλοί υποστήριζαν ότι στην πραγματικότητα η ΝΔ ανακουφίστηκε που έκλεισε το θέμα αυτό η κυβέρνηση Τσίπρα, αναλαμβάνοντας και το πολιτικό κόστος. Στο Μακεδονικό ο πρόεδρος της ΝΔ είχε δεσμευτεί ότι ως πρωθυπουργός δεν θα απεμπολήσει το δικαίωμα να θέσει βέτο στην ενταξιακή πορεία της Β. Μακεδονίας –αν χρειαστεί– και ότι θα εξαντλήσει κάθε προσπάθεια για την κατοχύρωση των μακεδονικών προϊόντων που «έμειναν απροστάτευτα» από τη συμφωνία, που χαρακτήριζε ως «μεγάλη εθνική υποχώρηση». Τόνιζε μάλιστα ότι το 70% του ελληνικού λαού είναι απέναντι στην Συμφωνία των Πρεσπών.

Το ποσοστό αυτό στην πορεία μειώθηκε ελαφρώς, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία των δικών του ψηφοφόρων παραμένουν αρνητικοί. Γι’ αυτό και υπήρξε μεγάλη αντίδραση όταν ανακοινώθηκε ως γενικός γραμματέας Αθλητισμού ο πρώην βουλευτής του Ποταμιού Γιώργος Μαυρωτάς, ο οποίος είχε ψηφίσει τη Συμφωνία των Πρεσπών και την υπερασπίστηκε με θέρμη, μη διστάζοντας ακόμα και να φιλονικήσει για το θέμα αυτό με πολλούς νεοδημοκράτες.

μακεδονικό.PNG

Κι ενώ κάποιοι ψηφοφόροι της ΝΔ έβραζαν για την επιλογή Μαυρωτά αμφισβητώντας την ειλικρίνεια της ηγεσίας τους για το Μακεδονικό, βγήκε ο υπουργός Άμυνας και σφοδρά πολέμιος της συμφωνίας προεκλογικά, Ν. Παναγιωτόπουλος, να ρίξει λάδι στη φωτιά, δηλώνοντας ότι δεν αμφισβητεί την πρόθεση κανενός ότι «αυτή η συμφωνία επιτεύχθηκε για καλό σκοπό, για να ενισχύσει τη σταθερότητα στην περιοχή…» και ότι «θα πρέπει και τα δύο μέρη να σταθούν με προσήλωση στην τήρηση των ουσιωδών όρων αυτής…».   Η δήλωση αυτή έγινε στην ομιλία του σε ημερίδα του Economist στην Αθήνα και όπως ήταν αναμενόμενο, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, με τους πολιτικούς αντιπάλους της ΝΔ να μιλάνε για «κωλοτούμπα» και εξαπάτηση των ψηφοφόρων σχετικά με το Μακεδονικό.

Ο υπουργός Άμυνας την επομένη μίλησε για «διαστρέβλωση» των λεγομένων του, επισημαίνοντας ότι μίλησε σε διεθνές ακροατήριο σε συνέδριο του Economist, και στη διπλωματική γλώσσα που άρμοζε στην συγκεκριμένη περίσταση». «Η νομική θεώρηση της συμφωνίας δεν έχει σχέση με το αν μας αρέσει ή δεν μας αρέσει η συμφωνία» είπε, ισχυριζόμενος ότι προφανώς δεν του αρέσει, όπως και στη Νέα Δημοκρατία, και ότι όλα τα άλλα ήταν υλικό προς στρέβλωση και εντυπώσεις.

 

      Προσφυγικό

 

Το μεταναστευτικό-προσφυγικό ήταν άλλος ένας λόγος για τον οποίο επέστρεψαν στη ΝΔ δεξιοί ψηφοφόροι που την είχαν εγκαταλείψει. Όχι μόνο δεξιοί όμως, αλλά και κεντρώοι, μετριοπαθείς κ.ά., που δεν ενέκριναν τη διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ στο μεταναστευτικό, ψήφισαν ΝΔ, προσδοκώντας σε άλλη πολιτική. Αυτές τις μέρες η κυβέρνηση Μητσοτάκη δοκιμάζεται στο προσφυγικό και δίνει τις πρώτες της εξετάσεις. Κάποιοι μετράνε ήδη τα όριά της και για την ώρα, δεν τα πάει καλά. Ενώ ασκούσε σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, υποστηρίζοντας ότι οι ροές αυξήθηκαν το 2015 λόγω της ανοχής της –έως κι ενθάρρυνσης– και εξήγγειλε ότι με τη ΝΔ στην εξουσία αυτές θα μειώνονταν, εδώ και λίγες μέρες βλέπουμε το αντίθετο.

 

Οι ροές όχι μόνο δεν μειώθηκαν, αλλά αυξήθηκαν πολύ από πέρσι και ο αρμόδιος αν. υπουργός Γ. Κουμουτσάκος έκανε δηλώσεις περίπου στο πνεύμα της Τασίας Χριστοδουλοπούλου, προκαλώντας την οργή πολλών ψηφοφόρων του κόμματός του. Μπορεί να μην είπε ότι οι μετανάστες «λιάζονται στην Ομόνοια» και μετά «εξαφανίζονται», αλλά προσπάθησε να δικαιολογηθεί, με γενικόλογες απαντήσεις, υποστηρίζοντας ότι πίσω από την αύξηση των μεταναστευτικών ροών βρίσκονται «γεωπολιτικοί λόγοι».

Είναι προφανές ότι το επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν διέθετε κανένα επεξεργασμένο σχέδιο για το πρόβλημα του προσφυγικού-μεταναστευτικού. Η νέα κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε και βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστη όταν αυξήθηκαν οι ροές, είτε επειδή κάποιοι στέλνουν με αυτό τον τρόπο τα δικά τους μηνύματα, είτε γιατί δοκιμάζουν τη νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα. Έτσι ενώ τα τελευταία χρόνια ασκούσε αυστηρή κριτική στην προηγούμενη κυβέρνηση, όταν κλήθηκε να το διαχειριστεί, περιορίστηκε στο να ψελλίσει κάποιες δικαιολογίες δια των αρμόδιων υπουργών και να λάβει πρόχειρα και βιαστικά μέτρα που δεν λύνουν αλλά μεγεθύνουν το πρόβλημα.           Πέρα από την έλλειψη προετοιμασίας όμως στο προσφυγικό, ο Κυρ. Μητσοτάκης κινδυνεύει να παγιδευτεί σοβαρά στο θέμα αυτό. Από τη μία, μεγάλο τμήμα των ψηφοφόρων του θέλει αυστηρή και αποτρεπτική πολιτική στο μεταναστευτικό, από την άλλη, ο ίδιος σε καμία περίπτωση δεν θέλει να ταυτιστεί με τον Όρμπαν και τον Σαλβίνι.

 

προσφυγικόφωτο.PNG

Η αλήθεια είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης προεκλογικά ήταν πολύ προσεκτικός έως κι επιφυλακτικός σε προσωπικό επίπεδο, αλλά πολλά στελέχη του επιχειρούσαν να προσελκύσουν το κοινό που απαιτούσε αυστηρό πλαίσιο, με μια άλλη γλώσσα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η ΝΔ εδώ είχε μια διπλή γλώσσα. Από τη μία γνώριζε ότι μέρος της εκλογικής της βάσης συμφωνεί με τον Όρμπαν και τον Σαλβίνι στα της μεταναστευτικής πολιτικής και από την άλλη ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ ήθελε να κρατήσει εντός ΝΔ τους ψηφοφόρους αυτούς και να προσελκύσει και όσους ήταν εκτός (π.χ τους ψηφοφόροι της Ελληνικής Λύσης), προσπαθούσε να εμφανιστεί ταυτόχρονα ως ο Ευρωπαίος αντι-Όρμπαν. Έτσι εκείνος διατήρησε μια πιο ουδέτερη στάση, αφήνοντας να προσελκύσουν τον κόσμο αυτό στελέχη όπως ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Μάκης Βορίδης, ο Βασίλης Κικίλιας, ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης, ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος κ.ά.

 

Ο κόσμος αυτός που ήρθε στη ΝΔ, όμως, απαιτεί να δει την αντίστοιχη πολιτική τώρα και βλέπει να συνεχίζεται η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Υπάρχει ήδη οργή και απογοήτευση για τους χειρισμούς στο μεταναστευτικό και είναι ολοφάνερο ότι δύσκολα δεν θα μετατραπεί σε μια μεγάλη πολιτική παγίδα για τον πρωθυπουργό, που ως τώρα δεν φαίνεται να διαθέτει την κατάλληλη στρατηγική για να το αντιμετωπίσει.   Αξιοκρατία Η αξιοκρατία, η επιλογή των καλύτερων και η προώθηση της αριστείας που υποσχέθηκε η Νέα Δημοκρατία μαζί με την αποκομματικοποίηση του κράτους ήταν από τα θέματα που έπεισαν επίσης μία μερίδα ψηφοφόρων που τα θεωρεί σημαντικά.

 

Οι αυξήσεις των μισθών κάποιων μετακλητών, «δικών τους παιδιών» όμως, οι φωτογραφικές διατάξεις (π.χ. για τον διευθυντή του Άδωνι Γεωργιάδη κ.ά.), οι διορισμοί αποτυχημένων πολιτικών και πολιτευτών (όπως του Παπαθανασίου στα ΕΛΠΕ), ο ορισμός ως γενικών γραμματέων προσώπων που είχαν απασχολήσει ως «σκάνδαλα» σε παλιότερες κυβερνήσεις (Θανάσης Κοντογεώργης), ο διορισμός ως μετακλητών προσώπων που εμπλέκονται σε υποθέσεις διαπλεκόμενων επιχειρηματιών (Λαυρεντιάδης), δεν πείθουν για την προσήλωση της νέας κυβέρνησης στην αξιοκρατία. Όπως δεν πείθει ως αξιοκρατικός και ο διορισμός της Γιάννας Αγγελοπούλου στην επιτροπή για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση, με όλο τον συμβολισμό που κουβαλά, και η διατήρηση του γραφείου του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη, που επί ΣΥΡΙΖΑ ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατήγγειλε, για να βολέψει μια πολιτευτή και για λόγους μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.

 

Σε αντίθεση με τους ψηφοφόρους του Αλέξη Τσίπρα, που δέχονταν αδιαμαρτύρητα κάθε επιλογή που παραβίαζε κατάφωρα όλες τις πολιτικές αρχές του ΣΥΡΙΖΑ και του προεκλογικού του προγράμματος, οι ψηφοφόροι του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν μοιάζουν διατεθειμένοι να αποδεχθούν με την ίδια ευκολία την αθέτηση των δεσμεύσεων του. Και μπορεί κάποιοι να έχουν ήδη προσβληθεί από τον ιό της αλαζονείας της εξουσίας και να δηλώνουν αυτάρεσκα ότι θα κυβερνούν για τέσσερα χρόνια χωρίς εμπόδια, αλλά καμία κυβέρνηση αν χάσει την εμπιστοσύνη της εκλογικής της βάσης, δεν μπορεί να συνεχίζει να κυβερνά απρόσκοπτα. Στην πολιτική άλλωστε, οι ανατροπές είναι συχνές.

https://www.lifo.gr/articles/opinions/250010/makedoniko-prosfygiko-kai-asfaleia-treis-pagides-gia-tin-kyvernisi-mitsotaki?fbclid=IwAR3M4KJEXjy8tZlMS-GcmQ9O2cAxQ4Ax_jUMYbl5UhnYBJu9UjiWbQpq28A

 

 

 

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ευθύνες της αντιπολίτευσης

ΚΚΚΑΘ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ

18.07.2019

Ο ρόλος της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι σημαντικός για το πολιτικό σύστημα, καθώς όσο πιο αυστηρή και υπεύθυνη είναι η αντιπολίτευση τόσο περισσότερο πιέζεται η εκάστοτε κυβέρνηση να διοικεί με ευθύνη. Αντιθέτως, μια αναξιόπιστη αντιπολίτευση επιτρέπει στην κυβέρνηση να κάνει ό,τι θέλει.

Το βράδυ των εκλογών είδαμε έναν Αλέξη Τσίπρα αρκετά διαφορετικό. Όποιος τον συμβούλευσε έδωσε ορθές συμβουλές. Επέλεξε μια θεσμική συμπεριφορά, πήγε στο Ζάππειο, συνεχάρη τον πολιτικό του αντίπαλο και έδωσε την εντύπωση ότι στο εξής θα δούμε έναν Τσίπρα πιο ώριμο. Ταυτόχρονα προανήγγειλε τη μετατροπή του κόμματός του σε ένα μαζικό κόμμα της Κεντροαριστεράς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την ήττα, διατήρησε υψηλά ποσοστά, κυρίως χάρη στην πελατειακή πολιτική του και στη στόχευση ειδικών κοινών. Τα συνθήματά του, όμως, δεν έπεισαν. Ούτε ότι ήταν το νέο απέναντι στο παλιό ούτε ότι ήταν το προοδευτικό μέτωπο απέναντι στη συντηρητική Δεξιά. Και πώς θα έπειθαν, όταν στις τάξεις του βρίσκεται μεγάλο τμήμα του βαθέος ΠΑΣΟΚ, αλλά και της Ν.Δ. Όταν υποψήφιοι βουλευτές του ήταν ο Κουίκ, η Παπακώστα, ο Σπίρτζης, ο Κουρουμπλής, η Ξενογιαννακοπούλου και τόσοι άλλοι, από αυτούς που ο ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλε ότι κυβερνούσαν τα τελευταία 40 χρόνια.

Ως κυβέρνηση, το ετερόκλητο αυτό πλήθος το ένωνε η συγκολλητική ουσία της εξουσίας. Ως αντιπολίτευση, θα πρέπει να βρουν ένα νέο πειστικό αφήγημα. Κι ένα νέο πολιτικό πρόγραμμα.

Τα πρώτα δείγματα της αντιπολίτευσης που ασκούν δεν έχουν σχέση με τον θεσμικό Τσίπρα που είδαμε στο Ζάππειο. Δεν πρόκειται για αντιπολίτευση που στηρίζεται σε πολιτικές αρχές, αλλά στον λαϊκισμό και τον τυχοδιωκτισμό.

Η πρώτη επίθεση στη Νέα Δημοκρατία ήταν για την κατάργηση της εξαγγελθείσας από τον ΣΥΡΙΖΑ Νομικής Σχολής στην Πάτρα. Η θέση της Ν.Δ. ήταν γνωστή, όπως και η αντίδραση του νομικού κόσμου, δεδομένης της πληθώρας των δικηγόρων που έχει η χώρα και της ανεργίας που πλήττει τον κλάδο. Ο Τσίπρας, ωστόσο, κατηγόρησε τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι σταμάτησε την ίδρυση Νομικής στην Πάτρα επειδή στις εκλογές έβγαλε πρώτο τον ΣΥΡΙΖΑ.

Άλλο παράδειγμα ήταν η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ με την οποία ζητούσαν από την κυβέρνηση να αποπέμψει τον πρώην σύμβουλο της Lamda Development, νυν υφυπουργό Περιβάλλοντος, επειδή η επιλογή του «δημιουργεί μείζον πολιτικό και ηθικό ζήτημα». Ξεχνούν όμως ότι με τον κ. Οικονόμου –που τώρα ως αντιπολίτευση καταγγέλλουν– συνεργάζονταν αρμονικότατα όσο ήταν κυβέρνηση, καθώς συμβούλευε υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ που του ανέθεταν έργα. Αν η παρουσία ενός πρώην συμβούλου μιας εταιρείας σε μια κεντροδεξιά κυβέρνηση δημιουργεί μείζον ηθικό ζήτημα, τότε σε μια αριστερή κυβέρνηση, που «μάχεται το κεφάλαιο», δημιουργεί μεγαλύτερο. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι όσο βάσιμη κι αν είναι μια τέτοια κριτική, όταν γίνεται από κάποιους που έκαναν το ίδιο, δεν είναι αξιόπιστη.

Αυτή την αντιπολίτευση μπορούσε να την ασκήσει ο ΣΥΡΙΖΑ του 3%. Ίσως και ο ΣΥΡΙΖΑ του 2012, πριν κυβερνήσει. Δεν μπορεί να την ασκήσει όμως ο ΣΥΡΙΖΑ που κυβέρνησε από το 2015 έως το 2019. Όπως δεν μπορεί να εμφανιστεί ξανά ως αντιμνημονιακός, καθώς όχι μόνο αποδέχθηκε τα μνημόνια που θα καταργούσε, αλλά έφερε ακόμα ένα, δικό του.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν μπορεί να κατηγορεί τους αστούς πολιτικούς του αντιπάλους για σχέσεις με την ελίτ, όταν ο ίδιος κάνει διακοπές στα κότερά της. Δεν μπορεί να χαρακτηρίσει ξανά ως γερμανοτσολιάδες τα στελέχη της Ν.Δ. και του ΚΙΝΑΛ, όταν επαίρεται ότι η Μέρκελ τον συμπαθεί περισσότερο. Δεν μπορεί να τους καταγγείλει ως όργανα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, όταν επαινεί δημοσίως τον Τραμπ και οι υπουργοί του σπεύδουν περιχαρείς στις δεξιώσεις της πρεσβείας των ΗΠΑ ή βγάζουν σέλφι στις εγκαταστάσεις της Lockheed.

Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι δεν μπορούν να ασκούν αντιπολίτευση. Αν θέλουν να πείσουν όμως ότι είναι το κόμμα που υπερασπίζεται τα λαϊκά στρώματα, θα πρέπει να σχεδιάσουν μια αντίστοιχη πολιτική και να την προτείνουν. Να φέρουν επεξεργασμένα νομοσχέδια, που θα ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες.

Αν θέλουν να πείσουν ότι πολεμούν τα προνόμια της ελίτ, ας φέρουν στη Bουλή νόμους που θα τα καταργούν, αντί να καταγγέλλουν τον Μητσοτάκη ότι συνεργάζεται με πρώην συμβούλους μεγαλοεπιχειρηματιών με τους οποίους συνεργάζονταν και οι ίδιοι. Γιατί αυτό που κάνουν δεν είναι υπεύθυνη αντιπολίτευση. Είναι ένα ανέξοδο θέατρο που δεν θίγει κανέναν.

Η υπεύθυνη αντιπολίτευση, όπως και η υπεύθυνη διακυβέρνηση, θέλει γνώση, χρόνο, κόπο και έχει πολιτικό κόστος, καθώς εμπεριέχει τη σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα.

https://www.kathimerini.gr/1034472/opinion/epikairothta/politikh/o-syriza-kai-oi-ey8ynes-ths-antipoliteyshs?fbclid=IwAR08p5YJNxfajaTGAi-AeIKAu75sMav0amAsYraF1UJqkfyCxowD81AjsEo